Σήμερα εκλεισε ένα μεγάλο κεφάλαιο της ζωης του Αυλιωτη και της πολης !

Σήμερα αποχαιρετίσαμε το Λάζο Τσικριτζή τον πρεσβύτερο μέσα στα λουλούδια που υπεραγαπούσε , τα φρόντιζε και τα μιλούσε σαν παιδιά του!

Μην έχεις παράπονο Λάζο , όλοι οι φίλοι σου ηρθαν για το τελευταίο αντίο παρα τον καύσωνα! Και συ καταφερες να έχεις φιλους μοιρασμένους σε τεσσερις γενιες!

Μέχρι και το Δημητράκη τον 5χρονο ξενιτεμένο εγγονό μου εκανες φιλο που περνώντας εξω από την αυλή σου συνήθιζε να σε φωνάζει « Γεια σου Λάζο»!

Αλλά ο Επίλογος της ιστοριας γράφτηκε από την τριτη γενιά, απο την κορη μου Ρόζυ Τσικριτζή, με ένα πολύ τρυφερό της σχόλιο που μας έστειλε χθες απο το Reading της Αγγλιας στο άκουσμα της θλιβερής είδησης για τον αγαπημένο της θείο Λάζο και που το διάβασε στην εκκλησία η θεία της Χιονία Τσικριτζή

Σας το παραθέτω γιατί νομιζω οτι μας εκφράζει ολους οσοι τον γνωρίζαμε παρόντες και μη!

«Οι πιο έντονες αναμνήσεις μου από σένα φυσικά είναι απ’το μαγαζί. Όταν ερχόμασταν μικρά μπαίναμε φυσικότατα πίσω από τον πάγκο με τους ξηρούς καρπούς και βουτούσαμε τα χέρια μας μέσα σε φυστίκια και αμύγδαλα. Ένιωθα πολύ σημαντική γιατί μου επιτρεπόταν να σηκώνω τη βαριά ξύλινη τάβλα που οδηγούσε στο μικρό στενό διάδρομο που εσύ και η Τάσα περάσατε όλη σας τη ζωή, εξυπηρετώντας χιλιάδες κόσμο. Χάζευα τις διαφημίσεις για ποτά και συλλάβιζα πολλές φορές τις ξένες μάρκες, το Teacher’s ήταν αυτό που θυμάμαι πιο έντονα. Μετά έφυγαν τα ξηροκάρπια, ήρθε η ανακαίνιση και τα σάντουιτς. Πάντα μας καλωσόριζες το ίδιο θερμά και δεν μας άφηνες ποτέ να πληρώσουμε, το ίδιο και την παρέα που κουβαλούσαμε μαζί, από τους συμμαθητές και συμφοιτητές στα 20 μας, μέχρι τους γαμπρούς και τα παιδιά μας στο τώρα. Ακόμα θυμάμαι το άσπρο Renault και το άσπρο φορτηγάκι παρκαρισμένα στη γειτονιά και εσένα να ξεφορτώνεις ψωμάκια και ποτά για το μαγαζί. Η πιο χαρακτηριστική εικόνα από σένα είναι οι διακοπές μας στον ΑηΓιάννη, καθιστός για ώρες στο χαμηλό τραπέζι δίπλα στο τροχόσπιτο, με διαφορετικό αντίπαλο κάθε φορά, πλήρως αφοσιωμένος στο τάβλι, με την Τάσα να πηγαινοφέρνει μεζέδες και τσίπουρα. Κατεβαίναμε για μπάνιο από το λόφο που ήταν το δικό μας τροχόσπιτο και πάντα κάναμε την καθιερωμένη στάση μας εκεί να δούμε ποιος νικάει και να μάθουμε από τις τακτικές σου στο τάβλι. Τα χρόνια πέρασαν, φύγαμε απ’τον Αυλιώτη. Οι μέρες μετρημένες όταν γυρνούσαμε, το σάντουιτς απ’το Λάζο πάντα στην κορυφή της λίστας των φαγητών που θα τρώγαμε τις λίγες μερες που επιστρέφαμε. Δεν σε έβλεπα συχνά, είχα άλλες προτεραιότητες. Ήμουν ήσυχη όμως γιατί άκουγα το πιάνο να παίζει και ήξερα ότι ήσουν εκεί. Κάθε χρόνο πίναμε καφέ στη γιορτή της Τάσας με όλο το σόι από γύρω, μοιραζόμασταν τα αστεία μας και αισθανόμασταν ζεστασιά. Πήρα σπίτι με κήπο. Όταν βλεπόμασταν στις αγαπημένες μου αυλές μας, μου έλεγες συμβουλές για τα λουλούδια και ας δυσκολευόσουν να δεις πλέον. Οξυδερκής, γενναιόδωρος, με κοφτερό μυαλό και γλώσσα, τίποτα δεν σου ξέφευγε. Οι ιστορίες σου παροιμιώδεις και τόσο πλούσιες, με εκπληκτικές λεπτομέρειες και μνήμη. Δεν έχω μια φωτογραφία μαζί σου, τι κι αν μεγαλώσαμε δίπλα δίπλα. Θα σε θυμάμαι πάντα, λυπάμαι που δεν είμαι εκεί για τον τελευταίο αποχαιρετισμό. Η σκέψη μου και η καρδιά μου είναι εκεί σήμερα, στον Αυλιώτη μας, στις αυλές μας, στους καφέδες και τα σοκολατάκια, στα χαμόγελα και το μαγαζί, στην Τάσα μας, το Νίκο, τη Λιλή, τη Ντίνα, τη Βασιλική, τη Ματίνα και όλα μου τα ανίψια. Σήμερα βγάζω το κόκκινο παιδικό ποδήλατό μου, που είναι ακόμα στο μεγάλο θολωτό υπόγειό σου με τα χίλια πράγματα, διασχίζω 3000 χιλιόμετρα και κάνω βόλτες στις εικόνες μια ζωής. Αντίο Λάζο μου αγαπημένε, πόσο λυπάμαι που δεν είμαι εκεί να σε αποχαιρετίσω.»