Ο φίλος Γιάννης Βανίδης Κοζανίτης εκ μητρός, γεννημένος στην Κοζάνη, διαμένει στη Θεσσαλονίκη, συνταξιούχος τραπέζης, θυμήθηκε τον τρύγο και έγραψε ένα κείμενο μάλιστα στο ιδίωμα με πολλές λεπτομέρειες, αναφερόμενος στη μεγάλη οικογένεια του παππού του, που είχε πολλά αμπέλια σε διάφορες περιοχές της Κοζάνης, άλλωστε η Κοζάνη περιβάλλονταν από Αμπέλια. Μια ζωντανή εικόνα της εποχής που συνεργάζονταν όλοι οι συγγενείς και ο παππούς επέβλεπε.. Ο τρύγος μου θύμισε κι εμένα τον τρύγο του παππού μου. Το κομμάτι αυτό ο τρύγος εντάσσετε στην τοπική ιστορία.

Ιωάννης Κορκάς

Ακολουθεί το κείμενο του Βανίδη.

Σα σώνουνταν ου θέρους στ’ Τιόλ΄ τουν αβλαγά κι στ’ αλώνια τριούρ΄ απ’ τουν Αϊθανάσ΄, χιρνούσαν οι γιουρτές κι τα πανηίρια. Αϊνικάνουρας, Αϊλιάς, Αϊπαρασκιυή, Δικαπινταύγουστους. Σιγά σιγά μι τιαυτά, σώνουνταν κι του καλουκαίρ΄, μίκρυνιν η μέρα κι χιρνούσαν τα σκουλιά. Αμα η τρανύτιαρ΄ η γιουρτή αργούσιν ακόμα ναρθεί κι ιμείς οι μκροί όλου κι ρουτούσαμι τ’ς τρανοί πότι τα πει ου Δήμαρχους να χιρίσ΄ ου τρύγους.
Κάπουτι κι άλλου μαθαίνουνταν πως ’ν παραάλλ΄ ’ν Πέφτ΄ τ’ αρχινούσιν ου τρύγους. Ημείς άλλου π’ δεν ήθιλάμι. Αρχινούσαμι να τ΄μάζουμέστι. Αγόραζάμι λάστιχα μαύρα απ’ τουν Πάπ΄στια, έκλιβάμι πιτσιά για σφιντόνις απ’ του θειο μ’ τουν τσαγγάρ΄ του Ντιόντιου του Ντουντούραγα κι κάπνιζάμι τ’ς κλούτσ΄ απ’ τ’ς κρανιές που έκουβάμι του καλουκαίρ΄ σην κατασκήνουσ΄ σην Καστανιά. Στ’ αμπέλια, άμα έφταναν τα σταφύλια, μαζώνουνταν ένα κιαμέτ΄ σπουρλίτια κι μεις τάδινάμι κι καταλάβιναν μι τα λάστιχα.
***
Απ’ του σόι τ’ς μάνας μ’, είχιν πέντι αδιρφές κι δυο αδέρφια, κουντά όλ΄ είχαν αμπέλια. Η θεια μ’ η Μαργούλα είχιν δυο αμπέλια, ένα στ’ς Κυδουνιές κι ένα στου Παϊάμπουρου. Είχαν κι τρανές κιρασιές μέσα κι κάθι Μάη μι ’ν αξαδέρφη μ’ τ’ Ζουϊτσα τ’ς τρυγούσαμι κ’ ύστιρα μας τσάκουνιν όλου τσίλταρους. Η θεια μ’ η Ζιόλια είχιν ένα στουν Τσιαϊπούν΄ αλλά του πούλτσιν νουρίς γιατί ου θειος μ’ ου Μιχάλτ’ς πέθανιν νέους κι άμα λείψ΄ ου άντρας απ’ του σπίτ΄ ποιος να τηρήσ΄ τ’ αμπέλ΄; Η θεια μ’ η Βασιλ΄κούλα δεν είχαν αμπέλ΄ αλλά είχαν στιαρουχώραφα κι βρίζις κι γιλάδια. Ου θειος μ’ ου Γιώρ’ς είχιν ένα μισιακό αμπέλ΄ μι του θειομ’ του Ντιόντιου σ΄μά στου Σιώπουτου. Η θεια μ’ η Αριτή είχαν ένα παπχάτ’ π’ τουν Αϊλιά στου Σ΄ μάθκου.
Ικείνου τ’ αμπέλ΄ όμους πούξιρα απόξου κι ανακατουτά ήταν τ’ς θειας μ’ τ’ς Λέντς στ’ Γαλαζιόπιτρα, παπχάτ’ πούνι σήμιρα ου Αϊχαράλαμπους κι παραπάν’ π’ του Πηγαδούλ΄. Είχιν κόκκιανου χώμα, τα σύνουρα τ’ ήταν μι τσιακ΄λια απού πράσινις κι κίτιαρνις πέτρις, προυσήλιου κι δεν του τσάκουνιν ντιπ ου αέρας. Ψηλά στουν ουπάν τουν όχτου είχιν φκιάσ΄ ου θειος μ’ ου Μήτσιους μια καλύβα μι καδρόνια κι τινικέδις. Τουν χράζουνταν όταν τσάκουνιν κιρός γιατί όλου ικεί ήταν. Του κλάδιβιν, του ξιλάκζιν, τ’ αμπόλιαζιν, του ξιβουτάντζιν, του κόπριζιν, του ράντζιν, όλα μαναχός τ’. Κ΄ άμα κόντιβιν ου κιρός για τουν τρύγου, ιτότι ήταν π’ τουν έχανιν ντιπ ου Δήμαρχους (δούλιβιν στου Δημαρχείου), όλου ικεί ήταν. Καμιά βδουμάδα νουρίτιρα π’ τουν τρύγου, κατέβαζάμι απ’ τ’ άφκιαστου π’ κοιμούνταν ου αξάδιρφους μ’ ου Θύμιους, ν’ καρούτα κι έβγανάμι τα βαένια απ’ του μπουντρούμ΄ για να τα πλύν΄ η θεια μ’ μι τ’ Χιουνία για νάνι έτοιμα για του πάτ΄μα κι για του μούστου.

Κάπουτι κιάλλου έρχουνταν κι αυτήν η Πέφτ΄ κι χαραή χαραή πάινα στ’ς θειας μ’ του σπίτ΄. Φόρτουνάμι στα γουμάρια τα γαλίκια κι μέσα έβανάμι τα καλάθια κι τα μαχαίρια. Άφναμι του Κυρμαργιό, απιρνούσαμι του γήπιδου διξά, τ’ Μπλάτσα τ’ νταβέρνα ζιρβά, ύστιρα τ’ς στρατώνις κι ανέβινάμι κατά του Πηγαδούλ΄. Απ’ τικεί ίσια σιαπάν στουν ανήφουρου, απιρνούσαμι τ’ς δυο τ’ς γέφυρις κι όντας έφτανάμι σην κουρφή, χιρνούσαμι να κατιβαίνουμι τ’ γιδόστρατα ζιρβά κατά τ’ αμπέλ΄. Αστόησα να πω πως, ιμένα κι τουν αξάδιρφου μ’ του Βαγγιλάκ΄ που είντους χρόνια τώρα στουν Καναδά, κι ήμασταν οι μ’κρότιαρ΄, μας έβαναν καβάλα στα καπούλια απ’ τα γουμάρια για να μην απουσταίνουμι.

Όντας ξιφόρτουνάμι τα γουμάρια, οι τρανοί χιρνούσαν τ’ ματιούκου κι μεις τα σπουρλίτια κι τ’ς τσουρτσουλιανέοι μι τα λάστιχα. Ύστιρας απού λίγου τσάκουνάμι όλ΄ τα καλάθια κι τα μαχαίρια κι χιρνούσιν ου τρύγους. Τ’ αμπέλ΄ είχιν ένα κιαμέτ΄ λουές κούτσουρα. Κουρίθια άσπρα κι μαύρα, ξυνόμαυρα, ρουζακιά, άσπρα, μαύρα, γαλλικά, γκρανουάρ, βουργάρκα, βαψις, μπατίκια, μουσχάτα (που μι άριζαν κι μένα), ντόπια κόκκινα, ασπρούσκις, τσαπουρνάκια. Ένα μ’κρό καλάθ΄ τούχιν ου θειος μ’ σ’ν άκρα κι διάλιγιν απ’ τα γαλίκια σταφύλια για φάγουμα κι τάβανιν μέσα για να τα πααίνου του βράδ΄ στ’ μάνα μ’. Άμα μάζουνάμι του πρώτου του φόρτουμα κι κινούσιν ου θειός μ’ για του σπίτ΄ για να του ρίξ΄ σην καρούτα, ιγώ μι του Βαγγιλάκ΄ τόσκαζάμι ως που να γυρίσ΄. Κυνηγούσαμι νυφίτσις κι πρασινουγκουστιαρέοι μι τα λάστιχα, μάζουνάμι κι έτρουγάμι τσάπουρνα κι μούρα απ’ τ’ς γκαγκζιές, κι έφκιανάμι γκλίστρα στου λάκκου ως που να βγει ου κώλους μας απ’ του πανταλόν΄. Άμα γυρνούσιν ου θειος μ’ μι τα άδεια τα γαλίκια, μας ίφιρνιν κι τουν ταβά μι τ’ς κιφτέδις μι κρουμίδ΄ στου φούρνου κι κάθουμάσταν όλ΄ κι έτρουγάμι. Ύστιρα πάλι χιρνούσαμι να μαζώνουμι κι να γιουμόζουμι τα γαλίκια ξανά κι ξανά ως που έπιφτιν ου ήλιους που έσουνάμι κι γυρνούσαμι.

Στου νουβουρό τ’ς θειας μ’ μας καρτιρούσιν η καρούτα ντίνγκα στα σταφύλια. Ανέβινάμι ουπάν ξυπόλτ΄ κι χιρνούσαμι να πατούμι τα σταφύλια. Όσ΄ ζγκούρ΄ είχαμι μαζώξ΄ όν΄ τηλ΄ μέρα στ’ Γαλαζιόπιτρα, γένουνταν χαρμάν΄ μι του μούστου του θιλό πότριχιν μέσα σην κουπάνα απ’ του κουφουτύλ΄ τ’ς καρούτας. Μια τα τσίπουρα, μια του μούστου, ου θειος μ’ μι σύστημα γιόμουζιν τα βαένια, ιτούτου του μ’κρό για μαύρου για τα Χρ’στούινα κι τ’ς απουκρές, ικείνου του τρανό για άσπρου για ’ν Πασχαλιά, του Μάη κι όλου του χρόνου, αγάλια αγάλια τα μοίραζιν κι σαν χιρνούσαν να χουρχουλάζ’ν χιρνούσιν να τραβάει πρώτα του άσπρου κ΄ ύστιρα αργότιρα του μαύρου. Ύστιρα απού μέρις οι γυναίκις τοίμαζαν, μι του μούστου που κρατούσαν, μουστόπτις μι καρύδια, σιουτζούκια μι καρύδια κι κυδώνια μέσα στου πιτμέζ΄. Ύστιρα, αργότιρα, έβραζαν τα τσίπουρα κι έβγαναν ρακί μιταβγαλμέν΄ για ιλιάτσ΄ κι για πρόφτασ΄.

***
Όλα αυτάϊα τ’ αδουκήθκα απόψι καθώς χίρσα να σκέφτουμι ποιος τα πλύν΄ φέτου ’ν καρούτα κι τα βαένια. Ου θειος μ’ ου Μήτσιους τα τα καταφέρ΄ μαναχός τ’; Απ’ όλου του σόι μας αυτός απόμνιν μαναχός τ’ π’ κρατάει ακόμα τ’ αμπέλι τ’. Όλα τ’ άλλα γίγκαν μπαϊρια. Μέχρι ιπέρσ΄ τουν βουηθούσιν η θεια μ’ η Λέν΄. Φέτους απόμνιν μαναχός τ’. Τώρα τα πεις: αρά είνι κι ου Θύμιους, κι η Χιουνία, η Όλγα, ου Τάσιους. Άμα χριστεί μπουρεί να ρθει κι ου Βαγγιλάκ’ς απ’ τουν Καναδά. Είνι κι τα μ’κρά. Τι μ’κρά; Γκουτζιάμ παλιαντρέοι γίγκαν, κι όλα σιρκά. Ί, είπα ύστιρας μαναχός μ’, ας μη στιναχουριούμιστι ρα. Άμα μι στείλ΄ ου Μήτσιους τα Χρ’στούινα τ’ μιαν ικατό τ’ μπότσα του ρακί μι του Μπήτια, τα πω πως τα κατάφιριν κι φέτου. Κι κάτ΄ μι λέει ιμένα πως φέτου τα μι στείλ΄ κι μιταβγαλμέν΄.

Μία φωτογραφία, των, Από δεξιά Ι. Βανίδη, Ι. Κορκά και Στράτο Ηλιαδέλη. Μετά την παρουσίαση Βιβλίο μου στο σύλλογο Κοζανιτών Θεσσαλονίκης. Και οι τρείς κατά την Κοζανίτικη λαλιά «παλιές καραβάνες».