Κάτω απ’το τεράστιο καμπαναριό της εκκλησίας.
Στην παγωμένη έρημη πλατεία.
Με το πορφυρό χρώμα,
το ζωγραφισμένο απ’ την Ανατολή του Ήλιου.
Στέκομαι μόνος.
Με τα πόδια ξύλινα χωμένα μέσα στο άπατο χιόνι.
Με χέρια τρεμάμενα μελανά
έρμα παρατημένα στη λύσσα του χειμωνιάτικου αγέρα.
Μα νιώθω ένα μήνυμα ναρχεται.
κάπου απ’ τα βάθη του περασμένου αιώνα.
Σαν μικρός μακεδονομάχος,
θρονιάζομαι εξαντλημένος στο θρόνο του χιονιού.
Σαν τον Παύλο του αγώνα
να γράψω γράμμα στη δική μου Ναταλία.
Ξέρω τί θέλω να της γράψω.
Δεν ξέρω αν θέλει να της το γράψω.
Πως θέλω να την περιμένω.
Πάνω στο πέτρινο γιοφύρι του Αρτζή.
Μα φοβάμαι πως δεν θα ρθει.
Μεθυσμένη απ’ την πορφύρα που κεντάει
σαν μια αρχαία κροκοσυλλέκττρια
απ’ το μακρινό Ακρωτήρι της ταλαίπωρης Θήρας.
Και να ρθει δεν θα το βρει.
Πνιγμένο μέσα στην μαυρίλα της ασφάλτου.
Χαμένο μέσα στο σάπιο μυαλό
του πολιτικάντη εκτελεστή όπως είναι.
Δεν θα ρθει η δική μου Ναταλία.
Κι εγώ παγωμένος θα γίνω χιονάνθρωπος
Σκοτωμένος απ την προσμονή.
Εκτελεσμένος απ την νοσταλγία.
Τρίκαλα 4/1/2021
ΚΑΠΟΥΛΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
«ΒΑΡΝΑΛΗΣ»


















