συνέχεια
Στο Σούμπασι.
Επόμενος σταθμός μας ήταν το Σούμπασι ή ελληνιστί οι Απελλαδάτοι. Η
καταγωγή των κατοίκων ήταν από τη Μάνη, γεγονός που τους έκανε πολύ
περήφανους. Αναζητώντας πληροφορίες στα αρχεία του Ινστιτούτου
Μικρασιατικών Σπουδών, διάβασα πως όταν ρωτούσαν τους κατοίκους από
πού κατάγονταν, απαντούσαν: «απέ την Ελλάδα». Έτσι λοιπόν, προέκυψε το
ελληνικό όνομα του χωριού, Απελλαδάτοι.
Το Σούμπασι, ανήκε στην υποδιοίκηση του Μιχαλιτσίου και εκκλησιαστικά
στη Μητρόπολη της Νικομήδειας, όπως άλλωστε όλα τα Πιστικοχώρια.
Πριν το 1922, στο Σούμπασι κατοικούσαν 160 οικογένειες Ελλήνων, με πιο
μεγάλο – περίπου τριάντα οικογένειες – το πατριαρχικό σόι των
Καβουνίδηδων ή αλλιώς Καούδια ή Καβούδια. Μεγάλο σόι, το οποίο όλοι
στο χωριό αγαπούσαν και σέβονταν.
Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία, την
κτηνοτροφία, και παρήγαγαν πολλά κηπευτικά, όπως κρεμμύδια, αλλά και
γαλακτοκομικά προϊόντα.
Ο πλούσιος κάμπος του Μιχαλιτσίου ή Καρατζάμπεη τους βοηθούσε να έχουν
πλούσιες παραγωγές, τις οποίες διέθεταν στις αγορές των μεγάλων πόλεων
της περιοχής.
Υπήρχαν και κάποιοι στους οποίους δεν άρεσε η γεωργία, και αυτοί ήταν
αρκετοί, ασχολούνταν με μια άλλη επικερδή απασχόληση, την αλιεία
ψαριών και καραβίδων από τη λίμνη της Απολλωνιάδας.
Η γλώσσα τους είχε κάποιους ιδιωματισμούς, που τους έκανε να
ξεχωρίζουν από τους κατοίκους των άλλων χωριών. Σε κάθε λέξη πρόσθεταν
τη συλλαβή «να», με αποτέλεσμα να τους αποκαλούν κοροϊδευτικά
«νανάδες». Η ιδιαιτερότητα αυτή γίνεται φανερή και στο παρακάτω
Χριστουγεννιάτικο τραγούδι:
«Τώρα χριστιανό Χριστονόνεννα, τώρα χριστονός γιγενέται,
στο μέλι κι αν αναγεννήθη, στο γάλα κι αν εθράφη.
Το μέλιν Παναγή στους ανάρχοντας και κηρίανα στους Αγίους.
Κι εδώ ναι Χριστιανός κι εκεί ‘ναι χριστιανός κι εδώ είναι χαρανά
μεγάλη, κι εκεί που εκοιμήθη ο Χριστός, χρυσόν δεντρίν έτσι βγενήκε.»
Για την εκλογή του μουχτάρη, μαζεύονταν στο καφενείο του χωριού και
επέλεγαν έναν πλούσιο άνδρα, ο οποίος ήταν επί κεφαλής των προκρίτων –
αζάδων, με τους οποίους διοικούσε το χωριό. Δεν ήταν εύκολο το έργο
τους. Απαιτούσε διπλωματία, εξυπνάδα και γνώση των προβλημάτων του
χωριού.
Επιπλέον είχε την αρμοδιότητα να ορίζει από το προσωπικό του
περιβάλλον τον Πρωτόγερο, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη φιλοξενία των
Τούρκων επισκεπτών.
Το Σούμπασι διέθετε δυο εκκλησίες. Η πιο παλιά βρισκόταν έξω από το
χωριό, μέσα στο δάσος και ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο. Η άλλη,
είχε κτιστεί το 1888 και ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Χαράλαμπο.
Κατά τον εορτασμό τους, διοργανώνονταν πανηγύρια με πολύ τραγούδι και
φαγοπότι. Πραγματοποιούνταν επίσης, παλαίστρες με τη συμμετοχή των
παλικαριών και από τα γύρω ελληνικά χωριά.
Την παραμονή των αγώνων η εκκλησιαστική επιτροπή, με συνοδεία οργάνων,
γύριζε όλες τις γειτονιές του χωριού και μάζευε δώρα τα οποία θα
προσφέρονταν στους νικητές.
Την επόμενη μέρα γινόταν περιφορά της εικόνας του Αγίου που γιόρταζε,
αρχιερατική Θεία Λειτουργία και αρτοκλασία.
Οι παλαιστές φορούσαν ένα δερμάτινο παντελόνι, το Κιοσπέρτ, καi πριν
τον αγώνα άπλωναν σε όλο τους το σώμα λάδι για να ξεγλιστρούν.
Ανάλογα με το βάρος τους χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες:
ΜΠΑΣ : πρωτοπαλαιστής, ο οποίος για τη νίκη του έπαιρνε έναν ταύρο ή
μοσχάρι ή χρηματικό ποσό.
ΟΡΤΑ : δεύτερη κατηγορία με έπαθλο ένα πρόβατο.
ΚΙΤΣΙΚ ΟΡΤΑ : τρίτη κατηγορία με έπαθλο ένα αρνί.
Νικητής ανακηρυσσόταν κανείς στις εξής περιπτώσεις:
Α. Αν γύριζε τον αντίπαλο ανάσκελα και ακουμπούσε την πλάτη του στο χώμα.
Β. Αν τον γύριζε τούμπα και με την πλάτη του στο χώμα.
Γ. Αν τον τέντωνε μπρούμυτα με χέρια και πόδια και αναγκάζονταν να
παραδοθεί λέγοντας «πέστ ολντού», ή αν τον χτυπούσε με την παλάμη στην
πλάτη που σήμαινε την παράδοση.
Δ. Τέλος, εθεωρείτο κάποιος νικητής αν σήκωνε τον αντίπαλό του ψηλά στον αέρα.
Μετά από τους αγώνες, συνέχιζαν το γλέντι μέχρι πρωίας, τρώγοντας,
πίνοντας και τραγουδώντας…
«Πανηγυρίτσι γίνονταν στον Άγιο Κωνσταντίνο.
Όλ’ έτρωγαν, όλ’ έπιναν κι όλοι παρακαλούσαν
να μην έρθει ο Τσαμαϊδός χαλάσ’ το πανηγύρι.
Κι ακόμη ο λόγος κράταγε κι η συντυχιά βαστούσε,
να κι ο Τσαμαϊδός που έρχεται με εξήντα δυο παλαίστρες.
Δέντρο κρατά στο χέρι του, νίσκιο στην κεφαλή του,
σαράντα αράδες ο χορός κι εξήντα δυο παλαίστρες.
Ποιος έχει στήθος μάρμαρο και πλάτες σιδερένιες
να ξήβει να παλέψουμε σε μαρμαρένιο αλώνι;
Πετάγεται της χήρας γιος μέσ’ απ’ το τζουμαγιέτι (πανηγύρι).
Γω έχω στήθος μάρμαρο και πλάτες σιδερένιες.
Απ’ το πουρνό σαν πιάστηκαν, απ’ το πουρνό ως το γιόμα,
κι όπ’ έπιανε ο Τσαμαϊδός τα ρυάκια αίμα τρέχαν,
κι όπ’ έπιανε της χήρας γιος, τα όρνια κριάς χορταίναν.
Μάνα νερό, λίγο νερό να πιω ν’ απαγανιάσω.
Βάζει στο μαστραπά νερό και στο γυαλί φαρμάκι,
δίνει νερό στον Τσαμαϊδό και το φαρμάκ’ στο γιο της.
Απ’ τα μαλλιά την άρπαξε, στα μάρμαρα την κρούει.
Να μάνα μ’ το νερό σ’ νερό, να και τον αγαπτικό σου.»
Το ίδιο τραγούδι το τραγουδούσαν και στην Πελοπόννησο με διάφορες
παραλλαγές. Το σχολείο του χωριού είχε κτιστεί το 1912 και δίπλα του
ήταν το Αδελφάτο, όπου φιλοξενούνταν οι Τούρκοι επισκέπτες. Στο
σχολείο οι λίγοι μαθητές διδάσκονταν Ιερά Ιστορία, Ψαλτική, Απόστολο
και Αρχαία Ελληνικά.
Ο δρόμος που ακολουθήσαμε για να φθάσουμε στο Σούμπασι είχε τα μαύρα
του τα χάλια. Το αμάξι του Μουσταφά υπέφερε και ο ίδιος κάθε τόσο
ψιλομουρμούριζε.
«Υπομονή Μουσταφά, όπου να ’ναι θα φθάσουμε, καρντεσί μ’. Τι να
κάνουμε το μουσαφιρλίκι είναι ζόρι και όλοι πρέπει να το υπομένουμε>>,
τον πείραζα.
Μπαίνοντας στο χωριό, πεζοί περαστικοί κάτοικοι που κατάλαβαν ότι
είμαι Έλληνας, μου έδειξαν τα ερείπια μιας εκκλησίας. Είχε καταστραφεί
ολοσχερώς και μόνο οι πολλές μαζεμένες πέτρες φανέρωναν την ύπαρξή
της.
«Στο χώρο αυτό θα χτίσουμε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο για τους νέους του
χωριού», είπε ο πρόεδρος, τον οποίο συναντήσαμε στο καφενείο. Το χωριό
μας έχει 1500 κατοίκους και είναι κυρίως γεωργοί και κτηνοτρόφοι.
Παράγουμε παντζάρια, φασόλια, ρεβίθια και κάθε είδους ζαρζαβατικά.
Όταν ήρθαν οι γονείς μας από τα χωριά της Δράμας και του Λαγκαδά,
βρήκαν το χωριό καμένο από φωτιά που είχαν ανάψει οι Έλληνες
στρατιώτες. Δεν είχε απομείνει τίποτε, ούτε η εκκλησία, ούτε το
σχολείο. Όλα είχαν καεί και οι γονείς μας έχτισαν το χωριό από την
αρχή.
Πράγματι στο Σούμπασι, δεν υπάρχει ούτε ένα παλιό ελληνικό σπίτι. Και
τα καινούργια όμως που έκτισαν, είναι απεριποίητα, χωρίς σοβάδες, με
μεγάλες αυλές που τις …ομορφαίνουν οι σωροί από κοπριές. Οι δρόμοι στο
ίδιο μοτίβο, κακοφτιαγμένοι και σκαμμένοι.
Στους Αγινάτους.
Μετά από μία πολύ σύντομη ανάπαυλα, φύγαμε για τους Αγινάτους ή
Ικίζτσε, όπως είναι γνωστό το χωριό ακόμα και σήμερα.
Πλησιάζοντας στους Αγινάτους, το βλέμμα μου σταμάτησε στην πλαγιά, τα
Κάγκελα, που ήταν κτισμένο το παλιό χωριό. Παρατήρησα και τις δύο
κορυφές του Ικίζ Τεπέ, που ήταν πανομοιότυπες, σαν δίδυμες, δίνοντας
έτσι και το όνομά τους στο χωριό, Ικίζτσε.
«Αυτά Γιώργη, όταν τα έβλεπα με θύμιζαν περισσότερο γυναικείο στήθος»,
μου είχε πει χαμογελώντας πονηρά, ο μπάρμπα Χρήστος από το Ψυχικό
Σερρών.
Δεν άλλαξαν καθόλου. Τόσα χρόνια πέρασαν, αλλά παραμένουν τα ίδια
τροφαντά γυναικεία στήθη. Μόνο το χωριό άλλαξε την τοποθεσία του.
“Τη μία κορυφή, την αποκαλούσαμε Καγιά, διότι είχε πολλές μεγάλες
πέτρες. Στην άλλη είχαμε δώσει το όνομα του Αγίου Δημητρίου, διότι
σύμφωνα με την παράδοση, που κρατούσε πολλά χρόνια, ανήμερα της
γιορτής του, οι κάτοικοι του χωριού έβλεπαν πολλές φορές τον Άγιο να
καλπάζει πάνω στην κορυφή με το άλογό του. Γι’ αυτούς που δεν
πίστευαν, υπήρχαν άθικτες οι πατημασιές του αλόγου, που επιβεβαίωναν
του λόγου το αληθές».
Για τους Αγινάτους, ο Γερμανός περιηγητής Φίλιπσον, στο έργο του
«Ταξίδια και ανακαλύψεις στη Δυτική Μικρά Ασία», αναφέρει ότι
κατοικούνταν από Μανιάτες που είχε φέρει ένας μπέης για να
δημιουργήσει ληστοσυμμορίες.
Μια ακόμη γραπτή πληροφορία είχε βρεθεί σε ένα παλιό μνημείο της
Απολλωνιάδας και ανέφερε:
«Ήλθομεν με το γέροντά μου Άγιον Τιμόθεον εις την Απολλωνιάδα και
αύριο αναχωρούμε για τους Αγινάτους. Γράφω εγώ, ο Παναγιώτης, από το
Κατιρλή 1602».
«Στο χωριό μου, συνέχισε ο μπάρμπα Χρήστος, υπήρχαν πολλοί μαχαλάδες,
οι οποίοι πήραν τα ονόματά τους από τα σόγια που κατοικούσαν παλιότερα
εκεί.
Για παράδειγμα, Παίσογλου μαχαλάς, Μπακόγλου μαχαλάς, Μπαλτσόγλου μαχαλάς.
Κάθισα μια μέρα Γιώργη, και κατέγραψα όλα τα τοπωνύμια του χωριού,
τουλάχιστον όσα θυμήθηκα: Κουριά, Μαντριά, Αϊ Παρασκευή, Μυλόπετρες,
Βρωμυνάτ, Κούκοδες, Αλεπούτρυπες, Τσάια, Παλιάμπελα, Αϊ Μαρίνα,
Τσεσμέδες, Καρατράχες, Ιντζιρλής, Καλής μας, Μπαϊρια, Αγρή Μπάς,
Μπαϊκούς Καγιάς, Αρή Καγιάς, Ανεμόμυλος, Μεγαλάκκος, Αϊ Άννα,
Μισοτράχωνα, Ασπριές, Κυδωνιάς το οργιάκι, Βατσινούδια, Θερμπί,
Στραβολουριά, Λευκούδια, Αγιασματούδια, Συκόγεια, Πυκνά δέντρα, Αϊ
Γιώργης, Χριστού Πηγάδια, Ραχώνια, Κάγκελα, Βαραδάδες, Πητρούδια,
Πασαπορτλή Τσεσμές, Λαθηρίστρες, Βασιλιός πάτοδες, Νησούδ και
Παλιουρωτή.
Γύρω στο 1900, έλεγε ο πατέρας μου, ήρθαν στην περιοχή Τούρκοι από τη
Βουλγαρία και το τουρκικό κράτος τους έδωσε κτήματα για να κτίσουν το
χωριό τους με το όνομα Ορχάνιε.
Αυτοί θέλησαν με πονηριά να αποκτήσουν και άλλα κτήματα που ανήκαν σε Έλληνες.
Οι τελευταίοι ξεσηκώθηκαν και επακολούθησαν συμπλοκές στις οποίες
σκοτώθηκαν δυο- τρεις Τούρκοι. Για να μη ξεσηκωθούν και τα άλλα
ελληνικά χωριά, ο βαλής της Προύσας, όρισε τα σύνορα στον τόπο της
συμπλοκής, δίπλα στο Αγίασμα Θερμπί.
Η πανέμορφη εκκλησία μας ήταν αφιερωμένη στη Χάρη του Αγίου Ιωάννη του
Θεολόγου και ήταν κτισμένη βορειοδυτικά του χωριού. Την είχε κτίσει το
1896 ένας σπουδαίος μάστορας, το όνομα του οποίου μου διαφεύγει.
Αυτός, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, εγκαταστάθηκε στο χωριό μας,
το Ψυχικό Σερρών και έκτισε την καινούργια εκκλησία μας. Οι παλιοί
έλεγαν ότι είχε κτίσει δώδεκα εκκλησιές, όσα ήταν και τα Ευαγγέλια.
Οι συγχωριανοί μου ήταν πολύ θρησκευόμενοι άνθρωποι, γεγονός που
επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη πολλών παρεκκλησιών και Αγιασμάτων.
Το παλαιότερο από τα Αγιάσματα ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Θεόδωρο. Τα
μικρά παιδιά που είχαν προβλήματα στην άρθρωση λόγου, πήγαιναν με τους
γονείς τους στο Αγίασμα και έπιναν το αγιασμένο νερό που τους βοηθούσε
να θεραπευτούν. Η πίστη και η αγάπη προς το θεό μας βοηθούσε να
ξεπερνούμε τα προβλήματά μας και οι Άγιοι μας προστάτευαν και μας
θεράπευαν από τις κακοτοπιές.
Έτσι αν κάποιος είχε προβλήματα με τα μάτια του πήγαινε στο Αγίασμα
της Αγίας Παρασκευής, έπλυνε με το νερό τα μάτια και το πρόσωπό του
και θεραπευόταν.
Όποιος ήταν άρρωστος, πήγαινε στην εκκλησία, έπαιρνε την εικόνα του
Αγίου Ιωάννη και μαζί με τον παπά έκαναν παράκληση στον Άγιο στο
παρεκκλήσι του, που βρισκόταν 150-200 μέτρα έξω από το χωριό.
Θυμάμαι μια φορά που ήταν άρρωστος ο μικρός μου αδελφός, πήγαμε και
εμείς στο παρεκκλήσι. Ζητήσαμε τη βοήθεια του θαυματουργού Αγίου και
σε λίγες μέρες ο αδελφός μου θεραπεύτηκε.
Σε κάθε ελληνικό χωριό δεν έλειπε ένα παρεκκλήσι ή έστω ένα Αγίασμα
αφιερωμένο στον προστάτη των κατατρεγμένων, τον Άγιο Γεώργιο. Υπήρχε
και στο χωριό μας ένα μικρό εξωκλήσι με Αγίασμα αφιερωμένο στη μεγάλη
Χάρη του και τη μέρα της γιορτής του κάναμε μεγάλο πανηγύρι με
κουρμπάνια.
Το άλλο Αγίασμα, του Θερμπί – δεν ξέρω από πού πήρε το όνομά του – το
θυμάμαι μόνο από τις φασαρίες με τους Τούρκους του Ορχάνιε.
Στο κέντρο του χωριού δέσποζε το διώροφο σχολείο μας που είχε κτιστεί
το 1905. Στον επάνω όροφο ήταν οι αίθουσες διδασκαλίας και στον κάτω
ένα καφενείο και ένα παντοπωλείο.
Οι γονείς μου, όπως και όλοι σχεδόν οι κάτοικοι, ασχολούνταν με τη
γεωργία και την κτηνοτροφία. Τις αγορές και τις πωλήσεις των προϊόντων
τους, τις έκαναν την Κυριακή στην Απολλωνιάδα και την Πέμπτη στο
Μιχαλίτσι.
Η καταγωγή μας ήταν από τη Μάνη. Αυτό το είχα ακούσει πολλές φορές
στις συζητήσεις των μεγαλύτερων.
Άλλωστε οι ιδιωματισμοί που χρησιμοποιούσαμε ήταν διαφορετικοί από
αυτή των κατοίκων που ήταν δίπλα στην Προύσα. Εμείς τη μάνα τη λέγαμε
«μανά», τη γιαγιά «μανάκα», την κουνιάδα και τη μικρή αδελφή «πούλα».
Άσε που δεν ξέρω για ποιο λόγο μας αποκαλούσαν κλεφταράδες της Μάνης.
Όποιους και να ρώτησα γιατί μας κατονόμαζαν έτσι, απάντηση δεν πήρα.
Οι σχέσεις μας με τους Τούρκους, τουλάχιστον από τότε που θυμάμαι εγώ,
ήταν καλές. Όταν επικρατούσε ξηρασία στην περιοχή, έρχονταν στο χωριό
και παρακαλούσαν τον παπά να πάνε στο Αγίασμα του Αγίου Ιωάννη, που
τον πίστευαν πολύ, να κάνουν παράκληση στον Άγιο για να βρέξει.
Αυτό συνέβαινε συχνά. Όταν οι Τούρκοι έφθαναν σε απόγνωση, ζητούσαν τη
βοήθεια των Αγίων μας, διότι όπως έλεγαν … Αλλάχ μπίρ.
Θυμάμαι ακόμη την ημέρα των Φώτων, που ο παπάς έριχνε το Σταυρό για να
αγιασθούν τα νερά. Εμείς νεαρά παιδάκια, προσπαθούσαμε να ρίξουμε ο
ένας τον άλλον μέσα σε λάκκους με νερά και όταν το καταφέρναμε, ο
παθών σύμφωνα με το έθιμο, έπρεπε να κεράσει όλη την παρέα.
Την παραμονή της γιορτής του Αϊ Δημήτρη, όπως σε όλα τα Πιστικοχώρια,
γιορτάζαμε το έθιμο με τους Χατζηπαπάδες και τις Καντινάδες. Τα
παλικάρια του χωριού φορούσαν μεγάλες προβιές και στη μέση τους
κρεμούσαν μεγάλες κουδούνες.
Γύριζαν όλο το χωριό από σπίτι σε σπίτι, κάνοντας δυνατό θόρυβο,
χορεύοντας και τραγουδώντας. Οι νοικοκυρές τους έδιναν διάφορα τρόφιμα
και γλυκά, τα οποία χρησιμοποιούσαν στο βραδινό τσιμπούσι.
…Από μακριά έρχομαι,τα παιδιά δικά μου είναι,τα πρόβατα μου έχασα…
Δυστυχώς το χωριό μας λεηλατήθηκε το 1914 από τους Τσέτες και για
λίγο καιρό οι κάτοικοί του φιλοξενήθηκαν στην Τρίγλια και σε άλλα
μεγάλα ελληνικά χωριά.
Δε θα ξεχάσω επίσης ένα γεγονός που συνέβη το 1915. Είχε ξεκινήσει από
το χωριό Τσαμπάζοι και εξαπλώθηκε σε όλα τα ελληνικά χωριά.
Ένα κορίτσι ονειρεύτηκε ότι μια μεγάλη δύναμη την ώθησε να σφάξει ένα
πρόβατο και να το θυσιάσει σε ένα βωμό. Την επόμενη μέρα βρήκαν στους
δρόμους του χωριού ένα σφαγμένο πρόβατο μαζί με το μαχαίρι που είχε
χρησιμοποιήσει το κορίτσι στο όνειρό της.
Όταν η τρομαγμένη κοπέλα πήγε στην εκκλησία να προσκυνήσει την εικόνα
της Παναγίας, άρχισε να τρέμει. Τη στιγμή δε που προσκυνούσε, η εικόνα
σηκώθηκε και την κτύπησε.
Το γεγονός αυτό επαναλήφθηκε με τον ίδιο τρόπο και στα γύρω ελληνικά
χωριά, με διαφορετικά πρόσωπα.
Κράτησε έξι μήνες και οι γεροντότεροι έλεγαν ότι ήταν ένα προμήνυμα
για το μεγάλο κακό που θα επακολουθούσε με τον ξεριζωμό από τις εστίες
τους». Φθάσαμε στο Ικίζτσε και προχωρήσαμε προς το καφενείο που
βρισκόταν στο κέντρο του χωριού.
Ο Σεφέρ είχε ένα φίλο στο χωριό που έτρεξε να μας υποδεχθεί.
Ευγενέστατος ο Ισμέτ, μας κέρασε τσάι και κάλεσε στο τραπέζι μας τον
πιο ηλικιωμένο θαμώνα του καφενείου για να μας πει ότι ήξερε για το
χωριό.
«Είμαστε και εμείς πρόσφυγες από τα χωριά του Κιλκίς Ερέσελι, Καράνταγ
και Σέρσελι. Όταν ήρθαν οι πατεράδες μας στο χωριό, το πρώτο πράγμα
που αντίκρισαν, ήταν τα αποκαΐδια από τη φωτιά που είχαν βάλει οι
δικοί σας όταν το εγκατέλειψαν.
Κατέφυγαν στην Απολλωνιάδα, όπου παρέμειναν τέσσερα – πέντε χρόνια,
και μετά επέστρεψαν και έκτισαν το νέο χωριό, σε μικρή απόσταση από το
παλιό.
Σήμερα το Ικίζτσε, έχει 800 κατοίκους που ασχολούνται με τη γεωργία
και την κτηνοτροφία».
Η κτηνοτροφία… κάνει αισθητή την παρουσία της από την έντονη
δυσοσμία. Όσον αφορά τη γενική όψη του χωριού, δεν υπάρχει καμία
διαφορά από τα υπόλοιπα. Υπάρχει μία μεγάλη πλατεία, όπου δεσπόζει το
μεγαλοπρεπές τζαμί.
Κατά τα άλλα… απεριποίητοι δρόμοι και ασοβάντιστα σπίτια, ενώ τίποτα
δεν υπάρχει στο χωριό που να σου θυμίζει Ελλάδα.
Οι κάτοικοι του χωριού ευγενέστατοι και φιλόξενοι, σε αισθάνονται και
σε περιποιούνται σαν δικό τους άνθρωπο.
Φεύγοντας γύρισα και είδα πάλι τον Ικίζ Τεπέ και θυμήθηκα το Σερραίο
παππού, που παρομοίασε τις κορφές με γυναικεία στήθη. Πράγματι είχε
δίκιο, και δε χρειάζεται φαντασία για να το σκεφθείς, ίδια και
απαράλλαχτα. Το είπα στο Σεφέρ και χαμογέλασε.
«Λείπεις πολύ καιρό από το σπίτι και ο πεινασμένος καρβέλια ονειρεύεται!»
Αφήσαμε τους Αγινάτους με αυτήν την ωραία εικόνα και κατευθυνθήκαμε
για την Κήδεια ή Καράκοτζα. Οι πιο ηλικιωμένοι Τούρκοι την
αναγνωρίζουν και με το παλιό όνομα Κίντια.



















