Ο εορτασμός της Πρωτοχρονιάς στον τόπο μας, όπως και παντού άλλωστε, είναι άμεσα συνδεδεμένος με τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις που έχουν αποκτήσει τη μορφή εθίμων σε μια τόσο φορτωμένη με συμβολισμούς ημέρα. Ξεκινάει με ξενύχτι και τυχερά παιχνίδια όλο το βράδυ μέχρι το ξημέρωμα, περνάει στο «ποδαρικό», ευρύτατα διαδεδομένο σε όλον τον Ελλαδικό χώρο, συνεχίζει με τα Σούρβα, τα κάλαντα της Αρχιχρονιάς που αναγγέλλουν πανηγυρικά τον ερχομό του νέου έτους, και καταλήγει στην πίτα με το φλουρί το μεσημέρι όπου αναδεικνύεται ο τυχερός της χρονιάς.
ΡΕΒΕΓΙΟΝ ΚΑΙ ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ
Καθώς η Κοζάνη δεν διέθετε και πολύ εύφορο έδαφος που θα βοηθούσε σε μια σημαντική αγροτική παραγωγή, οι κάτοικοί της επιδόθηκαν τουλάχιστον από έναν αιώνα πριν σε επαγγέλματα τα οποία συνήθως συναντάμε σε αστικές περιοχές, αναπτύσσοντας έναν ανάλογο τρόπο ζωής. Τα ξενύχτια και οι διασκεδάσεις σε «κέντρα» και σε ταβέρνες ήταν λοιπόν κάτι συνηθισμένο στην πόλη. Την πόλη όπου οι άνθρωποι γιόρταζαν και τον ερχομό της καινούργιας χρονιάς με ρεβεγιόν σε φιλικά σπίτια ή σε χώρους «κοσμικών» συγκεντρώσεων. Τρώγοντας, χορεύοντας και δοκιμάζοντας την τύχη τους στα χαρτιά. Για να πάει καλά η χρονιά.
Τα παιδιά, που έμεναν συνήθως στο σπίτι είτε υπό την επίβλεψη της γιαγιάς ή και μόνα τους από αρκετά μικρή ηλικία, ξεκινούσαν το δικό τους «ρεβεγιόν» από το απόγευμα παίζοντας σβούρα με φασόλια. Βάλετε όλοι, βάλε 1, 2, 3 ή 4, πάρε 1, πάρε 2, 3 ή 4 και το …τζάκποτ Πάρτα όλα! Τουλάχιστον 3-4 ώρες έστριβαν οι παίχτες το στέλεχος, η τύχη αποφάσιζε, και τα φασόλια άλλαζαν χέρια. Το πρωί εύρισκε τα πολύτιμα όσπρια- μάρκες στο τραπέζι, να περιμένουν τη μητέρα να γυρίσει από το δικό της ρεβεγιόν και να τα πετάξει αδίστακτα και νυσταγμένα. Χωρίς να τα εξαργυρώσει ποτέ.
Επίσης στα περισσότερα σπίτια με τον ίδιο μη τελετουργικό τρόπο πετιούνταν και τα Λαχεία Συντακτών που αγόραζε ο πατέρας για όλα τα μέλη της οικογένειας, ελπίζοντας πως θα τους ευνοούσε η τύχη στο πέρασμα από την παλιά χρονιά στην καινούργια. Ευτυχώς ακολουθούσε το ρεβεγιόν για να τους παρηγορήσει για τις χαμένες ελπίδες.
ΠΟΔΑΡΙΚΟ
Εφόσον τα παιδιά που έλεγαν τα Σούρβα, τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς, ήταν κατά κανόνα οι πρώτοι επισκέπτες των σπιτιών, τους έκαναν και ποδαρικό ταυτόχρονα. Το επιδίωκε κι ο “νοικοκύρης του σπιτιού” μάλιστα. Ένα παιδί κουβαλούσε ό,τι πιο επιθυμητό για την περίσταση: νιάτα, ζωή, καλή υγεία, δύναμη. Οι σχετικές προλήψεις επέτασσαν να μην μπει πρώτος στο σπίτι εκείνη τη μέρα κάποιος γέρος ή χρεωμένος ή δυστυχισμένος ή το χειρότερο χαροκαμένος, και να φέρει κακή τύχη στην οικογένεια.
Υπήρχαν όμως και περιπτώσεις όπου οι ένοικοι προσκαλούσαν κάποιον που θεωρούσαν ιδιαίτερα τυχερό να τους κάνει ποδαρικό. Ή αν η προηγούμενη χρονιά τους είχε πάει πολύ στραβά, μηχανεύονταν τρόπους να προλάβουν τον «γρουσούζη» που τους σακάτεψε την περσινή Πρωτοχρονιά, φροντίζοντας να μπει άλλο πόδι πρώτο στο σπιτικό τους.
ΠΙΤΑ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΣ
Η Βασιλόπιτα στην Κοζάνη δεν ήταν γλυκιά και δεν κόβονταν στο γύρισμα του χρόνου, τουλάχιστον μέχρι και τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Ήταν μια πίτα με πλαστά φύλλα, με γέμιση κυρίως κιμά, ένα φαγητό πλούσιο και χορταστικό, ό,τι χρειαζόταν για να αρχίσει πλουσιοπάροχα η καινούργια χρονιά, και με μαγικό και ομοιοπαθητικό τρόπο να εξασφαλιστεί μπόλικο και καλό φαγητό όλο το χρόνο. Την έκαναν οι νοικοκυρές από την παραμονή, έχωναν τον «παρά» συνήθως κάτω από τον κόθαρο, και την έστελναν στο φούρνο ή την έψηναν στη σόμπα της κουζίνας.
Την επομένη, «τ’ Αϊ-Βασιλιού» το μεσημέρι μαζευόταν όλη η οικογένεια γύρω από το τραπέζι και ο μεγαλύτερος άντρας της οικογένειας, πατέρας ή παππούς, έφερνε τρεις γύρους το «σνι», στη συνέχεια έκοβε την πίτα στα τέσσερα σχηματίζοντας έτσι ένα σταυρό, και κατόπιν χώριζε από ένα «φιλί» για τον καθένα με καθορισμένη σειρά: πρώτα για το Χριστό ή τον Αϊ-Βασίλη, σαφής απήχηση του πανάρχαιου αναθηματικού της ρόλου, ύστερα για το «βιο», επίκληση για ευετηρία και ευγονία, και τέλος ένα για κάθε μέλος της οικογένειας κατά σειρά ηλικίας. Χαρά μεγάλη για αυτόν ή αυτή που τύχαινε τον «παρά», ευχές και φαγοπότι στη συνέχεια.
Μόλις τελείωνε το γεύμα, η μάνα «εξαγόραζε» τον παρά για να τον ξαναφυλάξει ως την επόμενη χρονιά στα εικονίσματα ή σε κάποιο άλλο σίγουρο μέρος γιατί ήταν συνήθως ένα χρυσό ή ασημένιο νόμισμα, με στιλπνό και λαμπερό χρώμα, ώστε να είναι αντιβασκάνιο. Γι’ αυτό και χρησιμοποιούσαν κάποιο χρυσό φλουρί ή κάποιο ασημένιο τούρκικο κέρμα, που αποτελούσε παλιό οικογενειακό κειμήλιο και έπρεπε φυσικά να ξαναμπεί στη θέση του.
Εδώ και δυο – τρεις δεκαετίες πάντως, στην πόλη επικράτησε η συνήθεια να κόβεται και γλυκιά πίτα τα μεσάνυχτα αφού μπει ο καινούργιος χρόνος, χωρίς όμως αυτό το καινούργιο έθιμο να εκτοπίσει το παλιό σε σπουδαιότητα. Είναι χαρακτηριστικό το ότι στην συνηθισμένη ερώτηση της ημέρας «Σε ποιον έπισιν ου παράς;» είναι αυτονόητο πως η αναφορά γίνεται στην πίτα που κόβεται το μεσημέρι της πρωτοχρονιάς. Η βαρύτητά της εξάλλου τονίζεται κι από το γεγονός ότι σε κείνη βγαίνουν κομμάτια και για τους ξενιτεμένους της οικογένειας.
Η σημερινή πρωτοχρονιάτικη εικόνα με την οικογένεια γύρω από την Αγιοβασιλιάτικη πίτα δεν έχει αλλάξει πολύ, εξωτερικά τουλάχιστον. Αυτό που κυρίως λείπει είναι η λαχτάρα για το καλό φαγητό μιας ξεχωριστής ημέρας. Τη θέση της έχει πάρει η νύστα και η βαρυστομαχιά κυρίως των μεγάλων που, έχοντας γυρίσει τις πρωινές ώρες από τα μαγαζιά και τις ταβέρνες, δε βλέπουν την ώρα να παν να μισμιριάσν…
Άιντι καλή χρονιά!
Από fb: Κοζάνη: Μνήμες, Αναμνήσεις & Εικόνες – Kozani/Ματίνα Τσικριτζή Μόμτσιου


















