Τακτοποιήσαμε, ανά φύλλο και ηλικία, αρκετές τσάντες με ρούχα που φτάνουν στο κλειστό της Λευκόβρυσης.

Αλλού τα παιδικά, αλλού τα ανδρικά, αλλού τα γυναικεία. Ατελείωτα είναι…Οι νέοι κάτοικοι του κλειστού γυμναστηρίου έρχονται συγκεκριμένες ώρες και προμηθεύονται ρούχα και παπούτσια. Μια ηλικιωμένη χτυπάει τη πόρτα, της ανοίγω και μου δείχνει τα χέρια της. Καταλαβαίνω ότι θέλει γάντια. “Κορίτσια που είναι τα γάντια; Είδατε κάπου γάντια;” Κάνουμε μία βουτιά σε ένα σωρό από σκουφιά και κασκόλ και βρίσκουμε ένα ζευγάρι μαύρα γάντια. Της τα έδωσα..Δε θυμάμαι το βλέμμα της…ντράπηκα να την κοιτάξω στα μάτια..Διαπίστωσα ότι απέφευγα την βλεμματική επαφή..Μου πήρε αρκετή ώρα να συνηθίσω. Συνηθίζεται άραγε αυτή η κατάσταση; Ένας μικρός γύρω στα 10, μου δείχνει κουνώντας το χέρι πέρα δώθε και κάνοντας τον ήχο του αυτοκινήτου, πως θέλει ένα αυτοκινητάκι να παίξει. Τα παιδιά είναι παιδιά και χρειάζονται τα παιχνίδια για να ξεφύγουν από την σκληρή πραγματικότητα στην οποία ζουν. Στείλτε παιχνίδια, κούκλες, αμαξάκια, λούτρινα για τα πιο μικρά.

Αργότερα πήγαμε στο σταντ για το γάλα. Έρχονται λίγα λίγα τα πιτσιρίκια. Καταφθάνουν χωρίς τη συνοδεία των γονιών. Ξέρουν πως το πίνουν. Τα μεγαλύτερα παιδιά περικυκλώνουν το τραπέζι. δείχνουν, φωνάζουν, απαιτούν όλα μαζί. Τα βάζω σε μία σειρά. Τα πιτσιρικάκια όμως των 3-4-5 χρονών, στέκονται καρτερικά στην ουρά που έκαναν μόνα τους και περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους. Δείχνουν με τα μικρά τους δαχτυλάκια, πόσες κουταλιές ζάχαρη θέλουν. Ένας μπόμπιρας που έχει φύγει από την ουρά, με τραβάει από το μπουφάν. Θέλει άλλη μία κουταλιά ζάχαρη.
Ματάκια μου…πόση ζάχαρη χρειάζεται για να γλυκάνει τη ζωή σου…

Μαρία Πατσιαλίδου