Στον αέρα βρίσκεται η μετακίνηση κοπαδιών από περιοχές της Λάρισας και του Τυρνάβου προς τη Δυτική Μακεδονία, καθώς τα νεότερα επιδημιολογικά δεδομένα για την ευλογιά των αιγοπροβάτων οδηγούν το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων σε επανεξέταση του σχεδιασμού. Πηγή του ΥπΑΑΤ που μίλησε στα Μακεδονικά Νέα αναφέρει ότι το θέμα παραμένει «υπό εξέταση», με τις νέες θετικότητες σε Πιερία και Λάρισα να λειτουργούν ανασχετικά για οποιαδήποτε απόφαση μετακίνησης.

Το ζήτημα αφορά κυρίως μετακινούμενους κτηνοτρόφους της Δυτικής Μακεδονίας, οι οποίοι ξεχειμώνιασαν στη Θεσσαλία και πρέπει να επιστρέψουν στους θερινούς βοσκότοπους. Ο Αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας Πασχάλης Χαρούμενος, μιλώντας στα Μακεδονικά Νέα περιγράφει την πίεση που δέχονται οι κτηνοτρόφοι, αλλά και τον φόβο των τοπικών κτηνιατρικών υπηρεσιών για πιθανή μεταφορά της νόσου σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας που παραμένουν «καθαρές».

Κεντρικό σημείο στις επισημάνσεις του κ. Χαρούμενου είναι και το αίτημα για στήριξη των κτηνοτρόφων με ζωοτροφές, ώστε να αποφευχθούν οι μετακινήσεις όσο παραμένει ο κίνδυνος διασποράς της ευλογιάς.

Όπως αναφέρει, από τον Νοέμβριο είχε ζητήσει να δοθεί ενίσχυση ενός ευρώ ανά ζώο την ημέρα, προκειμένου οι κτηνοτρόφοι να κρατήσουν τα κοπάδια τους στις εκτροφές και να μην αναγκαστούν να επιστρέψουν στους θερινούς βοσκότοπους της Δυτικής Μακεδονίας. «Το καλύτερο ήταν να αποζημιωθούν και να μη μετακινηθεί κανένας», σημειώνει, τονίζοντας ότι χωρίς αυτή τη λύση οι κτηνοτρόφοι βρίσκονται σε απόγνωση, καθώς καλούνται να ταΐσουν για μήνες, ζώα που είναι μαθημένα να βγαίνουν στα βουνά.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόβλημα είναι εντονότερο στα Γρεβενά και στο Βόιο, όπου κατευθύνονταν κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες ζώα. Όπως είχε δηλώσει, περίπου 40.000 ζώα ανέβαιναν προς τη Σαμαρίνα και περίπου 30.000 προς τον Δήμο Βοΐου, ενώ συνολικά οι μετακινήσεις στην Περιφέρεια έφταναν περίπου τις 100.000 ζώα. Το δίλημμα, όπως το περιγράφει, είναι ασφυκτικό καθώς από τη μία, οι τοπικές υπηρεσίες και οι κτηνοτρόφοι των «καθαρών» περιοχών φοβούνται τη διασπορά της νόσου, ενώ από την άλλη οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι δεν μπορούν να κρατήσουν τα ζώα χαμηλά χωρίς οικονομική στήριξη.

Από την πλευρά του ΥπΑΑΤ, η εικόνα εμφανίζεται πλέον πιο επιφυλακτική σε σχέση με την προηγούμενη εβδομάδα. Όπως αναφέρει πηγή του υπουργείου στα Μακεδονικά Νέα, αρχικά υπήρχε πρόθεση να εξεταστούν ορισμένες μετακινήσεις υπό αυστηρές προϋποθέσεις, όμως η εμφάνιση νέων θετικοτήτων αλλάζει τον σχεδιασμό.

«Εκεί που ήμασταν κάπως ήσυχοι για κάποιες περιοχές, ξαφνικά έχουμε πάλι θετικότητα στην Πιερία, εμφανίζεται και η Λάρισα και υπάρχουν υποψίες και από αλλού», αναφέρει η ίδια πηγή, τονίζοντας πως τα νέα δεδομένα θα ληφθούν υπόψιν πριν την οποιαδήποτε απόφαση.

Η αρχική πρόθεση του υπουργείου ήταν να περάσει στο επόμενο βήμα, εξετάζοντας ελεγχόμενες μετακινήσεις σε περιοχές όπου θα μπορούσαν να τηρηθούν αυστηροί όροι βιοασφάλειας. Ωστόσο, οι νέες εστίες και οι υπό διερεύνηση ύποπτες περιπτώσεις φαίνεται πως μπορεί να «φρενάρουν» τη διαδικασία. Στο δε ερώτημα αν το θέμα των μετακινήσεων παραμένει ανοιχτό, η απάντηση είναι ότι η υπόθεση βρίσκεται ακόμη υπό αξιολόγηση.

Όσον αφορά το αίτημα για οικονομική στήριξη ώστε να καλυφθεί το κόστος ζωοτροφών, έχει τεθεί προς την ηγεσία του ΥπΑΑΤ, η οποία και θα κληθεί να αποφασίσει σχετικά, με τους κτηνοτρόφους να ζητούν την ενίσχυση για να μπορέσουν να κρατήσουν τα ζώα στις εκτροφές, εφόσον οι μετακινήσεις δεν επιτραπούν ή περιοριστούν αυστηρά.

Η βιοασφάλεια και οι ευθύνες στις εκτροφές

Κρίσιμος παράγοντας παραμένει η τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας, καθώς -σύμφωνα με καθηγητή Κτηνιατρικής ο οποίος μίλησε στα Μακεδονικά Νέα- χωρίς συμμόρφωση από τους κτηνοτρόφους, τα μέτρα δεν μπορούν να αποδώσουν.

«Φυσικά το περιμέναμε ότι με την άνοιξη θα υπήρχε μία έξαρση. Το θέμα είναι ότι περιμέναμε να υπάρχει και μια συμμόρφωση με τα μέτρα. Προφανώς, όμως, δεν συμμορφωνόμαστε», αναφέρει.

Το υπουργείο αναμένει τις προτάσεις της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, με το βάρος να πέφτει κυρίως στις περιοχές όπου το πρόβλημα των μετακινούμενων κοπαδιών είναι μεγαλύτερο. Μέχρι να ληφθεί τελική απόφαση, οι μετακινήσεις δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες.

Το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, καθώς από τη μία πλευρά βρίσκονται οι κτηνοτρόφοι που δεν μπορούν να σηκώσουν για πολύ το κόστος παραμονής των ζώων χαμηλά, ενώ από την άλλη, οι κτηνιατρικές αρχές φοβούνται ότι μια μετακίνηση από επιβαρυμένες περιοχές μπορεί να ανοίξει νέο κύκλο διασποράς της ευλογιάς στη Δυτική Μακεδονία.

Πάνω από 213 εκατ. ευρώ για τη στήριξη των πληγέντων κτηνοτρόφων

Στο ίδιο πλαίσιο, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων παρουσίασε χθες το πακέτο στήριξης που έχει δοθεί μέχρι τώρα στους κτηνοτρόφους που επλήγησαν από ζωονόσους. Απαντώντας στη Βουλή σε επίκαιρη ερώτηση, ο υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Αθανάσιος Καββαδάς ανέφερε ότι το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ξεπερνά πλέον τα 213 εκατ. ευρώ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, μόνο το 2025 ο κτηνοτροφικός κλάδος ενισχύθηκε με 187 εκατ. ευρώ, ενώ για το 2026 έχουν ήδη καταβληθεί πάνω από 26 εκατ. ευρώ σε αποζημιώσεις λόγω ευλογιάς και αφθώδους πυρετού. Από αυτά, 22,7 εκατ. ευρώ πληρώθηκαν σε 849 δικαιούχους για το πρώτο τρίμηνο του 2026 και ακόμη 3,6 εκατ. ευρώ σε 226 κτηνοτρόφους για την ευλογιά των αιγοπροβάτων. Ο κ. Καββαδάς ανέφερε επίσης ότι μόνο για τα ζώα που θανατώθηκαν έχουν δοθεί πάνω από 100 εκατ. ευρώ.

Ο υφυπουργός στάθηκε και στην κάλυψη της απώλειας εισοδήματος για παραγωγούς που δεν μπορούν να προχωρήσουν σε ανασύσταση ζωικού κεφαλαίου όσο οι νόσοι παραμένουν ενεργές. Όπως είπε, τον Δεκέμβριο του 2025 διατέθηκαν περίπου 28 εκατ. ευρώ για την κάλυψη απώλειας εισοδήματος, ενώ αναφέρθηκε και στην ενεργοποίηση ειδικού προγράμματος ενίσχυσης αγοράς ζωοτροφών, συνολικού ύψους 70 εκατ. ευρώ, καθώς και στην αναστολή φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων για τους πληγέντες κτηνοτρόφους.

Ο κ. Καββαδάς υπογράμμισε ότι η εφαρμογή των μέτρων για τις ζωονόσους δεν αποτελεί εθνική επιλογή, αλλά υποχρέωση που απορρέει από τον ευρωπαϊκό κανονισμό για τα λοιμώδη νοσήματα, με στόχο να αποτραπεί η μετάδοση της νόσου. Παράλληλα, τόνισε τη σημασία της άμεσης ενημέρωσης των κτηνιατρικών αρχών από τους παραγωγούς μόλις εμφανιστούν συμπτώματα στα ζώα, ώστε να γίνεται έγκαιρα η διάγνωση και να εφαρμόζονται αποτελεσματικά τα προβλεπόμενα μέτρα.

Πηγή: makedonikanea.gr