Δήμος Σερβίων | Τιμώντας την Αγία Θεοδώρα

Η Αγία Θεοδώρα, Βασίλισσα της Άρτας, γεννήθηκε στα Σέρβια και αποτελεί μια από τις σημαντικές μορφές της Ορθοδοξίας. Ως σύζυγος του Δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β’ Κομνηνού Δούκα, αφιερώθηκε στο έργο της φιλανθρωπίας και της πίστης, ενώ η προσφορά της στην Εκκλησία και την κοινωνία άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα.

Στον τόπο καταγωγής της, τα Σέρβια, η μνήμη της τιμάται με ευλάβεια.

Η Αγία Θεοδώρα υπήρξε παράδειγμα ταπεινότητας και δικαιοσύνης, στηρίζοντας όσους είχαν ανάγκη και προστατεύοντας την Ορθόδοξη παράδοση. Η ζωή και το έργο της εξακολουθούν να εμπνέουν, υπενθυμίζοντας τη δύναμη της αγάπης και της αφοσίωσης.

Νίκος Λεπίδας: Αγία Θεοδώρα, η βασίλισσα της Άρτας της εκ Σερβίων καταγομένης
(11 Μαρτίου)

«Οὐ δόξαν βασίλειον, οὐ τήν τοῡ κόσμου τερπνότητα,
Θεοδώρα πάνσεμνε, ἀλλά τήν μένουσαν δόξαν ἐπόθησας»
(ἀπό τήν Ἀκολουθία)

Μια πλειάδα αγίων της Εκκλησίας μας υπήρξαν βασιλείς, οι οποίοι υπερέβησαν την εγκόσμια δόξα και τον πειρασμό της εξουσίας και πολιτεύτηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου και προσάρμοσαν τη ζωή τους στη ζωή του Χριστού. Μια τέτοια αγιασμένη μορφή υπήρξε και η αγία Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας. Γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης, το 1210. Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιωάννης Πετραλίφας και ήταν σεβαστοκράτορας και διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η μητέρα της Ελένη ανήκε σε οικογένεια αριστοκρατών της Κωνσταντινουπόλεως. Η οικογένεια του πατέρα της ήλκε την καταγωγή του από την φημισμένη ιταλική οικογένεια των Πετραλίφα. Πρόγονός της υπήρξε ο Πέτρος di Alife, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην Α’ Σταυροφορία, τον 11ο αιώνα.

Ανάμεσα στα έτη 1224-1230 πέθανε ο πατέρας της και ανάλαβε την προστασία της ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός – Δούκας. Πληροφοριακά αναφέρουμε ότι την εποχή αυτή δεν υφίσταται η βυζαντινή αυτοκρατορία, αφ’ ότου την κατέλυσαν οι σταυροφόροι της Δ’ Σταυροφορίας (1204), αλλά κάποια βασίλεια – δεσποτάτα. Ένα από αυτά ήταν αυτό της Ηπείρου, που είχε πρωτεύουσα την Άρτα.

Οι Κομνηνοδούκες έφυγαν από την Κωνσταντινούπολη και ίδρυσαν το Δεσποτάτο της Ηπείρου, το 1204. Στα 1230 ο Θεόδωρος υπέστη ήττα από τους Βουλγάρους και γι’ αυτό αναγκάστηκε να παραδώσει την εξουσία στον ανεψιό του Μιχαήλ Β’, γιο του Μιχαήλ Α’ , ιδρυτή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο Μιχαήλ Β’ γνώρισε την νεαρή Θεοδώρα και εντυπωσιάστηκε από την σπάνια ομορφιά της και από την πνευματική της καλλιέργεια και γι’ αυτό αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο. Σύντομα παντρεύτηκαν και την ανέβασε ως βασίλισσα στο θρόνο του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Οι χάρες της δεν άργησαν να γίνουν γνωστές στο παλάτι και στο λαό της Άρτας, ο οποίος εκδήλωνε με κάθε τρόπο την αγάπη του για την ευσεβή βασίλισσά του.

Αν όμως ο λαός εκτιμούσε, θαύμαζε και αγαπούσε την Θεοδώρα, ο βάναυσος, σκληρόκαρδος και φιλήδονος Μιχαήλ την αποστρεφόταν, διότι η σεμνή και ευσεβής βασίλισσα δεν τον ακολουθούσε στις ατέλειωτες διασκεδάσεις και τις άκρατες φιληδονίες και απολαύσεις του. Μετά τη γέννηση του γιου τους Νικηφόρου, ο Μιχαήλ συνήψε σχέσεις με κάποια αρχόντισσα αρτινή, ονόματι Γαγγρινή, την οποία λίγο αργότερα την εγκατέστησε στο παλάτι και έκανε μαζί της δύο νόθους γιους.

Η Θεοδώρα, μη μπορώντας ν’ αντέξει την ταπείνωση και την προσβολή αυτή, αποφάσισε να φύγει από το παλάτι, εγκαταλείποντας τον θρόνο της στην ερωμένη του Μιχαήλ. Πήρε μάλιστα μαζί της και τον ανήλικο Νικηφόρο και έφυγε προς τα άγρια βουνά των Τζουμέρκων. Όπως αφηγείται ο βιογράφος της Θεοδώρας, κάποιος λόγιος μοναχός ονόματι Ιώβ, ο οποίος έζησε τον 17ο αιώνα, η αγία βασίλισσα, μαζί με το παιδί της τριγυρνούσε για πέντε ολόκληρα χρόνια στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου, ζώντας σε πλήρη ένδεια. Τρέφονταν με άγρια χόρτα και στεγάζονταν στις σπηλιές των βουνών. Μάλιστα ο βιογράφος της την αποκαλεί «λαχανευομένη», από τη μοναδική τροφή της άτυχης αρχόντισσας και του παιδιού της.

Παρ’ όλα τα βάσανά της ουδέποτε γόγγυσε κατά του Θεού και ούτε στιγμή έχασε τη βαθειά της πίστη στην πρόνοιά Του. Μετά από απίστευτες περιπέτειες, πέντε χρόνων, τη βρήκε κάποιος ενάρετος κληρικός, ο οποίος την περιμάζεψε στο χωριό Πρένιστα, το σημερινό ορεινό χωριό Κορφοβούνι της Άρτας. Εν τω μεταξύ έγινε γνωστή η εύρεση της βασίλισσας στον πιστό και ευλαβή λαό της Άρτας. Η χαρά των αρτινών μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε οργή κατά του μοιχού Μιχαήλ. Εξαγριώθηκαν οι υπήκοοί του και απαιτούσαν την άμεση επιστροφή της Θεοδώρας στο παλάτι και την αποκατάστασή της στον θρόνο της.

Στην αρχή ο Μιχαήλ αγνοούσε τη λαϊκή κατακραυγή, αλλ’ όταν διαπίστωσε πως δεν ηρεμούσαν οι εξαγριωμένοι αρτινοί, αναγκάστηκε να τη δεχτεί στο παλάτι, να την αποκαταστήσει στον θρόνο της και να διώξει τη μοιχαλίδα Γαγγρινή από τη βασιλική αυλή. Μια νέα σελίδα ανοίχτηκε τότε για την ευσεβή βασίλισσα. Μετά την περιπέτειά της, την οποία θεώρησε δοκιμασία από τον Θεό, άρχισε ένα πρωτόγνωρο θεάρεστο και φιλάνθρωπο έργο. Κατόρθωσε επίσης, με την προσευχή και την επιμονή της, να κάνει τον Μιχαήλ να μετανοήσει για την συζυγική του απιστία. Έκανε μαζί του άλλα τέσσερα παιδιά: τον Ιωάννη, τον Δημήτριο, την Ελένη και την Άννα και έζησαν τα υπόλοιπα χρόνια τους θεοφιλώς.

Ο Μιχαήλ, μάλιστα, για να εξιλεωθεί για τον έκλυτο βίο του και την αμαρτία της μοιχείας κατά της Θεοδώρας, έκτισε ονομαστές Μονές και λαμπρές εκκλησίες στην Άρτα, μνημεία μοναδικής τέχνης και ομορφιάς, τα οποία σώζοντα μέχρι σήμερα και προκαλούν το θαυμασμό μας. Συγκεκριμένα, ίδρυσε την Ιερά Μονή της Κάτω Παναγιάς, της οποίας κτήτορας φέρεται η Θεοδώρα, την Ιερά Μονή Παναγίας Βλαχερνών και την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου στην παλιά κάτω πόλη της Άρτας.

Σερβιων Φρουρος: 11 Μαρτίου η εορτή της ΑΓΙΑΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΩΤΙΣΣΑΣ
(Βίντεο-Κείμενο) του ιστότοπου CΕΡΒΙΩΝ ΦΡΟUΡΟC.

Η Θεοδώρα Πετραλίφαινα, Βασίλισσα της Άρτας και κατοπινή Αγία, γεννήθηκε και μεγάλωσε το 1210 μ.Χ. στα Σέρβια. Ήταν κόρη του Ιωάννου Πετραλίφα, σεβαστοκράτορος και διοικητού της Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Τη μητέρα της την έλεγαν Ελένη και καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια της Κωνσταντινούπολης (εικάζεται ότι είχε καταγωγή από τους Παλαιολόγους με βάση τους Ιστορικούς). Η μνήμη της τιμάται στις 11 Μαρτίου και είναι η πολιούχος της Άρτας.

Στις 23 Ιουνίου του 1968 έγινε η ανακομιδή του λειψάνου της στην πατρίδα της τα Σέρβια. Με τον τότε Αρχιμανδρίτη κ. Νικόλαο Δρόσο και τον Μητροπολίτη Σερβίων και Κοζάνης κ. Διονύσιο Ψαριανό πέντε Αρχιερέων και πλήθος κληρικών και πιστών πραγματοποιήθηκαν επίσης τα εγκαίνια του επισκοπίου Σερβίων, καθώς και του παρεκκλησίου προς τιμή της Αγίας Θεοδώρας που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτηρίου.

Δείτε το θέμα και στο http://cerbiwnfrouros.blogspot.com/2016/07/blog-post.html