Κόλιντρας

Μ’ αυτό το πνεύμα και την ατμόσφαιρα των προε¬τοιμασιών έφτανε η παραμονή του «κολιντρα». Μοσχο¬μύριζαν οι γειτονιές από τις κλούρες. Οι κανίστρες στα σπίτια ήταν γεμάτες φιλοδωρήματα. Στο «ίσιωμα» έξω απ’ τον Αϊ-Θανάση η κλαδαριά ήταν έτοιμη για φωτιά. Μετά το δείπνο και αφού η νύχτα είχε προχωρήσει αρκετά, όλο το χωριό ήταν εκεί. Λίγα δαδιά, λίγα ξερά κλαδιά από 3-4 μεριές κι έπαιρνε συγχρόνως φωτιά. Τα πριτσοβολήματα απ’ τα χλωρά πυξάρια, τα κέδρα και τα πεύκα ανακατεμένα με τον καπνό, τη φλόγα και τον βροντερό ήχο των χωριανών που τραγουδούσαν τα«Χριστούγεννα, Χριστούγεννα, τώρα Χριστός γεννιέται» και «κολιντρα, μπάμπω μ’, κολιντρα», αποτελούσαν μια ξεχωριστή εικόνα μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα. Όσο η φωτιά μεγάλωνε και οι πύρινες γλώσσες χάνονταν στον ουρανό και η πυρά καθόριζε την απόσταση του κό¬σμου από τη φωτιά, ο κύκλος του χορού μεγάλωνε και άπλωνε. Η διάθεση για συμμετοχή ολοένα αύξαινε, ο ένας παρέσυρε τον άλλο, ώσπου και οι πιο επιφυλακτι¬κοί έμπαιναν πια στον κύκλο της έκστασης. Όσο η φω¬τιά τροφοδοτούνταν με νέα πυξάρια, το πάθος αύξαι¬νε, η έκσταση κορυφώνονταν και ένας πραγματικά διο¬νυσιακός παλμός κατείχε το πλήθος, που ανάμεσα στα τραγούδια του κόλιντρα ανακάτευε και διάφορα άσε¬μνα, που σε άλλα μέρη τα έλεγαν τις Αποκριές. Κόν¬τευαν μεσάνυχτα και η κλαδαριά ακόμα έκαιγε, χωρίς φλόγες πια μα με σωρό από κάρβουνα. Ήταν ώρα για τον κόλιντρα. Απ’ το «ίσιωμα» του Αϊ-Θανάση ξεκινού¬σαν οι παρέες κι έπαιρναν τα σπίτια με τη σειρά, τρα¬γουδώντας τη Γέννηση του Χριστού και αναγγέλλοντας τον κόλιντρα:

Χριστούγεννα, Χριστούγεννα
Χριστούγεννα, Χριστούγεννα, τώρα Χριστός γεννιέται, γεννιέται και βαφτίζεται στους ουρανούς πηγαίνει. Κι όλα τ’ αγγέλια χαίρονται και τα δαιμόνια σκάζουν, σκάζουν και πλαντάζουν, γιατί ο Χριστός γεννιέται. Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του κόσμου.
Κόλιντρα, μπάμπω μ’, κόλιντρα
Κόλιντρα, μπάμπω μ’, κόλιντρα κι μένα, μπάμπω,κλούρα,να ‘ναι χοντρή, να ‘ναι τρανή, να ‘ναι ζαχαρωμένη.Κι αν δε με δώσεις κόλιντρα, δώσ’μου τη θυγατέρα σ’,να την τσιμπώ, να τη φιλώ, να με ζεσταίνει το βράδυ.
Τς μπάμπως τ’ θυγατέρα
Τς μπάμπως τ’ θυγατέρα θα τν πάνω πέρα-πέρα.θα τν κόψω με τ’μαχαίρα την τιμιότερα, τς μπάμπως τ’θυγατέρα
150. Ο Ντιληιάννης έπεσε
Ο Ντιληιάννης έπεσε κι βάρεσε στα… φρύδια και τουν… Κρουμμύδα φώναζε τουν πιτρώσει κρουμμύδια.
151. Λαγός πηδάει στα Κάψαλα
Λαγός πηδάει στα Κάψαλα και κρύβεται στο σβώλο… τνκυρά σ’… κι σένα…
Μετά το κάθε τραγούδι όλοι μαζί φώναζαν δυνα¬τά πολλές φορές «κόοολιντρα, κόοοολιντρα, κόοοολιντρα…», χτυπώντας τις τζιομπανίκες στο χώμα

Πλησιάζοντας στο κάθε σπίτι φώναζαν «Χρι¬στούγεννα, Χριστούγεννα» και χτυπούσαν την πόρτα με τις τζιομπανίκες. Αμέσως η νοικοκυρά, που είχε ακούσει ότι πλησιάζουν και τους περίμενε, άνοιγε την πόρτα και τους καλοδέχονταν λέγοντας «καλώς ήρθιτι, καλώς ήρθιτι, χρόνια πολλά, κοπιάστε». Εκεί¬νοι προχωρούσαν στο δωμάτιο με τ’ αναμμένο τζάκι και ξεζιαρνούσαν τη φωτιά με τις τζιομπανίκες φωνά¬ζοντας «Χριστούγεννα, Χριστούγεννα. Κόλιντρα, μπά¬μπω μ’, κόλιντρα» και έλεγαν πολλές ευχές για τα ζωντανά, τα σπαρτά, το Βίος γενικότερα, αλλά και για τους ίδιους τους νοικοκυραίους. Συνήθως ο μεγαλύ¬τερος της παρέας, ενώ με τη τζιομπανίκα χτυπούσε τα αναμμένα κάρβουνα της φωτιάς, τη γνωστή «ζιάρη», έλεγε τις ευχές:

«Ζιάρη πλια, ζιάρη κατσίκια, ζιάρη αρνιά. Να ζήσει η αφεντιά σας. Φέρουμι γεια, γεροσύνη κι χαρά. Αμπάρια μι τα στάρια κι τα καλαμπούκια, βαένια μι κρασί, δερμάτια μι τυρί. Νύφες, γαμπρούς. Φουράδες μι τα μπλάρια. Γιλάδες μι τα μασκάρια. Γίδες μι τα κατσίκια. Προυβατίνες μι τ’ αρνιά. Κλουσαριές μι τα πλια. Γρόσια μι του διρμόντ. Φλουριά μι του ταψί. Μπιρικέτι στου σπίτι.»

Γυρίζοντας έπειτα προς την παρέα έλεγε δυνατά «προύκα τσιτσιτσί κι κάτστι ούλοι καταή». Η νοι¬κοκυρά κατά ευχαρισχημένη από τις ευχές έλεγε «Κάτστι, κάτστι να κάτσν οι κλουσαριές» και αμέσως πήγαινε και έφερνε την κανίστρα ή το ταψί με τα «βελάγματα», όπως και λίγο αλάτι, και χα ‘ριχνε στο πάτωμα. Όλοι της παρέας ορμούσαν «Βελάζοντας» να πάρουν ότι θα ‘βρισκαν στο πάτωμα: καρύδια, αμύγ¬δαλα, ρεβίθια, στραγάλια, σύκα κ.τ.λ. Τέλος, παίρνοντας ο καθένας την κουλούρα, έλεγαν όλοι μαζί.
152. Σε τούτα σπίτια που ‘ρθαμε

Σε τούτα σπίτια που ‘ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει. Για βάλε το χεράκι σου στην αργυρή την τσέπη κι αν έχεις πέντε δώσε μας, κι αν έχεις δεκαπέντε, κι αν έχεις κίτρινο φλουρί, κέρνα τα παλικάρια. Κέρνα τα, αφέντημ’, κέρνα τα, να σε πολυχρονίσουν. Να ζήσεις χρόνους εκατό, ν’ασπρίσεις, να γεράσεις. Να γένεις σαν τον Όλυμπο, σαν τ’ άγριο περιστέρι.
Φώναζαν όλοι μαζί «Κόοοολιντρα κι τ’ χρόοοον». Τους απαντούσαν οι νοικοκυραίοι «κι τ’ χρόοοον κι τ’ χρόοοον να ‘μιστι καλά».

Συνέχιζαν με τον ίδιο χρόπο όλη νύχτα από σπίτχι σε σπίτι τραγουδώνχας στο δρόμο το «Χριστούγεν¬να, Χριστούγεννα» και το’• «Κόλιντρα, μπάμπω μ’, κόλιντρα».

Το πρωί ήταν η σειρά των μικρών παιδιών, που πήγαιναν κι αυτά στα συγγενικά κυρίως σπίτια ή και σ’ όλο το χωριό.
Χριστούγεννα

Τη νύχτα στις 24 Δεκεμβρίου, ξημερώνοντας 25η, όλο το χωριό ήταν στην εκκλησία, όπου απολάμβαναν την παραδοσιακή ψαλτική και τους ύμνους της Γέν-νησης του Χριστού: «Η Γέννηση σου, Χριστέ, ο Θεός ημών ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως …» και «Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει…».

Την παραμονή των Χριστουγέννων έσφαζαν το γουρούνι. Σ’ όλο το χωριό στις διάφορες γειτονιές ακούγονταν ο γνώριμος ήχος του γρυλίσματος. Ήταν η στιγμή που το παίδευαν ή τους παίδευε, ώσπου να το ξαπλώσουν καταγής.

Παρέες-παρέες, βοηθούσε ο ένας τον άλλο, με κάποιους πιο ειδικούς σ’ αυτήν τη διαδικασία σε γνώση και μεράκι και με όλα τα σύνεργα τη μεγάλη μαχαίρα για την αρχή και τα υπόλοιπα μαχαίρια τα κοφτερά για το γδάρσιμο. Το δέρμα του γουρουνιού ήταν εκείνα τα χρόνια περιζήτητο, γιατί αποτελούσε την πρώτη ύλη για τα αυτοσχέδια τσαρούχια. Ολό¬κληρη τελετή και εδώ το φκυαρούλι με λίγα αναμ¬μένα κάρβουνα και θυμίαμα για το θυμιάτισμα του σφαγίου, το γκιουμούλι με βραστό νερό για την ανά¬λογη καθαριότητα. Οι γυναίκες του σπιτιού «επί ποδός» να επιτηρούν τους άντρες όχι μόνο για την καθαριότητα, αλλά και για το πού θα πάει το κάθε μέρος του σφαγίου. Ο παστός, τα εντόσθια, το κεφάλι για τα πατσιάδια, τα έντερα για τις λουκανίτσες, το υπόλοιπο κρέας, το ψαχνό, τα κόκαλα, όλα είχαν τον προορισμό τους. Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Οι άν¬τρες φρόντιζαν να μην κάνουν καμιά τρύπα στο τομά¬ρι, γιατί, όπως αναφέρθηκε, ήταν χρήσιμο. Φρόντιζαν συνάμα να ‘ναι γρήγοροι, γιατί είχαν να πάνε και αλλού, ενώ τα μικρά παιδιά περίμεναν ανυπόμονα να πάρουν τη φούσκα του γουρουνιού, δηλ. την ουροδό¬χο κύστη, να τη φουσκώσουν και να την έχουν για μπαλόνι στα παιχνίδια τους. Το καζάνι στη φωτιά έβραζε, για να υπάρχει άφθονο νερό για την καθαριό¬τητα, για τα χέρια, τα σκεύη, το κρέας και ότι άλλο. Στο μεγάλο τηγάνι ετοιμάζονταν η πρασοτηγανιά, για να πάρουν οι άντρες μια μπουκιά κι ένα κρασί, τελειώνοντας, για το καλό, για το χαϊρλίθκο. «Άιντε, γεια μας», ακούγονταν να λένε στο μαγειριά δίπλα στην πρόχειρη τάβλα. «Να το ξουδέψτι μ’ υγεία». Έτσι, κυ¬λούσε η πρώτη μέρα των Χριστουγέννων.

Η δεύτερη μέρα συνήθως ήταν για τα βίζιτα στα σπίτια που είχαν Χρηστάδες. Μετά την εκκλησία οι ηλικιωμένοι άντρες, αλλά και οι νεότεροι περνούσαν από όλα τα σπίτια με τη σειρά, να ευχηθούν χρόνια πολλά στους εορτάζοντες. Η φρέσκη ρακή και το μπρούζικο κρασί απ’ το καινούριο Βαένι, με μεζέ τυρί ή τηγανιά, «έλεγαν» κεφάτα τραγούδια.

Η τρίτη μέρα των Χριστουγέννων, του Αϊ-Στεφάνου, ήταν η μέρα που όλο το χωριό αναλνούσε το χοιρινό παστό, για να βγάλει τη λίγδα, το λίπος δηλ. όλης της χρονιάς, αλλά και τις νοστιμότατες τσιγαρίδες. Γινόταν πάντα μεγάλος συναγωνισμός ποιος θαέχει τα περισσότερα τενεκέδια λίγδα. Τρία-τέσσερα ήταν ο συνηθισμένος αριθμός. Πέντε και πάνω θεω¬ρούνταν άθλος. Οι γυναίκες πάντα είχαν την περισ-σότερη δουλειά. Να φτιάξουν τις λουκανίτσες, να φτιάξουν τα πατσιάδια, να συμμαζέψουν το καθετί. Οι άντρες τεμάχιζαν το κρέας, το αλάτιζαν καλά και το έβαζαν στην κάδη, για να έχουν όλο το χειμώνα. Για τα πατσιάδια έπρεπε να είναι μονή και όχι ζυγή η μέρα. Με κόκκινο πιπέρι και σκόρδο τ’ άφηναν να κρυώσουν και τα έτρωγαν αντί φαγητού στη διάρκεια του μήνα

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Β. ΡΙΓΓΟΣ

πηγή:ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΓΡΕΒΕΝΑ