Όπως είναι γνωστό οι Κοζανίτισσες βάζουν λάχανα για να φκιάσουν την αρμιά στις 14 Νοεμβρίου ημέρα του Αγίου Φιλίππου, σε πήλινα ή σε ξύλινο Καδί για σαράντα ημέρες και τα ανασέρνουν πολλές φορές για να μην χαλάσουν και να είναι έτοιμα την παραμονή των Χριστουγέννων 24 Δεκεμβρίου για να φκιάσουν τα γιαπράκια το μοναδικό και νόστιμο φαγητό. Έχουμε γράψει για την Αρμιά.
Την παλιά εποχή που τα σπίτια είχαν νουβορό τρανό και χώρους για «αχούργια» που βάζανε το «γουμάρ» , τη «γιλάδα» , και άλλα ζωντανά αποθήκη για χόρτα των ζώων., Κουζίνα-πλυσταριό και πίσω από τις πόρτες της εισόδου στο σπίτι τον «αναγκαίου».
Και φυσικά ,και το γουρούνι για τα Χριστούγεννα τα μεγάλωναν, τα έτρεφαν με πίτουρα και καλαμπόκι, να παχύνουν. Τα έσφαζαν προ της παραμονής των Χριστουγέννων και είχαν έτοιμο το κρέας για τα γιαπράκια, για το ψητό, για τα λουκάνικα που ασχολούνταν ο σύζυγος όταν ήταν και μερακλής και έφκιανε νόστιμα λουκάνικα, τις πλέχτες των λουκάνικων τις αράδιαζε στο «Ανόϊ» του σπιτιού επάνω στις «γριντιές» για να στεγνώσουν και να μην της φτάνουν οι γάτες. Στη συνέχεια έλιωναν το παστό και τον ρευστοποιούσαν που την έλεγαν λίγδα και την χρησιμοποιούσαν στη βασιλόπιτα γι’ αυτό και γινότανε νόστιμη. Οι Τσιγαρίδες που μένανε από το λιώσιμο του παστού παρασκεύαζαν Μπομπότα από καλαμποκάλευρο και ήταν νοστιμότατη, που είναι αυτές οι νοστιμιές με τα γνήσια και αγνά υλικά και προπαντός υγιεινά;. Στην κατοχή τρώγαμε πολλές μπομπότες σκέτες η είχε μίγμα τυρί ή μπάτζιου, πώς να χορτάσουν τα παιδιά. Και τέλος από το γουρούνι το κεφάλι και τα πόδια κάνανε πατσά .
Χρησιμοποιούσαν όλα τα μέλη του γουρουνιού για φαγητό. Δεν πήγαινε χαμένο τίποτα . Το κρέας του γουρουνιού το κρεμούσαν σε θολωτό μπουντρούμι-υπόγειο που είχε δροσιά και διατηρούνταν αναλλοίωτο, όπως είναι γνωστό δεν υπήρχαν τότε ψυγεία. και κάθε φορά που ήθελαν να μαγειρέψουν κρέας με πράσα έκοβαν ένα κομμάτι κρέας από το γουρούνι και έκανα το φαγητό σε κατσαρόλα πήλινη , που γίνονταν πολύ νόστιμο, ρίχνανε μετά και λεμόνι, εύγεστο φαγητό, ήταν επίσης χοιρινό με λάχανο. Το κρέας του γουρουνιού ήταν πολύ νόστιμο γιατί τα ταϊζαν΄ με πίτουρα , με καλαμποκάλευρο και με αποφάγια, Ανοίγω μια παρένθεση για να θυμίσω στους παλιούς, (Εκεί που είναι το κτίριο του ΟΤΕ επί της οδού Τριανταφυλλίδη , και στη γωνία, αριθμός 1, είναι μια πλατειούλα, ήταν παλιά ένα περίφημο εστιατόριο διώροφο του Βασίλη Τσιόπτσια, είχε γευθεί τα νόστιμα φαγητά του και ο Ελευθέριος Βενιζέλος που επισκέφτηκε την Κοζάνη τον Απρίλιο του 1932. Είχαν έξω από το εστιατόριο ένα «γαλίκι»-κοφίνι και έριχνε τα αποφάγια του εστιατορίου για να τα παίρνουν οι συμπολίτες του και να ταϊζουν τα γουρούνια για τα Χριστούγεννα. Ήταν ωραίος άνθρωπος και τζέντελμαν ο αείμνηστος Βασίλης).
Θέλω τώρα να κάνω ένα ύμνο για τις νοικοκυρές. Εν όψει των Χριστουγέννων και των εορτών , έλεγαν τότε ό,τι οι νοικοκυρές έβαζαν διπλή «μισάλα» – ποδιά από τις πολλές δουλειές που είχαν να κάνουν, με τον χαρακτηρισμό «άναψαν οι πουδέ’ς»’ . Αφού καθάριζαν όλο το σπίτι εν όψει των εορτών, ζύμωναν ψωμί , έξι και πλέον πλαστά-καρβέλια, το πήγαιναν με την πινακουτή στο φούρνο για ψήσιμο για να έχουν όλες τις γιορτές ψωμί, αυτή τη δουλειά την έκανα κι εγώ πολλές φορές πηγαίνοντας στο φούρνο το ψωμί και τα φαγητά, κοντά στο πατρικό μου σπίτι, στην Παύλου Χαρίση, ήταν ο φούρνος του Λάζαρου Δαραβάζου., με τίτλο «Το φάρμακο της πείνας». Προ παραμονή ετοίμαζαν τα κόλιαντα, έφκιαχναν νηστήσιμα κουλούρια με μια τρύπα στη μέση, κόλιαντο της Παναγίας που το βάζανε στα εικονίσματα του σπιτιού, τηγανίτες ως σπάργανα για το Χριστό, κολιαντίνα ένα μεγάλο κουλούρι με τη μορφή γυναίκας ή άνδρα και το δίνανε όταν ο νεαρός ήταν μαθητής γυμνασίου λέγοντάς του «κι τ’ χρόν’ ν΄ρθείς μ΄τ’νύφ’» και το αντίθετο με την κοπέλα νάρθει με τον γαμπρό στα κόλιαντα. Κασμιρεύοντας. Με τον ξύλινο τσιόκο οι μικροί , το σακούλι. γαλότσες στα πόδια για να μη γλιστρούν που στη γη ήταν όλα παγωμένα και κουκούλα στο κεφάλι, έκανε πολύ κρύο και χιόνια την παλιά εποχή,, πρωϊ, πρωϊ γυρίζαμε στα συγγενικά και φίλων σπίτια να πούμε τα κόλιαντα χτυπώντας με τον τσιόκο τη δίφυλλη μεγάλη εξώπορτα του σπιτιού λέγοντας «Κόλιαντα Μπάμπου» και μας δίνανε κόλιαντα, κάστανα, μήλα-φιρίκια, δεκάρες , μανταρίνια και ξυλοκέρατα- Χαρούπι, στην κατοχή. (ήταν καρπός λοβός με ωοειδή σπέρματα , μακρύς στο μέγεθος και σκληρός , χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή, είχε μια γεύση απροσδιόριστη) , αυτά δυστυχώς τρώγαμε στην κατοχή.
Την παραμονή ετοίμαζαν οι νοικοκυρές τα φαγητά των Χριστουγέννων, έφκιαχναν τα γιαπράκια σε «τσέντζιαρ’» χάλκινη κατσαρόλα και τη βάζανε στην παρσιά στο Τζάκι που έκαιγε και όλη τη νύχτα σιγοέβραζαν τα γιαπράκια και σκορπούσε μια γευστική μυρωδιά όλο το σπίτι, θύμηση αλησμόνητη. Ετοίμαζε το κρέας για ψητό στο «σ’νι»’ – ταψί μεγάλο με πατάτες στο φούρνο ,το οποίο πηγαίναμε το πρωϊ , ώρα 6, όταν πηγαίναμε στην εκκλησία και όταν τελείωνε η εκκλησία η ώρα 9 π.μ., περνούσαμε και πέρνα το ψητό από το φούρνο. Από το βράδυ παραμονή είχαν ετοιμάσει και το βραστό –σούπα,. Την πρώτη και δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων είχαμε τρία φαγητά, Σούπα-βραστό , γιαπράκια και ψητό στο φούρνο με πατάτες, την Τρίτη ημέρα ετοίμαζαν κρέας με πράσα στην κατσαρόλα, πολύ νόστιμο φαγητό και τα πράσα τα είχαν φυτεμένα στον κήπο για να μην παγώνουν, κρύο και πολλά χιόνια την παλιά εποχή, τα έβγαζαν και ήταν φρεσκότατα. Τα φαγητά συνοδεύονταν από μαύρο κρασί Κοζανίτικο. Και μετά ξάπλωναν στο μιντιρλίκ’, δίπλα στο τζάκι και τον έπαιρνε ου πάππους «ψίχα»-ολίγον, τον ύπνο, Έξω «ντουρλάπ» χιονοθύελλα. Ωραίες Χριστουγεννιάτικες ώρες, ήρεμες και ανέμελες και με σεβασμό στην οικογένεια. Το απόγευμα πηγαίνανε τα παντρεμένα παιδιά με τους γαμπρούς και τις νύφες και τα εγγόνια στον παππού και τη γιαγιά να πάρουν την ευχή τους και να ασπαστούν το χέρι, ό παππούς μοίραζε και φιλοδωρήματα στα εγγόνια. Ωραίες εποχές Είχαμε και εορτάζοντας Χρήστος, Μανώλης και Στέφανος , το τριήμερο των Χριστουγέννων, όλο επισκέψεις ήμασταν και οι νοικοκυρές όπως πάντα τα ετοίμαζαν όλα, να «φανούν στουν κόσμου ντέ». Αν είχαν και κορίτσι ήταν ευκαιρία να κερνούσε τους επισκέπτες, ἠ ανιψιά σε ηλικία γάμου, ίσως κάποια υποψήφια πεθερά από τους επισκέπτες να είχε παιδί-αγόρι για γάμο και να συμπαθούσε την κεράστρια , λέγοντας μέσα της « να! κορίτσι για σπίτι και για το γιόμ’ » Έτσι γίνονταν τότε τα συνοικέσια του γάμου.
Την Πρωτοχρονιά τα φαγητά ήταν : Κρεατόπιτα με μοσχαρίσιο κρέας –κιμά και λίγα «πέτουρα» – χυλοπίτες για να παίρνουν τα υγρά από τον κιμά και κρεατόσουπα ,ή πίτα με κιμά κότας και κοτόσουπα. Άνοιγαν φύλο οι νοικοκυρές και το τοποθετούσαν σε μεγάλο σνι’- ταψί, και συμπλήρωναν τον κιμά με τα υπόλοιπα και ήταν έτοιμη η πίτα για το φούρνο, κατά το έθιμο έβαζαν στον «κόθαρο» της πίτας φλουρί ποιος θα ήταν ο τυχερός της χρονιάς να βρει το φλουρί. Και πηγαίνανε στο φούρνο να ψηθεί η πίτα. «τ’Αη—βασ’λιού Το μεσημέρι όλη η οικογένεια στο τραπέζι , φέρνανε την πίτα ,γύριζε το ταψί στο τραπέζι ο πατέρας τρείς φορές, έκανε και το σταυρό του και εν συνεχεία έκοβε μεγάλα κομμάτια και τα ονόμαζε το ένα για το Χριστό, το άλλο για τον Άγιο Βασίλειο , για τον παππού , για τη γιαγιά , για το ζευγάρι, τα παιδιά, κάποιο παιδί που γιόρταζε, π.χ Βασίλειος, και για το «βγιό»- και ο καθένας έπαιρνε το ονομασθέν κομμάτι του, ψάχνανε στουν «κόθαρου»’, είναι και πολύ νόστιμος, να βρούνε το φλουρί , όταν το φλουρί ήταν στο κομμάτι του κοριτσιού λέγανε την ευχή και «τ’ χρον’ μ’ τ’ γαμπρό». Αυτή ήταν η αγωνία των γονέων να βγάλουν «του κορίτσι στ’ν κόσμου». Σήμερα φέρνει τον γαμπρό στο σπίτι το κορίτσι, άλλαξαν τα πράγματα. Μπορεί η οικογένεια να είχε και Βασίλειο ή Βασιλικούλα, ετοιμασίες πάλι για την νοικοκυρά να γιορτάσει τα παιδιά. Δεν σταματούσαν οι «δλιές» για την οικοδέσποινα. Γι’αυτό και τις αξίζουν πολλά συγχαρητήρια και απέραντος σεβασμός. Μιλάω για εκείνη την εποχή.
Την πρωτοχρονιά ανήμερα πηγαίναμε και στα σούρβα- κάλαντα λέγοντας «Σούρβα Μπάμπου» με την ίδια πάλι στολή μας και μας κερνούσαν κουραμπιέδες , μας δίνανε και χρήματα να πάει η χρονιά καλά, εκτός των άλλων που βάζανε στο σακούλι . Επαναλαμβάνονταν όμως οι επισκέψεις των παιδιών με τα εγγόνια στους γονείς, παππού και γιαγιά. Την πρωτοχρονιά. Η οικογένεια τότε είχε δέσιμο και σεβασμό στις αρχές της οικογένειας, που αντανακλούσαν και στον εύρυθμο ρυθμό της κοινωνίας .
Αυτά εν συντομία για τα έθιμα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς , Για τα Φώτα και τ’Γιαννιού, υπάρχουν άλλα έθιμα που θα τα πούμε τις ημέρες του νέου χρόνου.
Εύχομαι σε όλους να έχουν χαρούμενα και οικογενειακά Χριστούγεννα και το νέο έτος 2015 ,όπως έγραφα προ ετών ,να είναι Ειρηνικό και να ξεπεραστούν όλες οι δυσκολίες που διέρχεται ο κόσμος, μπας και δει μια άσπρη μέρα. Θα δεί ; Ιδού η απορία, δεν ξέρουμε τι μας περιμένει . Και Ω! του ατυχήματος ήρθε ο κορονοϊός και μας έφερε θανάτους και ανατροπή της κοινωνικής ζωής. Ο Όσιος Νικάνορας που επικαλούμαι πάντοτε , ο οποίος μας έσωσε από τη γρίπη του 1918, να μας σώσει το 2020 και 2021 από τον θανατηφόρο κορονοϊό.
Γιάννης Κορκάς 23-12-2020


















