Όσα μύθια τόσα αλήθεια…

Όταν τα μεγάλα σόγια ανταμώνονταν σε γιορτάσια, φλιές και γλέντια, ο χώρος έμοιαζε με πανηγύρι χωρίς πλατεία!

Καθώς η κάθε μάνα των προπολεμικών γενιών αποκτούσε από 10-12 παιδιά και πάνω, φανταστείτε για τι μαζώξεις μιλάμε. Τουλάχιστον 20 με 25 τρανοί κι άσουτα μκρά διαφόρων ηλικιών και ζουρλαμάρας. Εμείς για παράδειγμα ήμασταν 19 ξαδέρφια από το ένα σόι μόνο… Κουρίτσια κι πιδιά.

Άιντε τώρα να τα κάμς ζάπ΄ όλα μαζί αυτά τα ηφαίστεια ενέργειας!!!
Τις πρώτες ώρες η κατάσταση ήταν εκτός ελέγχου, με πιο δημοφιλές σπορ το κρυφτό στς μισάντρις. Σιουρτζμός! Στις ιαχές των μικρών προσθέστε και τα τσουρίγματα των μανάδων, και θα έχετε και το soundtrack.

Σε κάνα-δυο ώρες όμως ενεργοί ήταν μόνο όσοι είχαν πολύ γερά σκλήκια. Οι παραπάν απόσταιναν κάπως και αποτελούσαν καλό ακροατήριο για όποιον θείο αποφάσιζε να «ξιχάσ΄ ψίχα τα μκρά», να τα απασχολήσει δηλαδή. Ο θειος μας ο Νίκος ο Γκλιόφας κι ο θειος μας ο Βαγγέλης ο Καλιανιώτης μας έλεγαν ιστορίες από το κυνήγι (αξέχαστη η «αλούπου» που έβγαινε ανυποψίαστη και η λαγωνίκα η Μπιντρία που σουντούσε ακάθεκτη). Ο θειος μας ο Νικολάκης ο Μποέμ μας ξεναγούσε στα «μαναστήρια», με τα πανηγύρια και τις απαραίτητες ντραματζάνις.

Καθώς περνούσε η ώρα όμως τελείωναν οι light αφηγήσεις κι άρχιζαν οι ιστορίες για τα Στχειά!!! Παιδοψυχολόγοι ευτυχώς δεν υπήρχαν να ασχολούνται με τους παιδικούς φόβους, οπότε μια χαρά φρίγουμάσταν. Παρακαλούσαμε μάλιστα να μας τις πουν ξανά και ξανά. Πάντα με τα ίδια λόγια και με τις ίδιες χειρονομίες από την πλευρά των αφηγητών. Και πάντα με τα ίδια στρόγγυλα μάτια και τα ανοιχτά στόματα από τη μεριά του ακροατηρίου.

Μια από αυτές είναι πολύ ζωντανή στη μνήμη μου. Σας τη μεταφέρω όπως την αφηγούνταν ο θειος μου ο Θανάσης ο Καλλιανιώτης, ο οποίος την παρουσίαζε σαν περιστατικό που συνέβη στον ίδιο.

«Μια μέρα απού λέτι είχαμι πααίν΄στουν κινηματουγράφου μι τς αξαδέλφις μ, τ Θουδώρα κι τ Σουφία…. Δεν είχαν τρανόν αδιρφόν γλέπς. Ποιος άλλους χανα τς σιργιανίσ΄ σιακάτ στου Τζαντέ, απού κατέβιναν όσα κουρίτσια ήταν για παντρά… Να τς ιδεί ου κόσμους…

Άμα σώθκιν του έργου, κίντσαμι να τς πααίνου πίσου στου σπίτι τς στς Αναργυράδις κουντά… Αλλά μόλις έφτασάμι στου στινό τ Καρακλάν΄ κι ικεί σμα στου σταυρουδρόμ΄ … κάμουμι έτσια κι τι να ιδούμι! ΕΝΑ ΚΡΙΑΡΙ! Ούδι έτσ΄ απόμναν τα κουρίτσια. Κι ιγώ τα χράσκα να πω ‘ν αλήθεια… Αλλά ίχριζιν να πιράσουμι, κι αυτό κάθουνταν ικεί ακούνητου σαν άγαλμα! Σκύβου απού λέτι να πάρου μια πέτρα αλλά όσου να σκουθώ του γλέπου του κριάρ΄ να στέκιτι ΑΜΠΡΟΥΣΤΑ ΜΑΣ κι να μας κόβ΄ του δρόμου!

Τι ήταν να ‘ν πουλιμήσου ΄ν πέτρα ου σιούρδους! Κόκαλου του χέρι! Μι τσιουγκάθκιν απ’ τουν ώμου!

Αλλά του κριάρ΄ ικεί! Χαμπάρ΄ δεν έπιρνιν! Μούγκι μι τηρούσιν μέσα στα μάτια! Ατάραχου! Έτσια! (Βλέμμα σταθερό και ψαρωτικό) Φρίθκαμι κια οι τρεις!!! Κάμουμι μαλακούτσκα πίσου-πίσου κι ύστρα σαν του μαζώνουμι τ’ αραβάαααν΄ ! Χπούσαν οι φτέρνις στουν κώλου! Κι ντιπ δεν γύρσαμι να ιδούμι τι γένουνταν ουπίσου. Φούρλα ίφιράμι για να τς πααίνου σπίτ!»
……………………………………………………………………
Τι ήταν ν’ αρχίσω με τα στχεια κι τς Αναργυράδις? Άιντε τώρα να σμαζουχτώ….

Έπεται και συνέχεια…

Πηγή fb Θεατρική Σκηνή Κοζάνης