Γνωρίσαμε από κοντά το Δάσκαλο (έτσι εμείς τον αποκαλούσαμε) Δ.Ν. Μαρωνίτη από το φιλόλογο καθηγητή των γυμνασιακών μας χρόνων στην Κοζάνη, αείμνηστο Νικόλαο Χρ. Καλογερόπουλο, που ήταν αποσπασμένος στην έδρα της Λατινικής γλώσσας στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ.
Αυτό έγινε το έτος 1968 όταν η Απριλιανή δικτατορία του 1967 τον απέλυσε από τη θέση του εντεταλμένου υφηγητή της φιλοσοφικής σχολής Θεσσαλονίκης.
Συναντιόμασταν πολλές φορές τα μεσημέρια σε ένα ταβερνείο απέναντι από την Καμάρα στα αριστερά ανεβαίνοντας την οδό Δημ. Γούναρη προς τη Ροτόντα. Το ταβερνείο αυτό το αποκαλούσαμε ‘‘ΘΡΑΣΟ’’ από το όνομα ενός χαρωπού ξανθού σερβιτόρου, που ήταν εκεί, γιος ή γαμπρός του ηλικιωμένου άνδρα που ήταν ο ιδιοκτήτης.
Εκεί βρισκόμασταν, φοιτητές τότε από διαφορετικές σχολές, πίναμε και κουβεντιάζαμε. Οι παρέες αποτελούνταν από διάφορα πρόσωπα που έρχονταν εκεί τα μεσημέρια, γιατί ήξεραν ότι είχε γίνει τι μεσημεριάτικο στέκι του αείμνηστου Δάσκαλου. Η δική μου παρέα ήταν οι φοιτητές της ιατρικής Δημήτρης, Σαράντης, Νίκος. Οι φοιτητές του πολυτεχνείου Γιώργος και Γιώργος με το κόκκινο σημάδι στο λαιμό, που έφυγε πολύ νωρίς από τη ζωή.
Στις συζητήσεις πάντα τον πρώτο λόγο είχε ο αείμνηστος Δάσκαλος. Φοιτητές εμείς τότε, τον ακούγαμε με πολύ προσοχή. Ήταν βέβαια πικραμένος από την κρατούσα κατάσταση και απογοητευμένος από τη συμπεριφορά φίλων και συναδέλφων του που δεν είχαν αρθεί στο ύψος των περιστάσεων.
Όσες φορές θυμάμαι βρέθηκα μεσημέρια στο ‘‘ΘΡΑΣΟ’’, όταν τελειώναμε το φαγοπότι και τις συζητήσεις φρόντιζα να τον συνοδεύω μέχρι το σπίτι του στην οδό Αμύντα, ( αν θυμάμαι καλά κοντά προς το Διοικητήριο ) και περνούσαμε από παλιούς στενόδρομους (σοκάκια), που τώρα δεν υπάρχουν πια. Αυτά τα σοκάκια ο Δάσκαλος τα αποκαλούσε “τα πατροπαράδοτα” ή τη διαδρομή που ακολουθούσαμε.
Στο διαμέρισμα που έμενε με την οικογένειά του βρεθήκαμε αρκετές φορές. Η σύζυγος του κα Ανθή καλοσυνάτη, πάντα είχε κάτι να μας περιποιηθεί. Οι θυγατέρες του Εριφύλη και Νίκη μικρά κοριτσάκια τότε, χαριτωμένα και φρόνιμα, θυμάμαι ένα βράδυ που ήμασταν μαζί με άλλους στο σαλόνι, ήρθαν να τον χαιρετίσουν, γιατί θα πήγαιναν για ύπνο, πρέπει να ήταν γύρω στις εννιά, βραδινή ώρα.
Μια παρέα από φοιτητές εκτός φιλοσοφικής τότε τον παρακαλέσαμε να μας κάνει μερικά μαθήματα νεοελληνικής λογοτεχνίας, και τούτο γιατί τον τελευταίο καιρό πριν τον απολύσουν, σε διαφορετικά αμφιθέατρα της Πανεπιστημιούπολης με ανοιχτό ακροατήριο φοιτητών από διάφορες σχολές, ανέλυε νεοέλληνες λογοτέχνες, τονίζοντας τα αγαθά της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Ξεκινήσαμε ένα γκρουπ πέντε φίλων με πρώτο μάθημα το ποίημα του Κ. Καρυωτάκη “ΠΡΕΒΕΖΑ”, θυμάμαι τους πρώτους στίχους του ποιήματος:
Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια.
Πόσο πικραμένος ήταν ο Δάσκαλος για να μας ξεκινήσει μ’ αυτό το ποίημα. Δεν συνεχίστηκαν όμως εκείνα τα μαθήματα. Μας τα σταμάτησε. Ίσως για να μην μπούμε σε μπελάδες, γιατί οπωσδήποτε τον παρακολουθούσαν και ήθελε να μας προφυλάξει. Εδώ πρέπει να τονίσω ότι τον ενδιέφερε οπωσδήποτε το φοιτητικό – αντιστασιακό κίνημα κατά του δικτατορικού καθεστώτος, και μας ρωτούσε να μάθει και για τους καθηγητές που απέλυσαν και ήταν από τις άλλες σχολές που προερχόμασταν εμείς.
Εκείνο το διάστημα έγινε η δίκη (στρατοδικείο) της πρώτης αντιστασιακής ομάδας που πιάστηκε στην Ελλάδα και ήταν έξι Θεσσαλονικείς. Γνωστή ως η δίκη των έξι. Παρακολουθούσαμε εκείνο το στρατοδικείο, που όπως είπε ο αείμνηστος Παύλος Ζάνας, γινότανε σε οίκημα ιδιοκτησίας προγόνων του, στη γωνία των οδών Τσιμισκή και Βασιλίσης Σοφίας (εθνικής Αμύνης τώρα).
Στο σπίτι του Δάσκαλου στην οδό Αμύντα γνώρισα και τους γονείς του, τον καπνεργάτη πατέρα του και τη μητέρα του.
Ο Δάσκλος έφυγε οικογενειακώς για την Αθήνα. Άρχισαν οι περιπέτειες με το ΕΑΤ-ΕΣΑ. Αφού πήρα το πτυχίο, πήγα να υπηρετήσω τη θητεία στην Αεροπορία. Βρέθηκα να υπηρετώ στο Στρατολογικό Γραφείο Αεροπορίας που τότε στεγαζόταν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας αρ. 9, κοντά στο πεδίο του Άρεως. Εκείνο το διάστημα (1972 και 1973) που υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία ο Δάσκαλος βασανιζόταν κρατούμενος στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.
Θυμάμαι πρωινό Μεγάλου Σαββάτου το 1973 είπα να επισκεφθώ την οικογένεια του Δάσκαλου (ήξερα τη διεύθυνση κατοικίας, Ξενοκράτους αρ. 15). Χτύπησα το κουδούνι από την εξώπορτα της πολυκατοικίας. Το διαμέρισμα ήταν κάπως υπερυψωμένο από το ισόγειο και μπαίνοντας στην πολυκατοικία έπρεπε να ανέβω κάποια σκαλοπάτια. Μου άνοιξαν και ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος και εμφανίστηκαν οι μικρές κόρες του Εριφύλη και Νίκη. Μόλις με είδαν, άγνωστο με πολιτικά, που να με θυμούνται μετά από τόσο καιρό και τόσες λαχτάρες που έζησαν λόγω των περιπετειών του πατέρα τους. Έβαλαν τις τσιρίδες, σταμάτησα στα σκαλοπάτια και κατάλαβα πόσο πανικοβλημένα ήταν τα νεαρά εκείνα κοριτσάκια. Ευτυχώς, εμφανίστηκε αμέσως η μητέρα τους με αναγνώρισε και ησύχασαν. Με ενημέρωσε για τα δεινά που περνούσε ο Δάσκαλος στο κολαστήριο του ΕΑΤ-ΕΣΑ και έφυγα φαρμακωμένος. Αυτό το περιστατικό με ανάγκασε να μη τους ξαναενοχλήσω. Τον Ιούνιο του 1973 απολύθηκα και επέστρεψα στην γενέτειρά μου την Κοζάνη. Έπιασα δουλειά στην Αγροτική Τράπεζα, έγινε το Πολυτεχνείο και ήρθε η μεταπολίτευση.
Ο Δάσκαλος επανήλθε στο πανεπιστήμιο, έγινε τακτικός καθηγητής. Τον επισκέφθηκα στο γραφείο του στο νέο κτίριο της Φιλοσοφικής. Παρακολουθούσα από μακριά το σπουδαίο έργο του, και όταν βρισκόμουνα σε κάποια παρουσίαση νέας του έκδοσης, τον παρακαλούσα και μου υπέγραφε τα έργα του.
Όταν ιδρύθηκε το νέο τμήμα Δημοσιογραφίας στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης και ήταν ο πρώτος κοσμήτορας, έτυχε να φοιτά στη σχολή αυτή η κόρη ενός συναδέλφου μου. Την παρακάλεσα και με προμήθευσε με κείμενα των μαθημάτων που τους δίδασκε.
Συνταξιοδοτήθηκε το έτος 1996 από το πανεπιστήμιο. Πριν από λίγα χρόνια, τον Απρίλιο του 2010, ήταν προσκεκλημένος και τιμώμενος καθηγητής (και εισηγητής) από το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης και το Δήμο Κοζάνης στο «Διεθνές φεστιβάλ αφήγησης και τεχνών του λόγου» με επίτιτλο «Ήρωες και ηρωίδες» που πραγματοποιήθηκε στην Κοζάνη από τις 9 έως τις 18-4-2010. Παρακολουθούσα όλες τις εισηγήσεις και αφηγήσεις του και τον χειροκρότησα έντονα και παρατεταμένα. Ο παρευρισκόμενος καθηγητής της Φιλοσοφικής του Α.Π.Θ. κ. Θεόδωρος Παπαγγελής (ηλικιακά νεότερός μας) τον αποκαλούσε με το μικρό του χαϊδευτικό όνομα «Μίμη». Προφανώς λόγω οικειότητας και συναδελφικότητας. Εμείς διατηρούσαμε το νεανικό σεβασμό και τον προσφωνούσαμε πάντα Δάσκαλο.
Παρακολουθούσα ανελλιπώς τα άρθρα του στο Κυριακάτικο ΒΗΜΑ. Απουσιάζοντας από την Κυριακή 26-6-2016 από τη στήλη του «ΑΠΟΛΙΤΙΣΤΑ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΑ» στις Επιφυλλίδες του ΒΗΜΑΤΟΣ, χωρίς να ανακοινώνεται αν βρισκόταν σε άδεια, ανησύχησα, ώσπου το πρωί της Τρίτης 12-7-2016 ανακοινώθηκε ο θάνατός του.
Ξαφνιάστηκα γιατί πριν από λίγο καιρό αρθρογραφούσε και μας άφησε με τη μεταφραστική ηδονή σα μελλοντική πνευματική γεύση με τις τελευταίες του λέξεις στο τελευταίο του κείμενο στα ΑΠΟΛΙΤΙΣΤΑ ΜΟΝΟΤΟΝΙΚΑ
ΔΑΣΚΑΛΕ θα κλείσω αυτό το μνημόσυνο με κάποια λόγια που θυμάμαι γράφτηκαν όταν πέθανε ο Γιώργος Σεφέρης.
‘‘Όπως τα πεύκα κρατούνε τη μορφή του αγέρα,
Ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί το ίδιο τα λόγια,
Φυλάγουν τη μορφή του ανθρώπου,
Κι’ ο άνθρωπος έφυγε δεν είναι εκεί ’’
ΔΑΣΚΑΛΕ ΘΑ ΣΕ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ
Νικ. Ι. Χατζηδάμος
Ο Νικ. Ι. Χατζηδάμος είναι συνταξιούχος τραπεζοϋπάλληλος και μέλος του συλλόγου «ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ» των αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ.


















