Την Μεγάλη Πέμπτη πρωί-πρωί κρεμούσαν στο μπαλκόνι ή στην αυλή ένα κόκκινο πανί που συμβόλιζε το αίμα του Χριστού και αμέσως μετά έβαφαν τ΄αυγά κι ετοίμαζαν τις «περδίκες».

Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούσαν κοντύλι και κεζάπι. Στην επιφάνεια του κόκκινου αυγού σχημάτιζαν τη «φασλιά», το «ταβάνι» και το «πετραχήλι», διάφορα πουλιά και λουλούδια. Οι «περδίκες» ήταν η χαρά των παιδιών. Βέβαια, πρέπει να αναφέρουμε ότι τα παλιά χρόνια που δεν υπήρχαν χημικές μπογιές, τα αυγά τα έβαφαν με το «μπακάμ». Το αγόραζαν από τα παντοπολεία και ήταν δεματάκια από κομμάτια ξύλου-κάτι σαν το δαδί- που τα έφερναν από την Αίγυπτο. Τα έβραζαν και με το νερό αυτό που γινόταν σκούρο κόκκινο από τις ουσίες που έβγαζαν τα ξύλα, έβαφαν τα αυγά.

Επίσης αυτή τη μέρα, τη Μεγάλη Πέμπτη δηλαδή, συνήθιζαν να κάνουν και τις «αυγοκούλκις», με τον ακόλουθο τρόπο : Έπαιρναν ρεβύθια και τα στούμπιζαν (κοπάνιζαν) καλά. Μετά τα κοσκίνιζαν και μ΄αυτό το ρεβυθένιο αλεύρι «έπιαναν» το προζύμι. Όταν ήταν έτοιμο, το ανακάτευαν με κοινό αλεύρι και το ζύμωναν τρείς φορές (το άφηναν δηλαδή να φουσκώσει τρείς φορές). Παλιότερα το ζύμωναν επτά φορές και γι αυτό λεγόταν εφτάζυμο. Την Τρίτη φορά λοιπόν, σχημάτιζαν μικρές «τούρτες» που τις στόλιζαν με αμύγδαλα ζεματισμένα και ξεφλουδισμένα. Στο κέντρο της κάθε μιας, στερέωναν από ένα άσπρο βρασμένο αυγό και τοποθετούσαν πάνω του δύο στενές λωρίδες ζύμης έτσι που να σχηματίζουν σταυρό. Στη συνέχεια τις έψηναν. Μόλις τις έβγαζαν από το φούρνο, ήταν τόσο αφράτες κι εμφανίσιμες, ώστε όταν ήθελαν να χαρακτηρίσουν κάποια γυναίκα ωραία, έλεγαν «είναι όμορφη σαν αυγοκούλκα». Λέγεται ότι τις «αυγοκούλκις» τις έκαναν κυρίως σε σπίτια που είχαν πένθος και όπου αντί για κόκκινα αυγά, ετοίμαζαν τόσες όσες και τα μέλη της οικογενείας.

Μετά τη λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης περνούσαν παιδιά απ΄όλα τα σπίτια και μοίραζαν «ύψωμα». Αυτή η ενέργεια συμβόλιζε το «Λάβετε, φάγετε…..» που είπε ο Χριστός στους μαθητές του κατά το Μυστικό Δείπνο.

Την Μεγάλη Παρασκευή νύφες και πεθερές, φίλες, γειτόνισσες και συγγενικά πρόσωπα, μόνο γυναίκες, ντυμένες με τα καλύτερά τους ρούχα και με λουλούδια στα χέρια, πήγαιναν στην εκκλησία και προσκυνούσαν τον Επιτάφιο. Οι Χωριώτισσες πήγαιναν πρώτα στον Επιτάφιο στη Χώρα και μετά κατέβαιναν στη Γεράνεια και αντίστροφα οι Γερανιώτισσες πρώτα στη Γεράνεια κι ύστερα στη Χώρα. Οι Επιτάφιοι και των δυο συνοικιών, αφού ολοκλήρωναν την περιφορά στους δρόμους και της μίας και της άλλης συνοικίας αντίστοιχα, κατέληγαν στον Άγιο Μηνά. Μόλις τελείωναν τα εγκώμια, ο κάθε Επιτάφιος γύριζε στην εκκλησία του. Όμως έβρισκε την πόρτα κλειστή. Ετσι, ο παπάς που συνόδευε τον Επιτάφιο, χτυπούσε την πόρτα και φώναζε: «Αρατε πύλας και εισελεύσεται ο Βασιλεύς του Ισραήλ!» Από μέσα ο καντηλανάφτης ή κάποιος ψάλτης φώναζε: «Τις εστίν ούτος ο Βασιλεύς του Ισραήλ; » Και ο παπάς απαντούσε: «Κύριος φωτισμός της ζωής μου, ούτος εστίν ο Βασιλεύς του Ισραήλ». Άνοιγαν οι πόρτες της εκκλησίας, έμπαινε μέσα ο Επιτάφιος, καθώς και ο κόσμος, ο οποίος έμενε ως το τέλος της Ακολουθίας.

Πολλές νοικοκυρές έστελναν και ροδόνερο στην εκκλησία για το ράντισμα του Επιταφίου κατά την περιφορά. Το ροδόνερο το παρασκεύαζαν την άνοιξη που ανθίζουν οι τριανταφυλλιές. Η διαδικασία παρασκευής ήταν όμοια μ΄ αυτήν της ρακής. Σ΄ ένα μεγάλο γκιούμι έβαζαν πολλά ροδοπέταλα κι έριχναν νερό. Το γκιούμι το σκέπαζαν με «τουν λαμπίκου», ένα ειδικό δοχείο και σφράγιζαν τα σημεία επαφής του με ζυμάρι. Στη συνέχεια το έβαζαν επάνω σε καρβουνιά, όχι σε φλόγες, για να βράζει σιγά. Απ «τουν λαμπίκου» ξεκινούσε σωλήνας που περνούσε μέσα από δοχείο που περιείχε κρύο νερό. Έτσι ο ατμός που σχηματίζονταν από τον βρασμό, μόλις ψύχονταν, έπεφτε σταγόνα-σταγόνα στα μπουκάλια που ήταν έτοιμα στην άκρη του σωλήνα.

Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, κάθε αρραβωνιαστικός έστελνε στη νύφη τη λαμπάδα που θα άναβε το βράδυ στην Ανάσταση, στολισμένη με κορδέλες και λουλούδια, καθώς και ένα αρνί. Το αρνί έπρεπε οπωσδήποτε να έχει άσπρο τρίχωμα. Αν -σπάνια βέβαια- από απροσεξία ήταν μαύρο, αποτελούσε αιτία παρεξήγησης γιατί θεωρούνταν κακό σημάδι. Το άσπρο αρνί λοιπόν, είχε σε κάθε κέρατο περασμένο ένα πορτοκάλι και το μέτωπο βαμμένο με κόκκινη μπογιά, που κρατούσαν από το βάψιμο των αυγών της Μεγάλης Πέμπτης. Μάλιστα αυτή την Βαφή την κρατούσαν τρείς Πέμπτες στη σειρά, για να βάψουν κι άλλα αυγά σε περίπτωση που θα χρειαζόταν. Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, πήγαιναν όλοι στην εκκλησία με τις λαμπάδες και τα κόκκινα αυγά. Μετά το «Δεύτε λάβετε φως» γίνονταν στη Γεράνεια η δημοπρασία της Ανάστασης. Όποιος δηλαδή έκανε τη μεγαλύτερη προσφορά στον παπά, έπαιρνε στα χέρια του το κοντάρι που στην κορυφή του στηρίζονταν η εικόνα του Αναστημένου Χριστού, την μετέφερε στον αυλόγυρο της εκκλησίας και μετά το «Χριστός Ανέστη» την έφερνε πίσω στον ναό. Η δημοπρασία γινόταν για να ενισχυθούν τα έσοδα του ναού που στα παλιά χρόνια ήταν ιδιαίτερα πενιχρά. Η δημοπρασία στη χώρα γίνονταν την Κυριακή του Πάσχα, κατά την Δεύτερη Ανάσταση. Επίσης το βράδυ του μεγάλου Σαββάτου, αμέσως μετά το χαρμόσυνο άγγελμα της Ανάστασης, τσούγκριζαν τα αυγά, εύχονταν ο ένας στον άλλο και στη Γεράνεια έκαιγαν τον Ιούδα. Είχαν κρεμασμένο το γεμάτο με άχυρα ομοίωμά του σ΄ένα δέντρο κι αυτό θύμιζε σε όλους το «απελθών απήγξατο» του Ευαγγελίου. Τον «Ιούδα» κατασκεύαζε για χρόνια ο Κώτιας Χαλαμούτης και στη συνέχεια τον κατασκεύαζε ο γιός του ο Ναούμ. Μετά το «Χριστός Ανέστη» επέστρεφαν στην εκκλησία για την Αναστάσιμη Λειτουργία. Φυσικά , πάντα υπήρχαν και οι ανυπόμονοι που δεν ακολουθούσαν, αλλά βιάζονταν να γυρίσουν γρήγορα στο σπίτι, να γευθούν τη μαγειρίτσα.

Την Κυριακή του Πάσχα το πρωί, αντηχούσαν οι γειτονιές από τα τραγούδια και τα γέλια των νέων που κατευθύνονταν στον Άγιο Χριστόφορο για να κλαδέψουν τα δέντρα, καθώς ήταν αρχή της άνοιξης. Μετά το μεσημέρι γιορτάζονταν η Δεύτερη Ανάσταση. Στη Γεράνεια η περιφορά της έφτανε ως τον ΄Αγιο Νικάνορα. Εκεί έψαλλαν το «Χριστός Ανέστη» στους νεκρούς και γύριζαν στην εκκλησία όπου διάβαζαν το Ευαγγέλιο σε διάφορες γλώσσες. Μόλις σχολούσε η εκκλησία, οι άντρες μόνο, έδιναν το φιλί της αγάπης μεταξύ τους κι ύστερα πήγαιναν όλοι μαζί -άντρες, γυναίκες και παιδιά- στη Μητρόπολη. Έδιναν ευχές στον Δεσπότη κι έπαιρναν από το χέρι του το κόκκινο αυγό- που σ΄αυτήν την περίπτωση συμβόλιζε την αναγέννηση της φύσης, την ζωή- και φυσικά τις ευχές του.

Την δεύτερη μέρα του Πάσχα οι Χωριώτες συνήθιζαν να κατεβαίνουν στη Γεράνεια όπου επισκέπτονταν συγγενείς και φίλους, ενώ την Τρίτη μέρα οι Γερανιώτες ανέβαιναν για τον ίδιο λόγο στη χώρα. Επίσης την εβδομάδα που ακολουθούσε μετά την Ανάσταση, λειτουργούσε κάθε μέρα κι άλλο ξωκλήσι. Έτσι δίδονταν η ευκαιρία στους κατοίκους να τα επισκεφθούν όλα, να εκκλησιαστούν και ν΄απολαύσουν την ωραία φύση.

Τέλος, την Κυριακή του Θωμά, κατέβαιναν και πάλι οι Σιατιστινοί με τα πόδια από το δρόμο πίσω από την Αγία Τριάδα στο Μικρόκαστρο, και έφερναν στα χέρια την εικόνα της Παναγίας, η οποία φιλοξενούνταν αυτή τη φορά στη Χώρα και πάλι από λίγο σ΄όλα τα σπίτια κι έμενε εκεί ως την Πεντηκοστή. Ύστερα με μεγάλη πομπή, από τον ίδιο δρόμο, επέστρεφε στη βάση της στο Μοναστήρι.

Από όλα τα έθιμα που αναφέραμε, ευτυχώς πολλά τηρούνται ως τις μέρες μας. Η προσήλωση των Σιατιστινών στην παράδοση, διαμόρφωσε τον χαρακτήρα τους έτσι που τα κυριότερα χαρακτηριστικά γνωρίσματά του είναι το ανεπτυγμένο θρησκευτικό αίσθημα, το άσβεστο εθνικό φρόνημα, η τιμιότητα, η εργατικότητα, η εγκάρδια φιλοξενία, η ζωντάνια και το σκωπτικό πνεύμα. Τα έθιμα ποτέ δεν έπαψαν να είναι πηγή διασκέδασης για τον λαό μας αφού κάθε γιορτή συνοδεύεται από τη μουσική, το χορό και το τραγούδι.
Επίσης, η καθιέρωση γιορτών και παροδικών διακοπών, χαλαρώνει τον γρήγορο ρυθμό της εποχής μας, καταπολεμά το άγχος και δίνει νόημα και ομορφιά στη ζωή. Η παράδοση, λοιπόν, για όλους τους λόγους που αναφέραμε, πρέπει να μείνει ζωντανή. Μάλιστα, όσοι είναι υπεύθυνοι για την διαπαιδαγώγηση των παιδιών, πρέπει να τα βοηθήσουν να την κάνουν κτήμα τους, γιατί είναι βέβαιο πως η γνώση της είναι το πρώτο βήμα για την εδραίωση φυλετικής και εθνικής ταυτότητας, πράγμα πολύ σημαντικό ιδιαίτερα στις μέρες μας.

της ΣΟΥΖΑΝΝΑΣ ΠΑΠΑΝΑΟΥΜ-ΣΙΑΠΑΝΤΑ
Από το το περιοδικό «Σιατιστινά»,
Εξαμηνιαία ιστορική, λαογραφική, γλωσσολογική έκδοση του Συλλόγου Σιατιστέων Θεσσαλονίκης.

Τ. 17-18/1997-98!