Ο Θανάσης Σαράντος μιλά για την παράσταση του “Οιδίπου Τυράννου” του Σοφοκλή, τη μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη και τη διαχρονική αξία της ελληνικής τραγωδίας.

Ο Οιδίπους είναι ένας ηγέτης που ολισθαίνει προς τον αυταρχισμό στην προσπάθειά του να φτάσει στην αλήθεια. Πώς προσεγγίσατε αυτή τη μετάβαση ερμηνευτικά και σκηνοθετικά;

Ο Οιδίποδας δεν είναι αυταρχικός από την αρχή· ξεκινά ως δίκαιος ηγέτης της Θήβας, ο ήρωας που σώζει την πόλη και γίνεται σύμβολο για το λαό. Η υπέρμετρη αυτοπεποίθησή του ότι μόνο εκείνος μπορεί να βρει τη λύση οδηγεί σταδιακά σε αυταρχικότητα. Ο Σοφοκλής τον παρουσιάζει σαν έναν ερευνητή, σχεδόν ανακριτή, που ανασυνθέτει τα ίχνη ενός εγκλήματος. Το έργο περιέχει στοιχεία που θυμίζουν αστυνομικό μυθιστόρημα: αναζητώντας τον φονιά του Λάιου, ο Οιδίποδας καταλήγει να ανακαλύψει ότι είναι ο ίδιος ο φονιάς. Η ιστορία διατηρεί διαρκή ανατρεπτική αγωνία, κάνοντας το έργο το πρώτο αστυνομικό θεατρικό έργο παγκοσμίως.

Μέσα από την υπέρμετρη αυτοπεποίθηση του αναπτύσσονται κάποιες μιαρές σκέψεις· υποψιάζεται ότι ο Κρέοντας και ο Τειρεσίας συνωμοτούν εναντίον του. Γεννιέται ο φόβος ότι δεν ανήκει στην Θήβα. Η πορεία του προς την ύβρη όμως είναι αναπόφευκτη.

Ωστόσο, σε αντίθεση με τους σύγχρονους πολιτικούς,  αναλαμβάνει πάντα την ευθύνη και γίνεται ο ίδιος το ζωντανό παράδειγμα αποφυγής για την πόλη του.

Η παράστασή σας έχει χαρακτηριστεί “κομψή, μετρημένη και βαθιά σεβαστική προς το κλασικό κείμενο”. Πώς πετυχαίνετε αυτή την ισορροπία ανάμεσα στον σεβασμό προς το αρχαίο δράμα και την ανάγκη να μιλήσετε στο σημερινό κοινό;

Το αρχαίο δράμα δεν χρειάζεται κανένα απολύτως  εκσυγχρονισμό· χρειάζεται μόνο ειλικρίνεια. Όταν το προσεγγίζεις με σεβασμό αλλά χωρίς φόβο, το κείμενο γεννά το σήμερα. Η ισορροπία επιτυγχάνεται όταν λόγος, σώμα και ρυθμός συνομιλούν σε καθαρή θεατρική γλώσσα,  όχι μουσειακό ιδίωμα. Στόχος μας δεν είναι να “ανανεώσουμε” τον Σοφοκλή, αλλά να τον ακούσουμε όπως πραγματικά είναι: ποιητής που μιλά για ευθύνη, αλαζονεία και την ανάγκη να κατανοήσουμε ουσιαστικά τον κόσμο.

Ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή αναδεικνύει πάντα  το αέναο ερώτημα της ανθρώπινης αυτογνωσίας και ευθύνης, αποδεικνύοντας πως οι αρχαίοι μύθοι εξακολουθούν να συνομιλούν δυναμικά με τον σημερινό μας κόσμο.

Η μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη θεωρείται από τις πιο ολοκληρωμένες. Τι ρόλο έπαιξε αυτή η γλώσσα στη σκηνοθετική και δραματουργική σας επεξεργασία;

Η μετάφραση του Βολανάκη παραμένει πραγματικό δώρο για μας. Ο ίδιος, ως θεατράνθρωπος, αγαπούσε βαθιά το κείμενο του Οιδίποδα και η μετάφραση του αποτέλεσε προϊόν μεγάλης επεξεργασίας και φροντίδας. Το αποτέλεσμα είναι μια λυρική, πιστή απόδοση του Σοφοκλή σε ρέουσα νεοελληνική γλώσσα, που διατηρεί όμως τη μουσικότητα και τη ζωντάνια του αρχαίου λόγου.

Μας επέτρεψε να δουλέψουμε πάνω στη δύναμη της λέξης, όχι ως διανοητικό εργαλείο, αλλά ως ρυθμό, αναπνοή και ένταση. Η γλώσσα του θεατρανθρώπου Βολανάκη ακούγεται ακόμα και σε  κοινά που δεν μιλούν ελληνικά και παρ’ όλα αυτά κατανοούν την ουσία της τραγωδίας. Η λυρικότητα, η ακρίβεια και η ζωντάνια των λέξεων κάνουν την μετάφραση άμεση, έντονη και ουσιαστική.

Η παράσταση έχει ταξιδέψει σε σημαντικά διεθνή φεστιβάλ—από τη Σμύρνη και την Τραπεζούντα, έως τη Μογγολία, το Κοσσυφοπέδιο και την Αλβανία. Πώς βιώσατε αυτή τη διεθνή πορεία και πώς “διαβάζουν” οι ξένοι θεατές την ελληνική τραγωδία;

Σε κάθε χώρα οι θεατές αναγνώριζαν κάτι δικό τους. Στη Μογγολία ένιωθες τη σύνδεση με το μοιραίο αλλά  και τη θέση της γυναίκας–μητέρας. Στην Αλβανία, τη δίψα για δικαιοσύνη. Στη Σμύρνη, τη μνήμη του τραύματος. Η ελληνική τραγωδία μιλά κατευθείαν στην ψυχή· δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Το έργο ταξιδεύει γιατί θίγει την ανθρώπινη συνείδηση, την ευθύνη και τη σχέση μας με τη μοίρα, ανεξαρτήτως γλώσσας ή πολιτισμού.

Ο «Οιδίπους Τύραννος» παραμένει συγκλονιστικά επίκαιρος. Πιστεύετε ότι ο σημερινός θεατής μπορεί να βρει μέσα του κάτι από τον Οιδίποδα;

Ο Οιδίποδας είναι ο άνθρωπος που παλεύει να φτάσει στην αλήθεια σ’ έναν κόσμο που τη φοβάται. Σήμερα ζούμε σε εποχή όπου η αλήθεια έχει γίνει ύποπτη, η ισότητα και η δικαιοσύνη φθείρονται, η συλλογική συνείδηση εξασθενεί, και η χειραγώγηση περνά για ελευθερία. Δεν υπάρχει αίσθημα ισονομίας· όλα έχουν σχεδόν χαθεί. Υπάρχει μια πλαστή δημοκρατία, μια «δημοκρατορία»

Και εδώ είναι το ζήτημα: πόσο εμείς μπορούμε να κοιτάξουμε πραγματικά και να αναλογιστούμε την ευθύνη που έχει ο καθένας απέναντι στους υπόλοιπους και πώς τολμάμε να υπερβούμε τα όρια που μας έχουν επιβληθεί.

Ο Οιδίποδας γίνεται καθρέφτης μας: νομίζουμε πως βλέπουμε, αλλά είμαστε τυφλοί. Ο Χορός, που δεν είναι απλώς ο χορός γερόντων, γίνεται η κραυγή της κοινωνίας αλλά και ο καθρέφτης της συνείδησης του κεντρικού ήρωα. Στο τέλος επαναστατεί, αμφισβητεί, κρίνει και αναζητά λύτρωση μέσα από την αρρώστια που γεννά ο ίδιος ο ηγέτης.

Π.Κ.