Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Βελβεντό Κοζάνης, σ’ ένα αγροτικό περιβάλλον που δεν είχε σχέση με γράμματα και τέχνες. Η μαμά μου ήταν μοδίστρα και αγρότισσα, ο μπαμπάς μου οδηγός σε φορτηγά και αγρότης. Είμαι, όπως πολλοί Έλληνες γιοι, γιος μιας μητέρας εμφατικά παρούσας κι ενός πατέρα που, λόγω δουλειάς και λόγω της συνήθους για τη χώρα μας αρσενικής ψυχικής συγκρότησης, ήταν λιγότερο παρών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ανατράφηκα κυρίως με το περιβάλλον και τους συγγενείς της μαμάς μου. Επιπλέον, οι πρώτου βαθμού συγγενείς από τη μεριά του μπαμπά μου είναι μετανάστες στην Αυστραλία κι έτσι οι επαφές με κείνη την πλευρά της οικογένειας σπάνιζαν. Επαφή υπήρχε με το σόι της μαμάς, γεμάτο γυναίκες –θείες, ξαδέρφες, τη γιαγιά μου πάνω απ’ όλα– κι επίσης με τις πελάτισσες της μαμάς μου. Έτσι, μεγάλωσα σχεδόν αποκλειστικά σε γυναικείο περιβάλλον – με τις φίλες της μαμάς μου, με τις γειτόνισσες με τις οποίες έπινε καφέ και με τις πελάτισσές της, τις ιστορίες των οποίων άκουγα ως παιδί, κρυμμένος πίσω από την πόρτα ή κάτω από το κρεβάτι ενώ έκαναν πρόβα.
• Αν είσαι ένα παιδί μιας κάποιας ευαισθησίας –και όλα τα παιδιά είναι ευαίσθητοι καταγραφείς του περιβάλλοντός τους–, που καταλαβαίνει διαισθητικά τη δυναμική ανάμεσα στους γονείς –το τι λέγεται και κυρίως τι αποσιωπάται–, διαποτίζεσαι από τη συναισθηματική υγρασία του περιβάλλοντος. Ιδίως όταν γράφεις, γιατί η λογοτεχνία βασίζεται όχι σε ό,τι διατυπώνεται αλλά σε ό,τι λανθάνει, σε ό,τι υπονοείται. Οπότε, από τη μια οι γυναίκες ήταν εκεί και μιλούσαν, από την άλλη η πατρική φιγούρα δεν ήταν εκεί και δεν μιλούσε. Κι αυτά τα δύο, η αντίστιξη λόγου και σιωπής, με σφράγισαν και με έστρεψαν από νωρίς, νομίζω, στις λέξεις και κατόπιν στο γράψιμο. Διότι ένιωθα ότι γύρω μου πλανιούνταν πράγματα κι εγώ έπρεπε κάπως να τα κατανοήσω, να τα ερμηνεύσω, να τους δώσω σχήμα, αλλιώς θα με πλάκωναν. Αν και η οικογένειά μου δεν είχε τα εργαλεία να μου προσφέρει όσα χρειαζόμουν, στάθηκα τυχερός γιατί το Βελβεντό, παρότι μικρή κωμόπολη, απομονωμένη μεταξύ Πιερίων και Αλιάκμονα, είχε καλύτερο πολιτιστικό επίπεδο σε σχέση με τον μέσο όρο της ελληνικής επαρχίας: υπήρχε μια υποτυπώδης πολιτιστική υποδομή, από την οποία κρατήθηκα. Υπήρχε μια παιδική βιβλιοθήκη, που την έστησε τη δεκαετία του ’80 η Ανέτ Σλουμπερζέ, μια περίφημη Γαλλίδα φιλέλληνας που, σε συνεργασία με την κυβέρνηση Σημίτη, αποφάσισε να ιδρύσει σε αγροτικά μέρη της Ελλάδας ένα δίκτυο παιδικών βιβλιοθηκών με ευρωπαϊκά πρότυπα. Εγώ, επειδή δεν είχα πού να καταφύγω, κατέφυγα εκεί από μικρός. Δεν ήμουν αθλητικό παιδί, δεν αγαπούσα το ποδόσφαιρο – δεν είχα πού να πάω. Το έλεγε κάπου ο Σαββόπουλος: έχουμε την καθημερινή ζωή μας, έλεγε, πάμε στο σχολείο ή στη δουλειά μας, όμως κάποια πράγματα περισσεύουν, κι αυτά που περισσεύουν τα αναλαμβάνει το τραγούδι. Σε μένα, αυτά που περίσσευαν και περισσεύουν, αν και μάλλον θα έπρεπε καλύτερα να πω αυτά που έλειπαν και λείπουν, τα ανέλαβαν αρχικά η βιβλιοθήκη και στη συνέχεια, μέχρι σήμερα, η ανάγνωση και το γράψιμο.
«Είναι πολύ διαφορετικό να πίνεις σπριτς στο Κουκάκι και διαφορετικό να παίρνεις το τρόλεϊ από την Κυψέλη, να νιώθεις τον θυμό και την ένταση όταν είμαστε όλοι σαν σαρδέλες, και πόσο αταίριαστη είναι η «χρυσή νεολαία» του gentrification και της κυψελιώτικης «φάσης» με τους ηλικιωμένους που ζουν ξεπεσμένοι και φτωχοί»
• Σ’ αυτό το περιβάλλον, όπου δεν ένιωθα άνετα –ούτε στο οικογενειακό ούτε και στου μικρού τόπου–, είχα δύο πράγματα: από μια τη βιβλιοθήκη κι από την άλλη τις ιστορίες των γυναικών, των φιλενάδων και των πελατισσών της μαμάς μου, τη ματαίωση και τη λύπη τους, όλα όσα δεν έλεγαν στις οικογένειες και στους άντρες τους αλλά τα εκμυστηρεύονταν μεταξύ τους στον καφέ κι εγώ τα άκουγα. Αυτές οι ιστορίες είναι σημαντικές για μένα. Κι αυτή την υπόκωφη λύπη, που δεν μπορούσε να εκφραστεί αλλιώς παρά μόνο σ’ αυτό το άτυπο δίκτυο αλληλεγγύης που ήταν η καθημερινή τους συνάντηση για καφέ, τη ρούφηξα. Οπότε στο Βελβεντό είχα αυτά και είχα και τους φίλους μου, μια μικρή παρέα ατόμων στο χωριό που ήταν σαν κι εμένα –ας πούμε ότι ήμασταν, ο καθένας με τον τρόπο του, έκκεντροι–, και φτιάξαμε ένα περιβάλλον μεταξύ μας που ήταν υποστηρικτικό απέναντι σε ένα περιβάλλον που μας έκανε να νιώθουμε ξένοι. Όλα αυτά ήταν το έδαφος πάνω στο οποίο ρίζωσα για να φυτρώσω και να γίνω ό,τι είμαι. Κυρίως, όμως, το έδαφος το καθόρισε μια κληροδοτημένη λύπη που τρυπώνει πάντα μέσα απ’ τις ρωγμές, δηλαδή μέσα από ό,τι δεν αρθρώνεται, από τη μεριά της μητέρας μου, αλλά και από την πλευρά του πατέρα μου, γιατί ο πατέρας μου είχε κι αυτός να σηκώνει τις δικές του ματαιώσεις, όπως ο καθένας. Ένα ευαίσθητο παιδί όλ’ αυτά τα ρουφάει – και είπαμε, όλα τα παιδιά είναι ευαίσθητα. Ένα παιδί είναι ένας συλλέκτης που όλα αυτά καλείται κάτι να τα κάνει. Κι εγώ το μόνο που ήξερα κάπως να κάνω ήταν να βάζω λέξεις στη σειρά.
Διαβάστε περισσότερα στο lifo.gr


















