Ένα από τα σημαντικά γεγονότα του Κρόκου ήταν και ο θερισμός. Από νωρίς οι οικογένειες με τον αρχηγό της οικογένειας που ήταν ο πατέρας μαζεύονταν και κανονίζανε, αν δεν έφταναν τα μέλη της οικογένειας για το θέρο, αν και συνήθως οι οικογένειες τότε ήταν πολυπληθείς, με ποια άλλη οικογένεια θα σμίγανε και θα κάνανε μπλίκι (ομάδα, συνεταιρισμό, συνεργασία) για να πάνε να θερίσουν. Αφού τελείωναν οι συζητήσεις και τα εύρισκαν πως και τι θα γινόταν περίμεναν να στεγνώσουν καλά τα στάρια και ξεκινούσαν πρωί πρωί για το χωράφι.
Στο θέρισμα όλοι συμμετείχαν κανείς δεν έμενε στο σπίτι. Ακόμα και τα μικρά παιδιά οι γυναίκες τα έπαιρναν μαζί τους, έκαναν ειδικές κούνιες ή ακόμα και στα σαμάρια των αλόγων ή των γαϊδουριών τα έβαζαν να κοιμούνται για να μπορούν όταν πεινάσουν να τα θηλάσουν. Τα λίγο μεγαλύτερα είχαν και αυτά πολλά πράγματα να κάνουν.
Οι γυναίκες ακόμα και πένθος να είχαν φορούσαν άσπρα, βαμβακερές φούστες και άσπρα μαντίλια στο κεφάλι. Οι άντρες και αυτοί όσο μπορούσαν πιο ελαφριά άνετα και δροσερά ρούχα. Συνήθως αυτοί φορούσαν φουστανέλα όχι αυτή με τις πολλές δίπλες αλλά κάτι πιο απλό και λιτό άσπρο βαμβακερό παντελόνι και από πάνω άσπρο πουκάμισο.
Ξυπνούσαν πολύ πρωί για να έχουν όλη τη μέρα μπροστά τους. Φόρτωναν στο κάρο, στα άλογα, στα γαϊδούρια με όλα τα απαραίτητα πράγματα που θα χρειαζόταν για το θέρο. Στα χέρια τους κρατούσαν τις παλαμαριές (ειδικό ξύλινο εργαλείο σαν γάντι για να μπορούν να πιάνουν τα στάρια και τα δρεπάνια. Με τραγούδια και γέλια ξεκινούσαν για το χωράφι.
Την εποχή του θέρου δεν γινόντουσαν γάμοι. Όλες οι οικογένειες χρειαζόντουσαν εργατικά χέρια. Αν ένα κορίτσι παντρευόταν θα έφευγε από το σπίτι οπότε η οικογένεια θα έχανε ένα χέρι.Μετά η δουλειά του θέρου δεν έπαιρνε αναβολή και δεν υπήρχε χρόνος για να γίνουν ετοιμασίες για γάμους.
Μόλις έφταναν εκεί πρώτος που θα έπαιρνε με το δρεπάνι ήταν ο νοικοκύρης του σπιτιού και μετά θα έμπαιναν και οι άλλοι στη σειρά για να αρχίσουν το θέρισμα. Όσο ο νοικοκύρης έβαζε το χέρι του να πάρει τα πρώτα στάχυα οι υπόλοιποι σε αυτό το διάστημα τραγουδούσαν :
Στον νοικοκύρη αυτό που ήρθαμε
Χίλια καλά να έχει
Πολλά καλά να έχει να έχει σοδιά καλή
Να είναι τα αμπάρια του πάντα γεμάτα.
Να έχει υγειά να έχει χρόνια πολλά
Να χαίρεται την οικογένεια
Και από εκεί και κάτω άρχιζαν οι ευχές και όλα τα καλά για τα παιδιά
Αν είχε κόρη ελεύθερη της ευχόντουσαν καλά τυχερά
Αν είχε γιος και ήταν και αυτοί ελεύθεροι τους ευχόντουσαν καλά τυχερά
Αν περίμενε εγγόνια από τα παιδιά του τους ευχόντουσαν καλή λευτεριά
Και ανάλογα με τι είχε ο καθένας εκείνη την στιγμή έκαναν και το στοίχο.
Κάτι ανάλογο με αυτά που γίνονταν και λεγόταν στα κόλιαντα.
Με τα πρώτα στάχυα που έκοβε ο νοικοκύρης φρόντιζε η γυναίκα του να κάνει ένα σταυρό και αυτός ο σταυρός θα δενόταν με κόκκινη κλωστή και θα έμπαινε στη σάλα κάτω από το εικονοστάσι. Από τα στάχυα αυτά η νοικοκυρά όταν ήθελε να ξορκίσει το κακό από το σπίτι έβαζε στο θυμιατό ένα στάχυ, ένα φύλλο από το μπουκέτο τα λουλούδια που θα έπαιρνε ο νοικοκύρης από το χέρι του παπά το βράδυ του επιταφίου και ένα φύλλο από τη βάγια που το έπαιρνε την Κυριακή των βαϊων από το χέρι του Δεσπότη. Όλα αυτά, μαζί με το θυμίαμα, η νοικοκυρά γυρνούσε με το θυμιατό και θυμιάτιζε σε όλο το σπίτι για να ξορκίσει το κακό.
Ο νοικοκύρης, όταν έσπερνε, φρόντιζε στην άκρη, στα γυρίσματα που έλεγαν οι νοικοκύριδες, του χωραφιού να σπείρει και βρίζα. Ένα φυτό, το οποίο είναι και αυτό από την οικογένεια των σιτηρών, είναι περίπου ίδιο με το στάρι αλλά πιο ψηλό και πιο λεπτό για να μπορούν δένουν τα δεμάτια που θα έφτιαχναν από το θέρισμα, αφού πρώτα τα έβρεχαν λίγο.
Μετά όλοι στήνονταν στη σειρά και άρχιζαν να θερίζουν. ΄Επιαναν τα ψηλόλιγνα στάρια με την λεγόμενη παλαμαριά, που τη φορούσαν στο αριστερό χέρι και στο δεξί κρατούσαν το δρεπάνι με το οποίο θα θέριζαν.
Όλοι συμμετείχαν στο θερισμό. Μικροί μεγάλοι. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μπορούσε να σταθεί στα πόδια του και να μην προσφέρει.
Τα μικρά παιδιά, παιδιά που μπορούσαν να περπατήσουν και να κουβαλήσουν κάτι, είχαν τη φροντίδα του νερού. Κουβαλούσαν το νερό στις φστέλες (ειδικά διαμορφωμένα δοχεία νερού από ξύλο) που κρατούσαν το νερό δροσερό. Υπήρχαν και οι στάμνες ή τα λαϊνια που λέγαμε αλλά αυτά επειδή ήταν από πυλό έσπαγαν εύκολα και ήθελαν πολύ προσοχή. Έτσι οι νεολαίοι με τα δοχεία αυτά δίνανε νερό στους εργάτες. Όταν τελείωνε το νερό πήγαιναν στις πηγές και γέμιζαν πάλι τα δοχεία αυτά.
Οι λίγο μεγαλύτεροι έπαιρναν τη βρίζα, την έβρεχαν με το νερό, μάζευαν τα στάχυα που άφηναν οι θεριστές και έδεναν τα δεμάτια με ένα ειδικό εργαλείο το ζάντζιο, όπως το έλεγαν, για να γίνετε κόμπος και μετά τα κουβαλούσαν και τα έβαζαν στην άκρη για να μπορέσει να έρθει το κάρο και να τα φορτώσουν. ΄Εκαναν τις μικρές θυμωνιές στο χωράφι.
Οι πιο μεγάλοι, άντρες συνήθως, όταν ερχόταν το κάρο, φρόντιζαν να το φορτώσουν, να τα βάλουν σωστά στο κάρο και ο πιο μεγάλος από την οικογένεια, που δεν μπορούσε να θερίσει, φρόντιζε να τα κουβαλήσει στο αλώνι, εκεί με τα μεγάλα αγόρια ξεφόρτωναν το κάρο, έκαναν τις θυμωνιές και όταν τελείωναν το θέρισμα θα ακολουθούσε το αλώνισμα. Το αλώνισμα θα γινόταν με τα βόδια ή με τα άλογα. Στη μέση του αλωνιού υπήρχε ένας πάσσαλος. Εκεί με σχοινί έδεναν τα ζώα, πάντα ζευγάρι ήταν, και γυρνούσαν γύρω από τον πάσσαλο αυτό. Όταν έφταναν κοντά στον πάσσαλο τότε ο αλωνιστής φρόντιζε να τους πάει στην αντίθετη φορά και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να ζαλιστούν τα ζώα. Πάντα με το καμουτσίκι στα χέρια ο αλωνιστής έδινε την κίνηση και τη φορά, που έπρεπε να ακολουθήσουν τα ζώα, τα οποία γυρνούσαν γύρω από τον πάσαλο και γινόταν το αλώνισμα.
Πολλοί προτιμούσαν τα βόδια γιατί γυρνούσαν πιο αργά, ήταν πιο ήρεμα σε σχέση με τα άλογα.
Σημαντικό ήταν για την οικογένεια να έχει το δικό της πλακόστρωτο αλώνι. Συνήθως διάλεγαν ένα μέρος να είναι λίγο ψηλά, να είναι ανοιχτό, να μην υπάρχουν φυσικά εμπόδια και να μπορεί να δημιουργεί ρεύματα. Να περνά ο φυσικός αέρας και να παίρνει τα ελαφριά πράγματα και να αφήνει τα βαριά. Ήταν λίγο δύσκολη η επιλογή αλλά πάντα εύρισκαν κάποιο μέρος για να στρώσουν σκληρές επίπεδες πλάκες που υπήρχαν μπόλικες στην περιοχή μας.
Έτσι σιγά σιγά ερχόταν τα δεμάτια με το στάρι. Στηνόταν οι θυμωνιές όπου τα βράδια μέχρι να αλωνίσουν μαζευόταν τα νοικοκυριά και ξενυχτούσαν εκεί λέγοντας ιστορίες για τα φαντάσματα και για τους πολέμους ή ό,τιδήποτε είχε ακούσει κάποιος. Αργότερα τραγουδούσαν και κανένα τραγούδι. Εμείς τα μικρά παιδιά παίζαμε και κρυβόμασταν μέσα στις θυμωνιές. Όταν κουραζόμασταν καθόμασταν και ακούγαμε τις όμορφες ιστορίες και τα παραμύθια των μεγάλων.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα υπέροχα βράδια στις θυμωνιές, τις ιστορίες και τα παραμύθια των μεγάλων και εμείς τα παιδιά να καθόμαστε και να τους ακούμε.
Μετά ήρθαν οι πατόζες και το αλώνισμα έγινε πιο εύκολο. Η διαδικασία για το θέρισμα ήταν η ίδια αλλά δεν χρειαζόταν το αλώνι. Μετά ήρθαν οι κομπίνες, οι οποίες πήγαιναν στο χωράφι και το αλώνιζαν οι ίδιες. Το μόνο που έπρεπε να κάνει ο νοικοκύρης ή η νοικοκυρά να πάει να θερίσει ό,τι υπήρχε κάτω από τις γκορτσιές, γιατί εκεί η κομπίνα δεν μπορούσε να φτάσει. Τότε ακόμα συνήθιζαν να κάνουν τον σταυρό και να το βάζουν στην μισιά (στη σάλα του σπιτιού). Αργότερα για να είναι εύκολος ο θερισμός ξεριζώσαμε και τις γκορτσιές, σταμάτησαν και τα τραγούδια για το καλό της χρονιάς σταματήσανε και οι σταυροί με τα στάχυα που διακοσμούσαν τις εισόδους των σπιτιών.
Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν τότε ήταν όλα ξύλινα. Ακόμα και αυτά που χρησιμοποιούσαν και στο αλώνισμα,
facebook Παύλος Μαρκόπουλος


















