ΚΑΛΩΣ ΤΟ ‘21
Σε βλέπω, σε πόλεις άδειες έρχεσαι, με μάσκες-προσωπεία με φόβους και με πρόστιμα και ανελευθερία. Τάχα ελπίδες κουβαλάς πως όλα θα περάσουν μα δίχτυα αόρατα κρατάς που μάλλον θα μας πιάσουν. Σαν τα ψαράκια του γυαλού τυφλά μες το σκοτάδι θα γίνουμε καλή ψαριά σαν ρίξεις παραγάδι. Δε θα πειράξεις σίγουρα, τα ψάρια τα μεγάλα. Με δίχτυα αυτά δεν πιάνονται. Ξέρουνε κόλπα άλλα. Εσύ δεν είσαι μια χρονιά σαν τόσες άλλες πίσω, έρχεσαι με αινίγματα που δεν μπορώ να λύσω. Το ’20 αφαίρεσε όλες τις σταθερές μας ό,τι συνθέτει τη ζωή και τις μικρές χαρές μας.
Γι’ αυτό μετράμε τις χαρές, με κόμπους στο περβάζι. Τι πάει να πει Πρωτοχρονιά αν τίποτε δε μοιάζει, με ό,τι αγαπήσαμε στην πρότερη ζωή μας, χωρίς παιδιά, χωρίς φτερά, χωρίς ονείρατα απλά
που δυναμώνουν στέρεα την έρμη υπομονή μας… Τέτοια εποχή σαν άλλοτε στολίζαμε τα δώρα, τραπέζια ετοιμάζαμε, σε βελουδένια βραδυνά με βάσανα γλυκά. Τώρα δυο πιάτα μοναχά… Και λέμε «δόξα τω θεώ»!
Πού πήγαν όλα τώρα; Κρίμα, και θα γιορτάζαμε «τ’ αθάνατο νερό του ‘21», κι αντί γι’ αυτό, βλέπω, ακόμα να μετρούν κρούσματα ένα ένα. Κάποτε, για τη λευτεριά, βγήκαν τα γιαταγάνια. Τώρα, μιλούν για εγκλεισμό, με μέτρα εκλεκτικής κοπής πολιτικά αλάνια, που αφαίρεσαν το βίο μας, τη σκέψη και το βιός μας, και κάνουν πως μας σκέφτονται βάζοντας τείχη εμπρός μας. Γι’ αυτό σου λέω, μην καρτεράς υποδοχή σαν πρώτα, δεν περιμένω και πολλά με εκτεθειμένα νώτα.
Χρόνια διδάσκω Πλάτωνα και ξέρω πώς να εξηγώ γιατί μένουν ακίνητοι «οι δεσμώτες του σπηλαίου». Μα είναι η πρώτη μου φορά, που νιώθω ένας απ’ αυτούς… Σα να με δέσανε σφιχτά στα βράχια του μοιραίου. Κράτος και Βία ονόμαζαν τους φύλακες του Δία. Χιλιάδες χρόνια πέρασαν
κι ακόμα, η ιστορία, κλείνει το μάτι στο αίνιγμα. Θύμα…. η ελευθερία….
Όλι@
ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ


















