Γιος μεταναστών από ένα χωριό της Ναυπακτίας και την Κοζάνη – Η διαδρομή του από την κουζίνα της γιαγιάς του ως το Λούξορ και από το υπερπολυτελές «Ritz» στα βασιλικά ανάκτορα του Λονδίνου – Μιλά για την ιστορία της ζωής του, τον γάμο του Χάρι και της Μέγκαν, τις αδυναμίες της Ελισάβετ
Ανάμεσα σε πεύκα, ελιές και πολύχρωμα φυτά στην κατάφυτη περιοχή του Αγίου Ιωάννη Περιστερών, με θέα τη θάλασσα και το μαγευτικό Ιόνιο, σε μια από τις πιο όμορφες περιοχές της Κέρκυρας όπου βρίσκεται το ξενοδοχείο «Avali», κάλλιστα μπορεί κανείς να κάνει βασιλικά όνειρα: να φανταστεί ωραία τραπέζια και χρυσά μαχαιροπίρουνα, να ανατρέξει στην πιο διάσημη βασιλική οικογένεια στον κόσμο που έχει ρίζες και εδώ σε αυτό το νησί. Ζώντας αντίστοιχα ένα από τα σπάνια όνειρά του να μαγειρεύει για τη βασίλισσα Ελισάβετ και να αποτελεί μέρος της ομάδας των σεφ της βασιλικής οικογένειας, ο Νίκος Κουλούσιας έχει πολλές ιστορίες να μας πει για μια ζωή βγαλμένη από μυθιστόρημα. Πλέον, αφού έχει γυρίσει όλο τον κόσμο, μπορεί πια να επιλέγει τα μέρη που προτιμά και να κάνει στάση εδώ, στην Κέρκυρα, όπου τον συναντάμε ως καλεσμένο σεφ στο περίφημο γαστρονομικό φεστιβάλ «Greek Chefs’ Abroad» του ομίλου Mar-Bella, που φέτος κλείνει τα πέντε του χρόνια και στόχο έχει να φέρει τα μεγάλα ονόματα των Ελλήνων που διαπρέπουν στο εξωτερικό στη χώρα μας.
Στο «Ritz»
«Δεν ήταν όλα εύκολα, ούτε αυτονόητα, ούτε μπορείς να βρίσκεσαι από τη μια μέρα στην άλλη να μαγειρεύεις για τη βασιλική οικογένεια. Θέλει πολλή επιμονή, δουλειά και προσπάθεια. Προσωπικά μιλώντας δεν ξεχνάω ποτέ τη λαϊκή μου καταγωγή, ούτε εφησυχάζω», μας λέει ο Νίκος Κουλούσιας που ήρθε για να μαγειρέψει στη μαγική ταράτσα του open-air εστιατορίου «Apaggio» του ξενοδοχείου «Nido», του ομίλου Mar-Bella, αλλά μια ξαφνική καταιγίδα που χτύπησε το νησί τον ανάγκασε σε αλλαγή πλάνου, από εξωτερικό σε εσωτερικό χώρο, χωρίς, ωστόσο, να αποτρέψει τον κόσμο που έκανε μέρες πριν κράτηση για να γευτεί τα πιάτα από τα χέρια που τάιζαν τη βασιλική οικογένεια και τους υψηλούς καλεσμένους της. Ο ίδιος δηλώνει συνηθισμένος στις καταιγίδες και απολύτως προσγειωμένος με διαρκείς γαστρονομικές ανησυχίες που ξεκίνησαν από πολύ μικρή ηλικία: «Η μαγειρική ήρθε να με βρει πολύ νωρίς», ομολογεί με ένα χαμόγελο που δείχνει την ουσιαστική και πραγματική αγάπη για την τέχνη του. Μέχρι τα επτά του μεγάλωσε σε ένα χωριό της Ναυπάκτου ως το μοναδικό μικρό αγόρι της οικογένειας, που είχε μείνει πίσω για να βοηθήσει τα κορίτσια αφού ο πατέρας είχε φύγει μετανάστης στη Γερμανία.
Δεν είχε καν κλείσει τα έξι, όταν άρχισε να τρυπώνει στην κουζίνα για να βοηθήσει τη γιαγιά του και τις γυναίκες της οικογένειας. «Στην αρχή ανακάτευα το ρυζόγαλο, πρόσθετα και την κανέλλα και μετά, όσο αναλάμβανα πιο ενεργό ρόλο, άρχισα να το διασκεδάζω. Το έβλεπα σαν παιχνίδι». Αυτό συνεχίστηκε και όταν ακολούθησε την οικογένεια στη Γερμανία, αφού τότε είδε τη μαγειρική όχι μόνο σαν παιχνίδι, αλλά και ως τη νοσταλγική του επαφή με την Ελλάδα. «Αυτή η νοερή σύνδεση μετεξελίχθηκε σε συνειδητή απόφαση ότι αυτό είναι το επάγγελμα που ήθελα να ακολουθήσω. Αποφάσισα να το σπουδάσω σε ανώτερο επίπεδο και να δώσω εξετάσεις σε μια σχολή που οι βάσεις της τότε ήταν τόσο ψηλές όσο αυτές της Ιατρικής ή της Νομικής. Αλλά ήταν κάτι που ήθελα πραγματικά να ακολουθήσω – συνειδητά και με πλήρη επίγνωση της δυσκολίας». Σε όλη αυτή την πορεία ήταν ουσιαστικά μόνος, αφού τόσο η μοδίστρα μητέρα του όσο και ο πατέρας του δεν ήξεραν καλά τη γλώσσα, οπότε δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν στα μαθήματα και στο σχολείο. Τα κατάφερε, όμως.
Εμαθε γερμανικά και πέρασε στη σχολή που ονειρευόταν από μικρός. Παράλληλα, άρχισαν να καταφθάνουν και οι προτάσεις και έτσι βρέθηκε ταυτόχρονα να δουλεύει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου «Ritz». «Αν ήθελες να μάθεις τη γαστρονομία, έπρεπε να μαθητεύσεις σε ένα από τα εστιατόρια μιας γνωστής παγκόσμιας αλυσίδας και εγώ προτίμησα το “Ritz”, που αργότερα αγοράστηκαν από την Accor και έγιναν “Le Meridien”. Είναι οι ίδιοι που μου έκαναν πρόταση να με στείλουν με υποτροφία στο εξωτερικό για μετεκπαίδευση και εγώ διάλεξα το περίφημο New England Culinary Art Institute. Η προϋπόθεση για την υποτροφία ήταν ότι γυρνώντας θα δούλευα μαζί τους για άλλα πέντε χρόνια». Παρότι δεν ήταν εξοικειωμένος με την αγγλική γλώσσα, παραδέχεται ότι η Βρετανία ήταν μεγάλο σχολείο και του έδωσε τα «διαπιστευτήρια» που χρειαζόταν ώστε να μπει στις βασιλικές κουζίνες. Κατάφερε, επίσης, να γίνει ο ίδιος σύμβουλος με τη σειρά του σε μεγάλα εστιατόρια, ακόμα και σε διάφορες σχολές μαγειρικής στον κόσμο, όπως στον Λίβανο. Ούτε οι σπουδές ούτε η δουλειά τον φόβισαν ποτέ.
Τώρα, βέβαια, που το σκέφτεται, αντιλαμβάνεται ότι ήθελε πολλά κότσια για να δεχτεί στα 24 του χρόνια να βρεθεί επικεφαλής σεφ σε μισελενάτο εστιατόριο στη Στουτγάρδη. «Ευτυχώς τους είχα προειδοποιήσει ότι είναι μεγάλη ευθύνη να δίνεται το πρόσταγμα της κουζίνας σε έναν νεαρό σεφ, όπως ήμουν εγώ. Ηταν ένα εστιατόριο υψηλών απαιτήσεων, αλλά κατάφερα να το τρέξω για τέσσερα ακόμα χρόνια κρατώντας και το επίπεδο που απαιτούσε το αστέρι Michelin».
Δείτε περισσότερα στο protothema.gr


















