Στον Αυλιώτη το παίζαμε ατελείωτες ώρες το καλοκαίρι αυτό το παιχνίδι, με όποιο τενεκεδάκι βρίσκαμε πρόχειρο – κι ας φώναζαν οι μάνις όταν διαπίστωναν ότι έλειπε. Βλέπετε τα αξιοποιούσαν όλα και ΤΙΠΟΤΑ δεν θεωρούσαν άχρηστο. Το φυλάγαμε λοιπόν κι εμείς μόλις τελειώναμε, γιατί άιντε να βρεις άλλο όταν το χρειαζόσουνα.
Το αποκαλούσαμε επίσης Τζιμ του Κτι – κι ας κασμιρεύν όσο θέλν στο Λάκκο. Προχτές δηλαδή που τους είπα γι’ αυτή την εναλλακτική ονομασία, δεν φτάνει που δεν την ήξερε κάνας, άρχισαν τις λοιδορίες :«Ζητλαραίοι! Σας χράζουνταν κι διεθνής ονομασία! Μαν ήταν Ολυμπιακό άθλημα».
Περιμένω την ετυμηγορία σας για τς φρίξω, κι να μην φκιάν του μάγκα!
Όπως θα θυμάστε κι όσοι και όσες τράνιψάμι στα σουκάκια, στην αρχή τα «βγάζαμε» για να καθοριστεί αυτός που θα τα φυλούσε. Αυτό γινόταν κυρίως με «κού-μπά-νιά» (από το κομπανία?) ή επί τω πιο παιχνιδιάρικο «κουλουτουμπανιά».
Στη συνέχεια στήναμε το τενεκεδάκι στην κορυφή του …στίβου. Στον Αυλιώτη ο στίβος αυτός ήταν ο δρόμος, και για το Κτι αλλά και για όλες τις αθλοπαιδιές γενικά. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χρειάζεται να μαζώνουμε τον εξοπλισμό κάθε φορά που περνούσε αυτοκίνητο (και μια φορά κάθε ώρα μη σι πω, γιατί ήμασταν κέντρο) ή κάνα κάρο – στην οποία περίπτωση σταματούσαμε ΚΑΙ για να ριχτούμε από πίσω για καβαλίκα.
Γύρω από το Κτι σχεδιάζαμε έναν κύκλο με κεραμίδα για να καθοριστούν τα όρια του στησίματός του.
Το παιχνίδι ξεκινούσε με ένα άλλο παιδί (όχι τον «φύλακα» εννοείται) να πετάει το Κτι με όλη του τη δύναμη προς μια κατεύθυνση. Ο «φύλακας» έτρεχε να το πιάσει και να το επαναφέρει στον κύκλο και σ’ αυτό το διάστημα οι υπόλοιποι παίχτες κρύβονταν εκεί γύρω όπως- όπως (στς Τσιόπτσινας του μπαχτσέ π.χ.) γιατί δεν είχαν και πολύ χρόνο. Ο «φύλακας» άρχιζε να τους ψάχνει έχοντας το νου του και στο Κτι. Κάθε φορά που εύρισκε έναν, έτρεχε στον κύκλο, το πατούσε με το πόδι του και ανακοίνωνε «Ένας Λάζος φτου-φτου!» ή «Μια Τασούλα φτου-φτου!»
Αν στην διάρκεια της …ανίχνευσης πεδίου εκ μέρους του «φύλακα», ένας από τους παίχτες κατάφερνε να φτάσει στο Κτί χωρίς να γίνει αντιληπτός, τότε μπορούσε να το κλωτσήσει με όλη του τη δύναμη προς την κατεύθυνση που είχε εκσφενδονιστεί την πρώτη φορά. Ακόμα κι αν τον έβλεπε ο «φύλακας», έπρεπε να τρέξει να το πιάσει, να ξαναγυρίσει στον κύκλο και μόνο αν έφτανε πρώτος και έφτυνε «Ένας Ηλίας φτου-φτου», τότε γλύτωνε! Αλλιώς κλιούτς! Με την κλωτσιά του παίχτη, ο χρόνος ανανεώνονταν και μπορούσαν να ξανα-κρυφτούν και όσοι είχαν βρεθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή και κάθονταν μαραμένοι στην άκρη περιμένοντας σωτηρία.
Αν παρ’ όλες τις δυσκολίες (που αυξάνονταν αν έπαιζαν πολλά παιδιά) ο «φύλακας» κατάφερνε να βρει όλους τους παίχτες (πόσο ούρδες μπορούσαν να είναι πια!) τότε τα φύλαγε ο πρώτος που είχε ευρεθεί.
Και φτου κι απ’ την αρχή!
Άιντι τώρα να σμάζουχτείς μέσα και να φκιάεις homework!
Από fb: Κοζάνη: Μνήμες, Αναμνήσεις & Εικόνες – Kozani- Ματίνα Τσικριτζή Μόμτσιου


















