Ξεκούραση από τον παλιότερο διατροφικό ασκητισμό της Τρανής Σαρακοστής αποτελούσαν και στον τόπο μας οι μεγάλες σαρακοστιανές γιορτές. Με εξαίρεση την Κυριακή της Σταυροπροσκύνησης, που διατηρούσε τον αυστηρά νηστευτικό χαρακτήρα της περιόδου αυτής, στις υπόλοιπες προπασχαλινές γιορτές και συγκεκριμένα των Αγίων Θεοδώρων, των Αγίων Σαράντα, του Ευαγγελισμού, την Κυριακή της Ορθοδοξίας και των Βαΐων καταλύονταν και το λάδι και το ψάρι.

Για τη μέρα του Ευαγγελισμού ιδιαίτερα, τόσο πολύ είχε καθιερωθεί το ψάρι ως εθιμικό μεσημεριανό φαγητό, ώστε θεωρούνταν σχεδόν αμαρτία μια τυχόν παρέκκλιση ακόμη και επί το αυστηρότερον. Έλεγαν μάλιστα ότι «άμα δεν έχς παράδις ν’ αγουράεις ψάρ΄, του κόκαλου π’ θα βρεις σην κουπρά να του πάρς κι να τ’ αγλείψς», παραίνεση η οποία, μέσα στην υπερβολή της, αποδεικνύει τη δύναμη της συγκεκριμένης διατροφικής επιταγής. Την εθιμική αυτή ιχθυοφαγία κυρίως του Ευαγγελισμού έμοιαζε να στηρίζει και η Ορθόδοξη Παράδοση, τουλάχιστον μέχρι και τα τελευταία χρόνια της Βυζαντινής αυτοκρατορία. Πράγματι, σύμφωνα με τον Ε΄ Κανόνα του Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως, αν έπεφτε η γιορτή τη Μεγάλη Πέμπτη ή τη Μεγάλη Παρασκευή «ουχ αμαρτάνομεν οίνου τηνικαύτα μεταλαμβάνοντες και ιχθύος»

Τα ψαρικά που έτρωγαν οι κάτοικοι της Κοζάνης δεν διακρίνονταν ιδιαίτερα για την ποικιλία τους, όπως είναι αναμενόμενο φυσικά σε μια περιοχή τόσο απομακρυσμένη από τη θάλασσα, και περιορίζονταν κυρίως σε ό,τι πρόσφεραν οι κοντινές λίμνες και τα ποτάμια. Για τις σαρακοστιανές γιορτές, συνηθίζονταν κυρίως ο μπακαλιάρος, το γριβάδι, τα χέλια και τα τζαμπόχιλα (χέλια παστά). Τα δυο τελευταία ήταν από τις πιο περιζήτητες νοστιμιές στην παλιά Κοζάνη. Τα τζαμπόχιλα τα μαγείρευαν μέσα σε λαδόχαρτο στη χόβολη ή στο τσιμπίδι, ενώ το νωπό το έφτιαναν τηγανητό ή ψητό στο φούρνο με πατάτες ή με ρύζι. Ακόμη και σήμερα όταν ακούς ανθρώπους κάποιας ηλικίας να αναπολούν παλιές γεύσεις, αντιλαμβάνεσαι ότι τους πέφτουν τα σάλια στην ανάμνηση εδεσμάτων με χέλια. Το παρακάτω λαϊκό δίστιχο δε διεκδικεί βέβαια βραβείο ποίησης, αλλά είναι ενδεικτικό της εκτίμησης που έχαιρε αυτό το μάλλον σπάνιο σήμερα φαγητό σε σύγκριση με άλλα ψαρικά:

«Γιατί πήρις ψάρ΄ να σι φτώ κι να μι φτάς
κι δεν πήρις χέλ΄ να σι φλώ κι να μι φλάς»