Ας μιλήσουμε για μουσική: 7.500 χρόνια πριν, ο ήχος της φλογέρας αντιλαλούσε στις πλαγιές του Σκοπού και του Βερμίου, ντύνοντας μουσικά τις χαρές και τις λύπες των ανθρώπων της εποχής.
ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ της τελευταίας εικοσαετίας από τους νεολιθικούς οικισμούς της Κίτρινης Λίμνης τοποθετούν την περιοχή μεταξύ των πρωιμότερων και σπουδαιότερων χώρων ανάπτυξης της μουσικής τέχνης στον ελλαδικό και ευρύτερο βαλκανικό χώρο.
Έξι σχεδόν ακέραιοι οστέινοι αυλοί (φλογέρες), οι τέσσερις από την Τούμπα Κρεμαστής Κοιλάδας και οι δύο από τον Κλείτο, και τμήμα ενός έβδομου από το Μεγάλο Νησί Γαλάνης, που χρονολογούνται μέσα στη νεότερη νεολιθική περίοδο (5.500-4.700 π.Χ.), βεβαιώνουν το αναπτυγμένο επίπεδο της μουσικής τέχνης στην περιοχή, μέσα στην 6η και 5η π.Χ. χιλιετία. Επιπλέον, η πρόσφατη ανασκαφή στον οικισμό της Σουλουκιάς Ποντοκώμης έφερε στο φως μια ακέραια οστέινη «σφυρίχτρα» της αρχαιότερης νεολιθικής περιόδου (γύρω στο 6.000 π.Χ.), ένα από τα αρχαιότερα μουσικά όργανα στον ελλαδικό και ευρύτερο βαλκανικό χώρο.
Τα ευρήματα, λόγω και της πολύ καλής κατάστασης διατήρησής τους, αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών και συμβάλλουν ουσιαστικά στην προώθηση της έρευνας για τις αρχές της μουσικής (ως πνευματικής έκφρασης του ανθρώπου), τη μουσική τέχνη και τα μουσικά όργανα της νεολιθικής εποχής.
Μέρος των ευρημάτων εκτίθεται στην Αρχαιολογική Συλλογή Κοζάνης και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής.
Οι αυλοί (φλογέρες) της Κίτρινης Λίμνης είναι τύπου «σωλήνα» και είναι κατασκευασμένοι από ανθρώπινο οστό, κάτι που συνιστά ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους. Ακολουθούν έναν σταθερά επαναλαμβανόμενο τύπο, αυτόν του απλού, οστέινου και ελαφρώς κωνικού σωλήνα, με 5 οπές (πεντατονική μουσική κλίμακα), όμοιας διαμέτρου και με ίσα σχεδόν μεσοδιαστήματα. Το μήκος τους είναι 16-25 εκατοστά.
Η πολύ καλή κατασκευή τους υποδηλώνει ότι αποτελούν έργα εξειδικευμένων τεχνιτών, ενώ τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με την παραγωγή ήχου βεβαιώνουν το προχωρημένο στάδιο της μουσικής τέχνης κατά τη νεότερη νεολιθική περίοδο.
Ένας από τους αυλούς της Κρεμαστής φέρει εγχάρακτο μοτίβο – ιδεόγραμμα, το οποίο θα πρέπει να μελετηθεί στο πλαίσιο του συμβολισμού και ίσως της νεολιθικής γραφής.
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ και τα αρχαιότερα μουσικά όργανα στον ευρωπαϊκό χώρο:
Τα αρχαιότερα μουσικά όργανα ή ηχητικά αντικείμενα του ευρωπαϊκού χώρου ανάγονται στην ανώτερη παλαιολιθική περίοδο. Χαρακτηρίζονται από σχετικά αναπτυγμένη τεχνική κατασκευής, γεγονός που υποδηλώνει την ύπαρξη και πρωιμότερων, πιο πρωτόγονων ηχητικών αντικειμένων.
Κατά τη νεολιθική εποχή (6.500-3.000 π..Χ. περίπου), εμφανίζεται μεγαλύτερη ποικιλία μουσικών οργάνων, ως συνέπεια της σταθερότητας των συνθηκών ζωής.
Ωστόσο, τα πρώιμα παραδείγματα από τον ελλαδικό και ευρύτερο βαλκανικό χώρο, της αρχαιότερης και μέσης νεολιθικής περιόδου (6.500-5.500 π.Χ.), είναι λιγοστά (μόλις επτά), όμοιου ή διαφορετικού τύπου (με λιγότερες οπές), και τμηματικά σωζόμενα. Προέρχονται, εκτός από την Ποντοκώμη, από τους νεολιθικούς οικισμούς της Θεσσαλίας, της Κεντρικής Μακεδονίας και του όμορου οικισμού της Anza, βορειότερα, μαρτυρώντας την πρώιμη εμφάνιση της μουσικής στις περιοχές αυτές.
Οι ανασκαφές όμως των τελευταίων ετών στο λιμναίο οικισμό του Δισπηλιού και στην Αυγή Καστοριάς, καθώς και στους οικισμούς της Κίτρινης Λίμνης, έφεραν στο φως δύο σημαντικά νεολιθικά σύνολα, τα οποία επιβεβαιώνουν την εντατική κατασκευή και χρήση μουσικών οργάνων (αυλών) στις περιοχές αυτές, από την αρχή της νεότερης νεολιθικής περιόδου, από το 5.500 π.Χ. και εξής, καθιστώντας τη Δυτική Μακεδονία έναν από τους πρωιμότερους χώρους ανάπτυξης της μουσικής τέχνης, σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ χρήσης των προϊστορικών αυλών:
Σύμφωνα και με τους μουσικολόγους, οι τελετουργίες αποτέλεσαν τις ιδιαίτερες εκείνες «ιστορικά διαμορφωμένες κοινωνικές προϋποθέσεις» για την εμφάνιση της μουσικής. Ωστόσο η ύπαρξή τους στις πιο πρώιμες περιόδους της προϊστορίας και κυρίως στην παλαιολιθική εποχή, αποτελεί περισσότερο διαίσθηση, παρά βεβαιότητα.
Τα πρωιμότερα επιβεβαιωμένα στοιχεία χρονολογούνταν μέχρι πρόσφατα στην εποχή του χαλκού (3.000-1.100 π.Χ. περίπου) και την πρώιμη εποχή του σιδήρου (1.100-700 π.Χ. περίπου), και μαρτυρούν το θρησκευτικό χαρακτήρα της μουσικής και τη χρήση της σε τελετές θυσίας ζώων ή ταφικές τελετουργίες. Στην ελληνική αρχαιότητα, η μουσική, με κυρίαρχο όργανο τον αυλό, συνόδευε όλες τις στιγμές του δημόσιου και ιδιωτικού βίου.
Η ανασκαφή της Κρεμαστής έφερε στο φως μια εκτεταμένη περιοχή, στα όρια του οικισμού, με κατάλοιπα τελετουργιών, ταφικού αλλά και πιο κοσμικού χαρακτήρα, οι οποίες περιελάμβαναν και θυσίες ζώων, επιβεβαιώνοντας την έντονη τελετουργική δραστηριότητα των κατοίκων του οικισμού, κατά τη νεότερη νεολιθική περίοδο, και μεταθέτοντας αρκετές χιλιετίες πριν τη σχετική δραστηριότητα. Επιπλέον, πληθαίνουν σταδιακά τα ευρήματα της περιόδου, από τον ελλαδικό και ευρύτερο χώρο, που συνδέονται από την έρευνα με κατάλοιπα τελετουργιών, και οι οποίες φαίνεται να αποτέλεσαν και για τη νεολιθική εποχή το κοινωνικό και ιδεολογικό πλαίσιο χρήσης των αυλών.
Αξιοσημείωτη είναι η ιδιαιτερότητα της πρώτης ύλης των αυλών της Κρεμαστής και του Κλείτου, η οποία τους καθιστά μοναδικούς, με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα, στον ελλαδικό και ευρύτερο χώρο, θέτοντας παράλληλα ερωτηματικά, όχι μόνο σχετικά με τα κριτήρια επιλογής της πρώτης ύλης, αλλά και με το κοινωνικό και ιδεολογικό πλαίσιο χρήσης των συγκεκριμένων αυλών. Άλλωστε, βέβαιη θεωρείται η κατασκευή και χρήση μουσικών οργάνων και από άλλα υλικά, όπως ξύλα ή καλάμια, που δεν διασώθηκαν, τα οποία συνόδευαν ίσως διαφορετικές στιγμές της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής των κατοίκων.
Η ΜΟΥΣΙΚΗ αποτέλεσε το θέμα εκδήλωσης – ημερίδας υπό τον γενικό τίτλο «Η Μουσική συναντά την Αρχαιολογία:
Οι προοπτικές ενός μουσικού ευρήματος», της ΕΦΑ Κοζάνης, το 2015, κατά τον εορτασμό της Διεθνούς Ημέρας Μουσείων. Η εκδήλωση περιελάμβανε επίσης έκθεση νεολιθικών αυλών για τις σχολικές μονάδες, αλλά και σύγχρονων μουσικών οργάνων, ενώ πλαισιώθηκε από μουσικό δρώμενο με αυτοδίδακτους ντόπιους μουσικούς που έπαιξαν μουσική με τις φλογέρες τους.
Στόχος μας ήταν να αναδείξουμε τη δυνατότητα των μουσείων, ως ζωντανού ιστού της κοινωνίας, να αξιοποιούν και να ενώνουν διαφορετικές πτυχές του πολιτισμού. Ένα μουσικό όργανο της προϊστορίας μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο πόλο έλξης επισκεπτών, αλλά σημείο συνάντησης της επιστήμης της αρχαιολογίας με την τέχνη της μουσικής.
Σε μία περιοχή με μακραίωνη μουσική παράδοση αλλά και με σύγχρονη έντονη παρουσία στα μουσικά δρώμενα, μία νεολιθική φλογέρα αποκτά μία δυναμική για να εξελιχθεί από αντικείμενο θαυμασμού σε ζωντανό κύτταρο πολιτισμού και ιστορίας.
Σημ.: Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ενημερωθούν αναλυτικότερα, αναζητώντας και εικόνες των ευρημάτων, από ηλεκτρονικές πηγές.
(Α. Χ.-Μ.)



















