συνέχεια
Το Τσαμπάζοι ή Τσάμπαζ, ανήκε στην υποδιοίκηση Μιχαλιτσίου του νομού
Προύσας. Στα αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, διάβασα ότι στο
χωριό κατοικούσαν 50 περίπου οικογένειες, οι οποίες πριν πολλά χρόνια
είχαν εγκαταλείψει την περιοχή Καρπενησίου του νομού Ευρυτανίας και
ήρθαν στη Μικρά Ασία αναζητώντας καλύτερη τύχη.
Άλλοι πάλι αναφέρουν, ότι έφυγαν από την περιοχή τους, μη αντέχοντας
τους διωγμούς και τις λεηλασίες των Αλβανών του Αλή Πασά.
Η εκκλησία του χωριού ήταν αφιερωμένη στην Αγία Ανάληψη του Σωτήρος
Χριστού και βρισκόταν στη βορειοδυτική πλευρά του. Διέθετε αρκετή
περιουσία με την οποία κάλυπτε τα έξοδα για τις διάφορες ανάγκες της.
Το σχολείο του χωριού ήταν πολύ μικρό, αρκούσε όμως για τους λίγους
μαθητές που φοιτούσαν σε αυτό. Το 1914, όπως όλα τα μικρά ελληνικά
χωριά, υπέστη τις επιδρομές των Τσετών, οι οποίοι το λεηλάτησαν και
ανάγκασαν τους κατοίκους να ζητήσουν προστασία σε άλλα μεγαλύτερα
ελληνικά χωριά.
Στην είσοδο του χωριού διέκρινα την απογοητευτική κατάσταση που είχα
συναντήσει στα περισσότερα χωριά που είχα ήδη επισκεφθεί. Παντού η
ίδια ακαταστασία. Γκρεμισμένα παλιά σπίτια, μεγάλες απεριποίητες αυλές
με έντονη τη δυσοσμία από τις κοπριές των ζώων.
Φθάνοντας στη μεγάλη πλατεία του χωριού, ρώτησα τους κατοίκους αν
υπήρχε κάποιο στοιχείο ελληνικό που θα μπορούσα να επισκεφτώ. Μου
απάντησαν αρνητικά και έτσι η παραμονή μας εκεί ήταν εξαιρετικά
σύντομη.
Στο Τσεσνεήρι.
Επόμενος σταθμός μας ήταν το χωριό Τσεσνεήρι ή Τσισνιήρ και στα
ελληνικά Κρυοπηγή. Εκεί ο Εμίν Αγάς είχε ένα φίλο, ο οποίος μας
περίμενε στο καφενείο. Στη διαδρομή δε λέγαμε και πολλά πράγματα,
διότι ήμασταν εξαντλημένοι από το τσιμπούσι της προηγούμενης νύχτας.
Μέσα σε λίγη ώρα φάνηκε το Τσεσνεήρι, σκαρφαλωμένο στις πλαγιές ενός
τελείως φαλακρού βουνού. Από εκεί ο επισκέπτης έχει πανοραμική θέα σε
όλη την περιοχή. Όχι ότι μπορεί να δει και κάτι το αξιόλογο… παντού
υπήρχαν πέτρινοι λόφοι χωρίς κανένα δέντρο.
Σύμφωνα με τα Αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, οι 120
οικογένειες που το κατοικούσαν, με επί κεφαλής το σόι των
Καραπαναγιώτηδων, κατάγονταν από τα Άγραφα, και οι περισσότεροι
συγγένευαν μεταξύ τους.
Οι κάτοικοι των άλλων ελληνικών χωριών τους αποκαλούσαν Αγραφιώτες,
κάτι που μαρτυρούσαν άλλωστε και οι ιδιωματισμοί στο λεξιλόγιο και η
προφορά τους, που ήταν ολοφάνερα αγραφιώτικοι.
Είχαν σχηματισμούς κυρίων ονομάτων, εντελώς άγνωστους στη Μικρά Ασία,
προερχόμενους από αυτήν την περιοχή της Ελλάδας: Κωνσταντής,
Κωνσταντάκης, Κίτσος, Μήτρος, Δημηρός, Γιαννακός, Θανασός, Βασίλαρος,
Σταυρακός, Βασίλω, Χάϊδω, Μαριώ, Αστέρω κ.α. και επιπλέον, ανέφεραν
συνεχώς την παροιμία … «Αν μι δής κακατσίδα να μι πης», που τη
συναντά κανείς μόνο στα Άγραφα.
Η παράδοση αναφέρει ότι, αφού εκτοπίστηκαν από τα μέρη των Αγράφων,
ήρθαν και εγκαταστάθηκαν σε αυτήν την περιοχή, αγοράζοντάς τη από έναν
αγά ονόματι Χασάν.
Οι διάφοροι μαχαλάδες του χωριού πήραν τα ονόματά τους, από τις
οικογένειες που έμεναν εκεί, Χλερέικα, Παναγιωτέικα, Στρατελέικα και
Μπαλτέικα.
Την κύρια πλατεία του χωριού την ονόμαζαν Ζαρζαβατικό, εξαιτίας του
παζαριού που έκαναν εκεί μία φορά την εβδομάδα. Κατά τη διάρκεια των
μεγάλων γιορτών, οργάνωναν γλέντια στην πλατεία και οι πιο θερμόαιμοι
πυροβολούσαν στον αέρα μετατρέποντας την σε πεδίο μάχης.
Η εκκλησία, που ήταν αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είχε
κτιστεί το 1837 κοντά στην περιοχή Πέτρα με το μεγάλο βράχο της και
διέθετε τρεις παπάδες.
Εκεί, μετά τη Θεία Λειτουργία, συγκεντρώνονταν τα παλικάρια και
συναγωνίζονταν στην πάλη. Στον δρόμο προς τη γειτονική Τσάμλυτζα,
υπήρχε το Αγίασμα της Αγίας Παρασκευής, και κοντά στο Τσάμπαζ, το
Αγίασμα του Αγίου Γεωργίου, τα οποία επισκέπτονταν συχνά οι κάτοικοι
και άναβαν τα καντήλια τους.
Στο Αγίασμα του ιδιαίτερα αγαπητού Αγίου Γεωργίου, οι άρρωστοι άφηναν
μια κλωστή από τα ρούχα τους στο διπλανό θάμνο για να γιατρευτούν,
μεταφέροντας προς αυτόν την αρρώστιά τους. Την ημέρα της γιορτής του
είχαν το έθιμο να απελευθερώνουν κοκόρια στο βουνό, τα οποία
περιφέρονταν ελεύθερα και έπεφταν θύματα των αγρίων ζώων.
Κοντά στο σχολείο του χωριού υπήρχε ένας ξενώνας, το «Αδελφάτο», όπως
το αποκαλούσαν, με καφενείο και ξενώνα για τη φιλοξενία των
επισκεπτών. Το είχαν κτίσει το 1908 και ήταν το στολίδι της περιοχής.
Κάτω από το χωριό, ήταν το ρέμα του Αγίου Γεωργίου, το οποίο όταν
έβρεχε μετατρεπόταν σε άγριο χείμαρρο που κατέβαζε πέτρες, κεραμίδια
και πήλινους σωλήνες, απομεινάρια ενός παλιού κατεστραμμένου
μοναστηριού.
Η περιοχή γύρω από το χωριό πρέπει να είχε κάποια αρχαιολογική
σημασία. Στην περιοχή Κούκος, όπου υπήρχαν τα παλιά Τουρκικά
νεκροταφεία, είχε βρεθεί μια μεγάλη μαρμάρινη κολώνα ύψους τριών
μέτρων και στην περιοχή Κοτζά Ταρλά είχαν βρει απομεινάρια ενός παλιού
οικισμού.
Οι κάτοικοι του χωριού ασχολούνταν κυρίως με την καλλιέργεια
κρεμμυδιών, κουκουλιών και παντός είδους κηπευτικών. Στην περιοχή
Λάκες παρήγαγαν τα καλύτερα κρεμμύδια της περιοχής, ενώ στην περιοχή
με το όνομα Χατζή Βασίλη Σταλός, είχαν μεγάλα μποστάνια και παρήγαγαν
τα περίφημα καρά καβούνια της Προύσας.
Οι Τσέτες εισήλθαν σε αυτό το χωριό στις 3 Ιουνίου του 1914 και το
λεηλάτησαν. Μάταια οι Τούρκοι των διπλανών χωριών προσπάθησαν να
αποτρέψουν το μοιραίο βοηθώντας τους να ξεφύγουν. Οι περισσότεροι από
τους κατοίκους βρήκαν προσωρινό καταφύγιο στην Τρίγλια.
Όταν επέστρεψαν στο χωριό, διαπίστωσαν με μεγάλη έκπληξη ότι στα
σπίτια τους είχαν εγκατασταθεί Τούρκοι πρόσφυγες από τη Μακεδονία.
Ευτυχώς με την επιστροφή των κατοίκων απεχώρησαν χωρίς να
δημιουργήσουν φασαρίες.
Μπαίνοντας στο πυκνοκατοικημένο χωριό κατευθυνθήκαμε προς την πλατεία,
όπου ήταν και το τζαμί. Τα περισσότερα από τα σπίτια και εδώ ήταν
παλιά Ελληνικά, προχείρως επιδιορθωμένα. Συναντήσαμε το φίλο του Εμίν
Αγά, το Μουζαφέρ, ο οποίος αφού μας κέρασε τσάι, μας ξενάγησε στο
χωριό.
Το Τσεσνεήρι έχει σήμερα 70 σπίτια με 250 περίπου κατοίκους οι οποίοι
κατάγονται από το χωριό Σάριγερ του Λαγκαδά. Ασχολούμαστε, συνέχισε ο
Μουζαφέρ «με την παραγωγή ρεβιθιών, καλαμποκιού, ζαρζαβατικών και
κρεμμυδιών, ενώ παράλληλα εκτρέφουμε και πολλά ζώα».
Αυτό βέβαια δε χρειάστηκε να μας το πει ο Μουζαφέρ, διότι οι μυρωδιές
των κοπριών είχαν προ ώρας κάνει αισθητή την παρουσία τους. Διέκρινα
μία βρύση που έμοιαζε ελληνική. Πλησίασα αμέσως και είδα μια μαρμάρινη
επιγραφή..
«ΕΤΟΣ 1922, ΤΣΙΣΝΙΓΙΡΗ
ΤΗ ΕΥΓΕΝΗ ΦΡΟΝΤΙΔΙ ΤΗΣ ΤΟΤΕ ΔΗΜΟΓΕΡΟΝΤΙΑΣ».
Σταμάτησα για να βγάλω φωτογραφίες. Καθετί «Ελληνικό» πρέπει να
καταγράφεται και να φωτογραφίζεται. Είναι ο μόνος τρόπος για να
παραμείνει αιώνια η κληρονομιά αυτή στις επερχόμενες γενεές. Γιατί
στην πραγματικότητα, μέσα στα επόμενα χρόνια δε θα υπάρχει τίποτα από
αυτά.
Αυτό συνέβη και στην Ελλάδα, όταν την δεκαετία του 1960 άρχισαν να
κτίζονται καινούργια σπίτια, καταστράφηκε κάθε τούρκικο στοιχείο.
Σήμερα μάταια οι Τούρκοι πρόσφυγες ψάχνουν να βρουν ένα δικό τους
κτίσμα στα χωριά των προγόνων τους. Στην περιοχή Πέτρα υπάρχει ακόμη ο
μεγάλος βράχος, λείπουν όμως τα παλικάρια που του έδιναν ζωή,
διοργανώνοντας πάνω του αγώνες πάλης.
Φύγαμε για τη γειτονική Τσάμλυτζα, αφήνοντας πίσω τον ευγενικό
Μουζαφέρ. Στο δρόμο για την Τσάμλυτζα τα φιλαράκια μου είχαν ξαναβρεί
το κέφι τους. Κύριο θέμα των πειραγμάτων τους αυτή τη φορά, το χθεσινό
τσιμπούσι.
«Εσύ ρε Γιώργο δε μας έλεγες ότι κάνεις δίαιτα και δεν πίνεις καθόλου
αλκοόλ; Χθες μόνο εμάς δεν καταβρόχθισες», άρχισε τα πειράγματα ο
Σεφέρ.
«Αμ το τραγούδι; Ίδιος ο Ζεκί Μουρέν».
Πλησιάζαμε στο χωριό και δεν έδωσα σημασία στα πειράγματά τους.
Αλλωστε είχαν δίκιο. Οτιδήποτε να μου βάλεις μπροστά μου δεν θα το
αφήσω, είμαι σε θέση να καταβροχθίσω τα πάντα. Χθές με τέτοια πείνα
που είχα, έδωσα ρεσιτάλ. Αλλά και εκείνα τα παϊδάκια, οι
μπαστουρμάδες, τα κεφτεδάκια, τα λουκάνικα, τα κάθε είδους
μεζεκλήκια…. Και νεκρούς ανασταίνουν !!!!
Στην Τσάμλυτζα.
Είχα ακούσει από τον παππού Θεοδόση από τις Σέρρες, ότι το χωριό του η
Τσάμλυτζα βρισκόταν σε πολύ ωραία τοποθεσία και ότι είχε μια όμορφη
εκκλησία, αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο.
«Το χωριό μας Γιώργη μου, ανήκε στην υποδιοίκηση Μιχαλιτσίου του νομού
Προύσας και πήρε το όνομά του από τα πολλά τσάμια (πεύκα) που υπήρχαν
στην περιοχή. Είναι κτισμένο στις παρυφές του όρους Καλέ, στην κοιλάδα
του ποταμού Νιλουφέρ. Κατοικούνταν από περίπου 160 οικογένειες
Χριστιανών, οι οποίες είχαν έλθει στη Μικρά Ασία στα τέλη του 18ου
αιώνα, προερχόμενοι από την περιοχή των Αγράφων της Ευρυτανίας.
Κάποιοι εγκαταστάθηκαν εδώ και οι άλλοι στα γειτονικά χωριά Τσεσνεήρι
και Τσαμπάζοι.
Αρχικά ήμασταν δώδεκα οικογένειες Ελλήνων, με σπουδαιότερα τα σόγια
των Ανδρικοπουλαίων και τους Αναστασιλαίων. Θυμάμαι που έλεγαν ότι
ήταν μεγάλη τιμή να κατάγεσαι από αυτούς. Ήταν μάλιστα τόσο σπουδαίοι,
που στα χρόνια μου διατηρούσαν ερείπια των παλιών τοίχων από τα σπίτια
τους, για να τους θυμούνται.
Στο χωριό υπήρχαν έξι μαχαλάδες. Ο πρώτος, ο Τσάμια μαχαλάς, πήρε το
όνομά του από τα πολλά πεύκα που υπήρχαν σε αυτόν. Οι υπόλοιποι, τα
Τσαουσαίικα, τα Γιαννακαίικα, τα Χατζηγιανακαίικα, τα Χατζαραίικα και
τα Τσεσνερλαίικα, πήραν τα ονόματά τους από τις δώδεκα πρώτες
ελληνικές οικογένειες του χωριού. Θυμάμαι ακόμα από τον πατέρα μου,
πολλά τοπωνύμια και τοποθεσίες, που σε ορισμένες από αυτές είχαμε
χωράφια. Θα στα αναφέρω για να τα θυμάστε και εσείς:
Ακτσέ Μπουνάρ, Βαρβάρα, Βρύσες, Εξηντάρες, Καλές (παλιό φρούριο),
Κεφαλονέρι, Κανασμάκι, Κρακουτούκι, Καραλήδες και Κούμια, με τα πολλά
μποστάνια. Επίσης θυμάμαι την Πέτσα, τα Μεζαρλήκια, Μελίδια, Μελελίκ,
Μετόχι, Μπας Μπουνάρ, Ντερμέν Ντερές, Πάγια (μερίδια), Ταρλάδες,
Τασλήκια, Τραγάνες, Φαρά Μπαξέδες, Φτελούδες, Φαρμάν Καγιάς, Χαλιάδες
(μέρος με χαλίκια) με τις πολλές μουριές και στην άκρη του χωριού, οι
Ντεντέδες, όπου υπήρχαν παλιά τούρκικα νεκροταφεία».
Συνέχισε ο παππούς τις ιστορίες του για το όμορφο χωριό του. Άλλωστε
είχε φύγει από εκεί σε ηλικία οχτώ χρονών και θυμόταν πολλά πράγματα.
«Στην τοποθεσία Παπάζ Τσεσμεσί, πίσω από το χωριό Αγιασμαλάρ,
διηγούνταν οι παλιοί, ότι οι Σταυροφόροι έκρυψαν πολλούς θησαυρούς.
Έτσι, πριν από πολλά χρόνια, είχε έρθει ένας Ιταλός στο χωριό και μαζί
με έναν Τούρκο πήγαν στην τοποθεσία που υποτίθεται υπήρχε ο θησαυρός.
Έψαξαν αλλά δε βρήκαν τίποτε.
Η τοποθεσία του χωριού μας πρέπει να ήταν σπουδαία και από ιστορικής
άποψης, την οποία προφανώς οι Τούρκοι αγνοούσαν. Παντού υπήρχαν
χαλάσματα από παλιούς οικισμούς που για άγνωστους λόγους είχαν
εγκαταλειφθεί.
Στην περιοχή του Καλέ, είχαν βρεθεί μεγάλες ασβεστωμένες πέτρες.
Δίπλα, στο Μπάς Μπουνάρ, μέσα στα χωράφια της περιοχής Τασλίκ, είχαν
βρει καλντερίμια και χαλάσματα σπιτιών. Στην περιοχή Βαρβάρα, στη
συμβολή του Ρυνδάκου ποταμού με το Νιλουφέρ, είχαν ανακαλύψει πολλά
αρχαία μάρμαρα. Κοντά στο Ντερμέντερε υπήρχε ένας κατεστραμμένος μύλος
και χαλάσματα σπιτιών.
Στην περιοχή Μετόχι υπήρχαν πολλά χαλάσματα που τα ονόμαζαν
Παρεκκλήσι. Σε αυτό, σύμφωνα με την παράδοση, όποιος περνούσε, έβλεπε
αναμμένο ένα καντήλι που έκαιγε από το πρωί ως το βράδυ. Το είχα δει
και εγώ μια φορά όταν πήγα εκεί με τους φίλους μου για να παίξουμε.
Εκεί κοντά ήταν και μια μεγάλη τεχνητή σπηλιά και μέσα σε αυτήν είχαμε
βρει άμμο, όστρακα και πολύ παλιά κεραμίδια. Οι παλιοί έλεγαν ότι η
σπηλιά κάποτε επικοινωνούσε με τη θάλασσα, αλλά για άγνωστους λόγους
υποχώρησε.
Λίγα χρόνια πριν εγκαταλείψουμε το χωριό, είχαν έρθει στην περιοχή
κάποια παιδιά για να παίξουν. Εκεί που έσκαβαν, βρήκαν ένα μεγάλο
καζάνι με δώδεκα χερούλια. Το μετέφεραν στο χωριό και ο μουχτάρης
ειδοποίησε την αρχαιολογία του Μιχαλιτσίου που έστειλε τους ανθρώπους
της να το πάρει.
Οι γονείς μας ασχολούνταν με την παραγωγή κυρίως κουκουλιών και
κρεμμυδιών. Τα κουκούλια τα πουλούσαν σε εμπόρους της Προύσας και τα
κρεμμύδια, μέσω του Ρυνδάκου ποταμού, τα μετέφεραν και τα πουλούσαν
στην Πόλη. Οι κάτοικοι της γύρω περιοχής μας αποκαλούσαν «κρομμυδάδες»
και «καυλομούνιδες» γιατί καλλιεργούσαμε πολλά κρεμμύδια» .
Δε μου εξήγησε το λόγο για το δεύτερο χαρακτηρισμό που τους απέδιδαν,
απλώς χαμογέλασε πονηρά. Ο νοών νοείτω.
Τα καλύτερα χωράφια μας ήταν στην περιοχή Καγιάς, όπου φυτεύαμε σιτηρά
κρεμμύδια και αμπέλια. Εκεί λειτουργούσε ένας ανεμόμυλος και πηγαίναμε
με τον πατέρα μου να αλέσουμε το σιτάρι μας.
Η εκκλησία μας ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο και χτίστηκε το 1833.
Όμορφη εκκλησιά Γιώργη μου, όπου όταν γιόρταζε ο Άγιος κάναμε μεγάλο
πανηγύρι.
Στην περιοχή Αλώνια μαζεύονταν τα παλικάρια της Τσάμλυτζας και των
γύρω χωριών και συναγωνίζονταν στην πάλη με έπαθλα μερικά αρνιά και
πρόβατα.
Πανηγύρι κάναμε και στις 14 Ιουνίου, όταν γιόρταζε το Μοναστηράκι του
Αγίου Ελισαίου, επτά χιλιόμετρα μακριά, δίπλα στο τούρκικο χωριό
Αγιασμαλάρ.
Θυμάμαι τους τρεις παπάδες του χωριού μας, τον Πρωτόπαπα Παπαναστάση,
τον Χατζήπαπα και τον Παπανικόλα Καλπακίδη, που έφερε ένα χρυσό ρόμβο
κρεμασμένο πάνω από τα γόνατά του. Μπροστά αυτοί και πίσω οι χωριανοί,
πηγαίναμε στο Αγίασμα και κάναμε Θεία Λειτουργία.
Στο Αγίασμα πήγαιναν όποιος δαγνώνονταν από σκυλί. Έπαιρνε νερό, το
ανακάτευε με αλεύρι, έκανε ζυμάρι, το λεγόμενο Χαμουρί, το έψηνε στη
σόμπα και το έτρωγε. Με τον τρόπο αυτό προστατευόταν από τη λύσσα που
μπορούσε να του προκαλέσει το δάγκωμα. Στην Τσάμλυτζα υπήρχε ένα
Παρθεναγωγείο και ένα Αρρεναγωγείο, κτισμένα το 1870. Αλλά ποιος
ενδιαφέρονταν γι’ αυτά; Πηγαίναμε 2-3 τάξεις και μετά σταματούσαμε
διότι έπρεπε να δουλέψουμε και εμείς. Άλλωστε δε μας άρεσε το σχολείο.
Σε αυτό βοηθούσε βέβαια και το γεγονός ότι υπήρχαν αυστηροί δάσκαλοι
που με το παραμικρό μας μάλωναν και μας ξυλοφόρτωναν. Έτσι εύκολα τα
παρατούσαμε και μέναμε αγράμματοι.
Στη μέση του χωριού υπήρχε ένα παλιό τζαμί με διαστάσεις 10χ10, χωρίς
όμως μιναρέ. Ποιος ξέρει κατάλοιπο ποιας εποχής, το οποίο το
χρησιμοποιούσε ο μουχτάρης σαν αποθήκη και σαν μουσαφίρ οντά. Το 1914
δεχθήκαμε πολλές επιθέσεις από τους Νεότουρκους. Την πρώτη φορά
καταφύγαμε για μια εβδομάδα στην Τρίγλια, ενώ την επόμενη, στην Κήδεια
και το Μιχαλίτσι. Όταν επιστρέψαμε στο χωριό, το 1918, βρήκαμε
Τούρκους από τη Μακεδονία, οι οποίοι ευτυχώς αποχώρησαν ειρηνικά.
Κατά την αποχώρηση από τη Μικρά Ασία, το 1922, πολλοί από εμάς βγήκαμε
στη Θράκη μέσω Πανόρμου, άλλοι μέσω Μουδανιών. Μετά από πολλές
κακουχίες, καταλήξαμε οι περισσότεροι στο νομό Σερρών».
Μπήκαμε ήδη στην Τσάμλυτζα και κατευθυνόμασταν προς την πλατεία. Οι
πρώτες εντυπώσεις, φρικτές. Παντού εγκατάλειψη! Αν ήταν μαζί μας ο
παππούς Θεοδόσης, θα πέθαινε πριν της ώρας του από στεναχώρια.
Μονάχα η πλατεία με το τζαμί της ξεχωρίζουν. Σε όλα τα άλλα σημεία του
χωριού κυριαρχούν τα ερειπωμένα και γκρεμισμένα σπίτια. Οι δρόμοι
γεμάτοι νερά και λακκούβες. Αυτός που οδηγούσε στην εκκλησία έμοιαζε
σαν οργωμένος.
Στο καφενείο μας υποδέχτηκαν πολλοί ηλικιωμένοι κάτοικοι, πρόσφυγες
και αυτοί, προερχόμενοι από τα χωριά της Δράμας, των Σερρών και του
Λαγκαδά.
Απέδιδαν την εγκατάλειψη του χωριού στο γεγονός ότι οι νέοι είχαν πια
εγκατασταθεί στην Προύσα, την Πάνορμο και το Μιχαλίτσι, καθώς η
μοναδική απασχόλησή που προσέφερε το χωριό ήταν η παραγωγή
δημητριακών, κρεμμυδιών και ελαιών. Πηγαίνοντας στην εκκλησία, πήρα
μαζί μου το Μουσταφά για να ξεσπάσω πάνω του την οργή μου για την
εγκατάλειψη του όμορφου αυτού χωριού. Σε αυτόν είχα και το περισσότερο
θάρρος. Συμμάχους μου είχα και τα γκρεμισμένα ή μισογκρεμισμένα
ελληνικά σπίτια. Σαν να ζωντάνεψαν ακούγοντας μια ελληνική φωνή και με
παρότρυναν να τα υπερασπιστώ. Και όσο τα έβλεπα, τόσο στεναχωριόμουν
και λυπόμουν για την κατάντια τους.
Η εκκλησία του Αι Γιώργη, ή μάλλον ότι απέμεινε από αυτήν, ήταν
χτισμένη σε ένα μικρό λόφο. Τώρα πια παρέμειναν μόνο ντουβάρια και μια
μαρμάρινη επιγραφή με ένα σταυρό στην είσοδό της. Έκανα το σταυρό μου
και μπήκα μέσα. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου. Ένα δάκρυ οργής και
λύπης για την κατάντια αυτού του μνημείου.
Τράβηξα πολλές φωτογραφίες, σε μία ύστατη προσπάθεια να περισώσω μια
μικρή κληρονομιά από την πατρίδα των προγόνων μας για τα εγγόνια και
τα δισέγγονα του κάθε παππού Θεοδόση.
Το καρντάσι μου, ο Μουσταφά, που προηγουμένως είχε ακούσει τον
εξάψαλμο, με έπιασε από το χέρι και βγήκαμε από την εκκλησία. Εγώ του
ζήτησα συγνώμη, όπως όφειλα να κάνω, και τον φίλησα.
«Εμείς Γιώργο είμαστε αδέλφια», μου είπε, «και η φιλία μας θα
παραμείνει αιώνια, διότι εμείς δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτε. Εσύ
είδες τα ερείπια μιας χριστιανικής εκκλησίας εδώ και έκανες το σταυρό
σου. Εγώ στην πατρίδα του πατέρα μου, στην Παλιά Καβάλα, άραγε θα βρω
κάτι να προσκυνήσω;»
Στο καφενείο ο Σεφέρ και ο Εμίν μας υποδέχθηκαν μουρμουρίζοντας. «Άντε
βαρεθήκαμε να περιμένουμε. Θα είχες πολύ δουλειά εδώ, διότι βλέπω
υπάρχουν πολλά ντουβάρια και χαλάσματα». Χαιρετίσαμε τους φιλόξενους
κατοίκους, έριξα μια τελευταία αποχαιρετιστήρια ματιά στην εκκλησία
και τα ελληνικά σπίτια και αναχωρήσαμε για το Πριμικήρι.
Σήμερα στα χωριά της Τουρκίας, ένας Έλληνας μπορεί να συναντήσει
ερειπωμένες εκκλησίες, Αγιάσματα που κάποτε χάριζαν απλόχερα τα
θαύματά τους στους πιστούς, παρεκκλήσια, βρύσες, σπίτια. Θα νιώσει
απέραντη θλίψη όμως, όταν θα διαπιστώσει τη σημερινή κατάσταση των
μνημείων και θα ευχηθεί να μην τα είχε επισκεφτεί ποτέ. Για να θυμάται
την πατρίδα των προγόνων του μέσα από τις αφηγήσεις τους.
Δύο είναι τα συναισθήματα που κυριάρχησαν μέσα στη δική μου ψυχή.
Χαρά, γιατί βρισκόμουν στα μέρη όπου γεννήθηκαν, έζησαν και πέθαναν οι
πρόγονοί μου, αλλά και βαθύτατη λύπη για τους λόγους που προανέφερα.
Ο επόμενος σταθμός, το Πριμικήρι ή Κιρμικίρ, όπως το αποκαλούν οι
Τούρκοι, είναι ένα από τα εννέα Πιστικοχώρια της περιοχής Απολλωνιάδας
– Μιχαλιτσίου.


















