Άσωτοι γιορτάζουν σήμερα. Καθ’ άπασαν την επικράτεια. Με δεκάδες ηλεκτρονικές ευχές και τηλέφωνα, με λίγο πιο επίσημο τραπέζι το μεσημέρι, και κανένα ποτό το βράδυ αν δεν είνι ου Αργύρς άρρουστους.
Αυτή η γιορτή ήταν από πάντα κάπως περίεργη. Είχε λαμπρότητα μεν λόγω που αφορούσε κυρίως άντρες, πολλοί εκ των οποίων ήταν αρχηγοί της οικογένειας και φυσικά τς γιόρταζαν ψίχα παραπάν. Ταυτόχρονα όμως είχε κι ένα σφίξιμο στο στομάχι μιας και την άλλη μέρα άρχιζαν τα σχολεία. Αρχαιόθεν οι μαθητές αραδούσαν πού είχαν φουρλιάξει τις τσάντες τους πριν απ’ τα κόλιαντα, υπομένοντες εν τω άμα τις κορώνες των μητέρων των, κυρίως αν η μέρα συνέπιπτε με το βασικό γιορτάσιο του σπιτιού:
«ΤΩΡΑ θα διαβάεις, μαρ γουμάρα? (δεν θεωρούνταν λεκτικό bullying παλιότερα) Τι έφκιανις τόσις μέρις? Ου Λάζους πώς έσουσιν? Δεν είπαμι δε θέλου τιτράδια κι βιβλία μέσ’ στ΄ μέσ΄ χρουνιάρα μέρα? Γιουρτάσιου έχουμι! Θα χιρίσν να ΄ρχουντι οι γυναίκις απ’ ‘ν ικκλησιά! Ούτι στου κιλάρι δεν είνι να σι σφαλίσου, έχει τα κιράσματα. Ούτι σην κριβατουκάμαρα! Πού να βάλου τα παλτά?
Αγλήγουρα στ΄ θεια σ, κι ταχιά θα λουγαριαστούμι!»
Δεν ξέρω τι γίνεται σήμερα. Έχω χάσει επαφή από τότε που ήταν τα παιδιά μου στο σχολειό και βέβαια η παράδοση καλά κρατούσε.
Αν συνεχίζεται ακόμη, στέλνω αγωνιστικούς χαιρετισμούς στη σημερινή μαθητιώσα νεολαία. Και κυρίως στις μάνες και στους πατεράδες.
Κουράγιο αδέλφια!
Ούτε ένα χιόνι δεν μας σώζει πια!
Ανάθεμα στο Webex!
Από :Λάκκους τ΄ Μάγγαν΄


















