Η ενεργειακή μετάβαση παρουσιάστηκε ως μια μεγάλη ευκαιρία για τη χώρα και ιδιαίτερα για τη Δυτική Μακεδονία. Για μια περιοχή που επί δεκαετίες στήριξε την ηλεκτροπαραγωγή της Ελλάδας, η μετάβαση αυτή θα έπρεπε να αποτελεί υπόδειγμα δικαιοσύνης και ισονομίας.

Στην πράξη όμως εξελίσσεται με σοβαρές αντιφάσεις και εμφανείς αδικίες.

Οι τοπικές τηλεθερμάνσεις αποτέλεσαν ένα από τα πιο ορθολογικά ενεργειακά μοντέλα που εφαρμόστηκαν στη χώρα. Αξιοποιούσαν τη θερμότητα που διαφορετικά θα χανόταν από τις λιγνιτικές μονάδες, πετυχαίνοντας υψηλή συνολική απόδοση. Σήμερα, μετά την απολιγνιτοποίηση, οι ίδιες πόλεις αναγκάζονται να καταφεύγουν σε πετρέλαιο ή σε ηλεκτρολέβητες, αυξάνοντας το κόστος για τους Δήμους και επιβαρύνοντας εκ νέου το περιβάλλον. Η «πράσινη μετάβαση» οδηγεί, ειρωνικά, σε ενεργειακές λύσεις πιο ακριβές και συχνά λιγότερο αποδοτικές.

Την ίδια στιγμή, η περιοχή μας φιλοξενεί κομβικές ενεργειακές υποδομές, όπως τα υδροηλεκτρικά φράγματα Πολυφύτου και Ιλαρίωνα στον ποταμό Αλιάκμονα. Πρόκειται για έργα που αξιοποιούν έναν φυσικό, ανανεώσιμο πόρο και συμβάλλουν διαχρονικά στην ενεργειακή επάρκεια της χώρας. Παρά το μέγεθος και τη σημασία τους, τα οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες παραμένουν δυσανάλογα περιορισμένα σε σχέση με την επιβάρυνση που έχουν υποστεί.

Σαν να μην έφτανε αυτό, σήμερα εξελίσσεται μια νέα φάση ενεργειακής δραστηριότητας στην περιοχή: πολλέσ αιτήσεις για έργα αντλησιοταμίευσης κατά μήκος του Αλιάκμονα, αξιοποιώντας τα υδάτινα αποθέματα της ίδιας λεκάνης. Έργα που παρουσιάζονται ως κρίσιμα για την αποθήκευση ενέργειας και τη στήριξη των ΑΠΕ, αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν εύλογα ερωτήματα. Πόσα από αυτά τα έργα θα υλοποιηθούν τελικά; Ποιος είναι ο συνολικός σχεδιασμός; Και κυρίως, ποια θα είναι η ανταπόδοση προς τις τοπικές κοινωνίες που για άλλη μια φορά καλούνται να σηκώσουν το βάρος;

Εδώ αναδεικνύεται μια θεμελιώδης αντίφαση της ενεργειακής πολιτικής. Μικρότερα έργα ΑΠΕ, όπως αιολικά και φωτοβολταϊκά, συνοδεύονται από σαφές πλαίσιο ανταποδοτικών οφελών. Αντίθετα, μεγάλα υδροηλεκτρικά και έργα αποθήκευσης, παρότι αξιοποιούν τοπικούς φυσικούς πόρους και επηρεάζουν άμεσα την περιοχή, δεν εντάσσονται με τον ίδιο τρόπο σε αυτό το πλαίσιο. Δημιουργείται έτσι ένα καθεστώς δύο ταχυτήτων, όπου η ίδια η έννοια της «πράσινης ενέργειας» εφαρμόζεται επιλεκτικά.

Το ερώτημα που τίθεται είναι ξεκάθαρο: μπορεί να υπάρξει δίκαιη ενεργειακή μετάβαση όταν οι κανόνες δεν είναι ίδιοι για όλους; Όταν μια περιοχή που έχει ήδη συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της χώρας, συνεχίζει να προσφέρει πόρους και υποδομές χωρίς αντίστοιχη ανταπόδοση;

Η ενέργεια δεν έχει χρώμα. Έχει κόστος, έχει αποτύπωμα και έχει συνέπειες. Και αυτές οι συνέπειες πρέπει να κατανέμονται δίκαια. Αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για «πράσινη» και δίκαιη μετάβαση, τότε οφείλουμε να επαναπροσδιορίσουμε τους κανόνες: με διαφάνεια, με ισονομία και με ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στα οφέλη.

Η Δυτική Μακεδονία δεν ζητά προνόμια. Ζητά το αυτονόητο: να μην είναι απλώς ο τόπος παραγωγής ενέργειας, αλλά και τόπος δίκαιης ανταπόδοσης.

Η θεσμική διεκδίκηση ενός «Πόρου της Νέας Ενεργειακής Εποχής» δεν είναι επιλογή — είναι αναγκαιότητα απέναντι σε μια ολοένα και πιο εμφανή ενεργειακή αδικία.