Πρόσφατα κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Αναστάσιου Σεμίζογλου με τίτλο «Ηριγόνη» από τις Εκδόσεις Παρέμβαση. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή που περιλαμβάνει ποιήματα, μέσα από τα οποία ο δημιουργός αναδεικνύει ζητήματα όπως η παιδική ηλικία, η οικογένεια, η μητέρα, η πατρίδα, η ιστορική μνήμη, η αγάπη, η πίστη, ο χρόνος, η φύση και η αναζήτηση της ανθρώπινης ταυτότητας.

Με γλώσσα λυρική και υψηλής αισθητικής, εμπλουτισμένη από στοιχεία της αρχαίας και βυζαντινής παράδοσης, αλλά και με έντονες αναφορές στη σύγχρονη πραγματικότητα, η «Ηριγόνη» μοιάζει να προσκαλεί τον αναγνώστη σε ένα ποιητικό ταξίδι γεμάτο εικόνες, συμβολισμούς και βαθύ στοχασμό.Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας μιλά αναλυτικότερα για το έργο του και καταθέτει τις σκέψεις του γύρω από την τέχνη της γραφής.

Ερωτήσεις: Φιλιώ Μπτούρη

– Ο τίτλος της συλλογής, «Ηριγόνη», είναι ιδιαίτερα συμβολικός και μυστηριώδης. Πώς προέκυψε και τι σηματοδοτεί για εσάς;

Η Ηριγόνη είναι πρόσωπο της μυθολογίας, Αθηναία κόρη που ερωτεύθηκε ο Διόνυσος. Ηριγόνη=έαρ + γόνος, η κόρη που γεννιέται την άνοιξη. Εύλογη η απορία· είναι πράγματι συμβολικός ο τίτλος, με την έννοια ότι η συντριπτική πλειονότητα της ποιητικής συλλογής έχει βιωματικό-νοσταλγικό χαρακτήρα αναγόμενο στην πρώιμα χρόνια της ζωής μου, στην παιδική ηλικία. Τα χρόνια αυτά είναι χρόνια αθωότητας και αυθορμητισμού, ακόμα τα πάθη δεν ρίζωσαν στην παιδική ψυχή, αυτόν τον κόσμο επιδίωξα να περιγράψω με τα ποιήματα της συλλογής. Ξεκίνησα, λοιπόν, με την παραδοχή ότι η παιδική ηλικία είναι η άνοιξη, η «Ηριγόνη» της ζωής. Προχωρώντας θα καταλήξουμε στο γήρας, στον χειμώνα της ζωής, για το οποίο ίσως μια άλλη ποιητική συλλογή με ανάλογο τίτλο. Ακόμα και το ποίημα «Η θυσία», αναφερόμενο στον πατριάρχη Αβραάμ, δεν ξεφεύγει από τον τίτλο. Δεν νομίζω μ’ αυτά τα δεδομένα ότι ο τίτλος είναι μυστηριώδης, μπορεί να φαίνεται, αλλά δεν είναι. Εξάλλου, και ο αστεροειδής «Ηριγόνη» δεν είναι μυστήριο, η τροχιά του στα εσώτερα του ηλιακού συστήματός μας και τα φυσικά χαρακτηριστικά του είναι από καιρό γνωστά.

– Ποια προσωπικά βιώματα και αναμνήσεις τροφοδότησαν τα ποιήματα της συλλογής;

Εύκολα αντιλαμβάνεται και βλέπει  ο αναγνώστης των ποιημάτων μου  βιώματα και εικόνες μιας παιδική ηλικίας που καθόρισε και σημάδεψε την μετέπειτα ζωή μου. Ο χωρισμός και η στέρηση των γονιών, ιδίως της μάνας, στα τρυφερά πρώιμα χρόνια της ζωής μου, που  η αδήριτη ανάγκη επέβαλε λόγω μετανάστευσης (τα μέρη μας φημίζονται για την μέχρι τις μέρες μας μαζική μετανάστευση και σήμερα για την ερήμωσή τους από ανθρώπους) σε χώρες όπως Γερμανία, Αυστραλία, Αμερική κ.λπ. Πρώτη δημοτικού έφυγαν ο γονείς μου για να ξεφύγουν από μια ζωή σημαδεμένη απ’ την μεταπολεμική μετεμφυλιακή φτώχεια, ίδια  μ’ αυτήν που η πένα του Στάινμπεκ περιγράφει για τους απόκληρους του αμερικάνικου νότου της εποχής του μεγάλου κραχ, σε διαφορετική βέβαια έκδοση, με κοινό όμως παρονομαστή τη σκληρή αγροτική δουλειά στα άγονα ή ημιάγονα χωράφια, τις πολλές στερήσεις και στα βασική ακόμη. Καλοί και άγιοι οι παππούδες, οι γιαγιάδες και οι θείες, συγγενείς κ.λπ., αλλά τα παιδιά, στα παιδικά χρόνια τους, χρειάζονται τους γονείς τους. Ιδιαίτερη επίδραση είχε πάνω μου και η στέρηση της οικογενειακής θαλπωρής με τον κατ’ ανάγκη “εγκλεισμό” μου σε ίδρυμα, το θρυλικό Οικοτροφείο Τσοτυλίου, για το οποίο ίσως μια άλλη συνέντευξη είναι απαραίτητη. Τα ιδρύματα, όσο καλά κι αν φαίνονται στα μάτια του κόσμου, έχουν και μια πλευρά αθέατη, δυσάρεστη στην παιδική ψυχή. Και όταν η μητέρα μου θα παλλινοστούνταν επιτέλους- φοιτητής εγώ στο πανεπιστήμιο- ένας δεύτερος χωρισμός, οριστικός αυτός με τον πρόωρο θάνατό της, συμπλήρωσε το σκηνικό. Σ’ αυτά ακριβώς τα δύο γεγονότα αναφέρονται δύο ποιήματα για τη μητέρα μου,  ‘’Η μάνα’’ και “Το τελευταίο γράμμα’’. Σε ανάλογα βιώματα της παιδικής ηλικίας βασίζονται εν πολλοίς και τα υπόλοιπα ποιήματά μου.

– Πολλά ποιήματα συνομιλούν με την ελληνική ιστορία, την παράδοση και τη μυθολογία. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η διαρκής επιστροφή στις ρίζες;

Είναι αλήθεια, αντλώ θέματα από την Ιστορία μας,  την Ορθόδοξη  Χριστιανική Παράδοσή μας, τη Μυθολογία. Δυο λόγια για το καθένα. Η ιστορία μας είναι δεξαμενή ανεξάντλητη ποιητικής έμπνευσης από όλες τις πλευρές, θετικές και αρνητικές, με τα πρότυπα και τα αντιπρότυπα, με τους ήρωες και τους μειοδότες. Ολόκληρο το φάσμα των πρωταγωνιστών της. Με τις μεγάλες στιγμές του έθνους, αλλά και τις στιγμές οδύνης, θλίψης και απογοήτευσης. Όλοι οι πρωταγωνιστές και τα υποκείμενα της ιστορίας, με τις αρετές και με τα πάθη τους. Η ιστορία μας είναι ο πολιτισμός μας, όλες οι μορφές του, αδιάρρηκτος στο πέρασμα των αιώνων. Παράλληλα κινείται και η μυθολογία μας: πλούτος μοναδικός για τη φαντασία, την παιδαγωγική αξία, τη φιλοσοφημένη διάθεση, παντοτινή πηγή έμπνευσης για όλα τα είδη της τέχνης σε όλο τον κόσμο. Όμως, η ποίησή μου δεν μπορεί να εμπνέεται μόνο από το ωραίο,  το καλό, το λογικό και το φιλοσοφημένο της ιστορίας-παράδοσης-μυθολογίας. Αγγίζει και εναγκαλίζεται και το αληθινό, και το αληθινό είναι η Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοσή μας, τα δύο πανίερα βιβλία μας, η Καινή και Παλαιά Διαθήκη. Αυτά αποτελούν, επίσης, σημαντικό κομμάτι της ποιητικής θεματολογίας μου.

– Ποιήματα όπως το «Ηλίου δάκρυα» ή το «Όνειρο χειμερινής νυκτός» περιέχουν έναν έντονο προβληματισμό για τον σύγχρονο κόσμο. Πιστεύετε ότι η ποίηση οφείλει να παίρνει θέση απέναντι στα κοινωνικά και ηθικά αδιέξοδα της εποχής μας;

Εδώ θέσατε με την ερώτησή σας ένα αρχέγονο ερώτημα: γιατί γράφεται ένα ποίημα; Και ποια είναι τα στοιχεία ωραιότητάς του; Είναι μόνο η στιχοπλοκή του ή μόνο τα βαθύτερα νοήματα -εμφανή ή όχι- και ο τρόπος που εκφράζονται και “δένονται’’ με τους στίχους; Σίγουρα και τα δύο. Τα ποιήματα δεν μπορεί να είναι μόνο ωραία έργα τέχνης για τον κόσμο που φαίνεται, που δεν φαίνεται, αλλά υπάρχει ή είναι νοητός στη φαντασία του ποιητή. Τα ποιήματα, προσωπική μου άποψη, πρέπει να μην στερούνται κοινωνικής και ηθικής συνιστώσας, όσο και όπου είναι δυνατόν πρέπει στο τέλος να διδάσκουν. Αυτά δεν θα υποστούν φθορά από τον χρόνο. Η ποίηση έχει πολλές ομοιότητες με το δράμα, με το θεατρικό  έργο. Ποιος είναι αποδέκτης του έργου μας, ποιος θα τα διαβάσει; Σίγουρα όχι μόνο άλλοι ποιητές που κρίνουν ή απαιτητικοί αναγνώστες, αλλά και το ευρύ κοινό. Να “συνομιλήσουμε’’, επομένως, με τα κοινωνικά προβλήματα και να συμβάλλουμε με τρόπο ποιητικό στη λύση τους, να προβάλλουμε το ηθικό και να στηλιτεύσουμε το αντίθετο. Έχουμε ευθύνη, δεν είμαστε από άλλον πλανήτη. Να φροντίσουμε γι’ αυτό. Να απευθυνόμαστε σε πολλούς, όχι μόνο σε λίγους, να τους εκπαιδεύσουμε, να τους ενημερώσουμε ότι η ποίηση αγγίζει όλους. Όλοι οι ποιητές έχουν κάτι να δώσουν. Αυτός που διαβάζει το ποίημα έχει πιο μεγάλη ευθύνη από αυτόν που το γράφει. Δεν μπορώ να φανταστώ ποιητές “πλατωνικής” μόνο χροιάς, να πετάνε στα σύννεφα, ασύνδετους με τον κόσμο απ’ τον οποίο αντλούν ακατάπαυστα εμπνεόμενοι θέματα να παραμένουν απομονωμένοι στη δόξα τους. Χρωστούν στο ευρύ κοινό, στον λαό, στον κόσμο. Δεν γίνεται να είναι αποσυνδεμένοι και αμέτοχοι από αυτόν. Ο κόσμος είναι πιο ένδοξος από αυτούς. Έχουμε και τέτοια παραδείγματα, η συντριπτική όμως πλειονότητα των ποιητών δεν ανήκει σ’ αυτήν την κατηγορία.

– Το συγγραφικό σας έργο περιλαμβάνει και ένα μυθιστόρημα· ποια ανάγκη καθορίζει την επιλογή της μικρής ή της μεγάλης φόρμας; 

Μικρή ή μεγάλη φόρμα… πάντα καίρια, επίκαιρη ερώτηση. Από τη λιγοστή εμπειρία μου μπορώ να πω, κατά την ταπεινή γνώμη μου, ότι η ανάγκη για γραπτό πεζό λόγο προκύπτει από τη διάθεση επαρκούς χρόνου. Τα ερεθίσματα, πηγές έμπνευσης του κινούμενου και στατικού κόσμου. Το τελευταίο ισχύει και για την πεζή γραφή, διηγήματα, μυθιστόρημα και για τα ποιήματα. Θεωρώ ότι δυσκολότερο είναι το γράψιμο ενός διηγήματος ή μυθιστορήματος απ’ την ποιητική γραφή. Βέβαια, αυτό δεν είναι απόλυτο, εξαρτάται και από την γλωσσική κατάρτιση και το τάλαντο του λογοτέχνη. Ο άλλος κύριος και καθοριστικός παράγοντας είναι η έμπνευση, που βέβαια δεν είναι πάντα διαθέσιμη. Όπως και να ’χει το πράγμα, το γράψιμο παραμένει  πάντα μια πρόκληση για τον λογοτέχνη, μια μεγάλη επιλογή, μια ηθική ικανοποίηση που τον διαπερνά και ανοίγει δρόμο για συνέχιση της προσπάθειας.

– Τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης κλείνοντας το βιβλίο;

Το γράψιμο ενός βιβλίου είναι για μένα κατάθεση ψυχής. Δεν θέλω να πάρει κανείς  ένα βιβλίο μου από υποχρέωση ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από μια εσώτερη ανάγκη πνευματικής αναζήτησης, έστω και περιέργειας, και να μη το διαβάσει. Αν ενεργήσει έτσι, εγώ θα έχω αποτύχει. Ειδικά για τα ποιήματα που πάντα θέλουν προσεκτική ανάγνωση, ώστε σωστά, κατά το δυνατόν, να κατανοηθούν. Τα ποιήματά μου τα διαβάζω πολλές φορές, το έχω ξαναπεί και θα το πω πολλές φορές. Το ποίημα (και το πεζό κείμενο βέβαια) πρωταρχικά αρέσει σ’ αυτόν που το γράφει, το διαβάζει και το ξαναδιαβάζει πολλές φορές. Και αυτό είναι για τον δημιουργό, που έχει βέβαια το «γνώθι σαυτόν», το σημαντικότερο κριτήριο για την ποιότητά του, πολύ περισσότερο από τη κριτική των κριτών/αξιολογητών. Ο αναγνώστης να διαβάσει προσεκτικά όλα τα ποιήματα της «Ηριγόνης», να κρίνει έπειτα αμερόληπτα, να ενστερνιστεί ό,τι κατ’ αυτόν αξίζει. Σε όσους το κάνουν τους παρακαλώ στο τέλος να μου τηλεφωνήσουν να ακούσω την άποψή τους, την κριτική τους, τυχόν αντιρρήσεις κ.λπ.