Από τη Χίο, τη Λέσβο και την Κρήτη, μέχρι την Κοζάνη, την Εύβοια και την Αθήνα. Ακολουθούμε τα χνάρια των προσφύγων της Μικράς Ασίας σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και καταγράφουμε άγνωστες συνταγές και μαρτυρίες 5 γενεών.

Τούτο το τεύχος που ετοιμάσαμε με αφορμή την επέτειο των 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν είναι απλώς μία ακόμη καταγραφή σμυρναίικων συνταγών. Σχεδόν 5 γενιές μετά τη μεγάλη καταστροφή, 8 οικογένειες Μικρασιατών μοιράζονται μαζί μας μνήμες και οικογενειακές ιστορίες και μας μαγειρεύουν τις συνταγές με τις οποίες μεγάλωσαν. Ταξιδέψαμε σε ενδεικτικούς, αλλά σημαντικούς θύλακες μικρασιατικών κοινοτήτων σε όλη την Ελλάδα.

Οι συνταγές αυτή τη φορά ήταν απλώς η αφορμή. Στόχος μας ήταν να παρουσιάσουμε όχι μόνο υλικά, συνδυασμούς, τεχνικές και μαγειρικά μυστικά, αλλά και τη δύναμη που έχουν οι παραδεδομένες συνταγές να συντηρούν τη συλλογική μνήμη των Μικρασιατών νεότερων γενεών και να τους συνδέουν με τους τόπους των προγόνων τους: τις Φώκαιες, την Ερυθραία, την Αρτάκη, τη Σμύρνη, το Αϊβαλί.

Στις νέες πατρίδες όπου ρίζωσαν, στη Χίο, στις Οινούσσες, στη Λέσβο, στο Ρέθυμνο, στη Σύρο, στην Κοζάνη, στην Εύβοια, στην Αθήνα, ψηλαφούμε τι σημαίνει Μικρασιάτης.

Από την Καππαδοκία στην Κοζάνη

Στον Βαθύλακκο Κοζάνης συναντήσαμε τη Μελπομένη Κανταρτζή, 101 ετών, και την οικογένειά της, παιδιά και τρισέγγονα. Μιλήσαμε για τα παλιά και διαπιστώσαμε πόσο σημερινά είναι, αφού μιλούν και μαγειρεύουν ακόμη όπως οι πρόγονοί τους στα Φάρασα της Καππαδοκίας.

Η Μελπομένη Κανταρτζή ήταν ενός έτους βρέφος όταν η οικογένειά της ξεριζώθηκε από τα Φάρασα της Καππαδοκίας και μετά από περιπλάνηση κατέληξε με τους άλλους συγχωριανούς της στα Πετρανά της Κοζάνης. Παντρεύτηκε όμως στον διπλανό Βαθύλακκο Κοζάνης και ζει εκεί μια ολόκληρη ζωή. Σήμερα, η γιαγιά Μέλπω, 101 ετών, με θαυμαστή διαύγεια πνεύματος και όρεξη για κουβέντα, θυμάται πολλές λεπτομέρειες από όσα της διηγούνταν οι πρόσφυγες γονείς της. Οι αναμνήσεις της επώδυνες, αλλά ο λόγος της πυκνός, οι προτάσεις της σύντομες και δυνατές, σαν στίχοι δημοτικού τραγουδιού. Το τραπέζι γέμισε με δρα κοφτέδα, ποράκια και μπουρέκια, σαρμαδάκια, κορκωτό, ορνίθι με πλιγούρι και χοσάφι. (Φωτογραφίες: Xριστίνα Γεωργιάδου).

Περισσότερα στο gastronomos.gr