ΡΩΣΟΣ ή ΑΡΣΟΥΣ ΚΙΛΙΚΙΑΣ Ρωσός (Ῥωσός / Rhosus / Rhossus), Rhopolis:Port Panel / Port Bonnel:

Kabev / Uluçınar , Arsousse / Arsuz

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Ρωσός (γνωστή και ως Ρωσσός ή Αρσούς) ήταν μια σημαντική αρχαία ελληνική και βυζαντινή παραθαλάσσια πόλη και λιμάνι. Όπου Ελληνοχριστιανικός πληθυσμός υπάρχει ακόμη

ΘΕΣΗ

Βρισκόταν στον Ισσικό κόλπο (τον σημερινό κόλπο της Αλεξανδρέττας), στην περιοχή της Κιλικίας (διοικητικά υπαγόταν στη Δευτερεύουσα Κιλικία / Cilicia Secunda).Βρίσκεται ανάμεσα στη θάλασσα και τα όρη Αμανός (Nur Mountains).Αρχαία περιοχή: Ανήκε στη ζώνη επιρροής της αρχαίας Κιλικίας (συγκεκριμένα στη ρωμαϊκή επαρχία Cilicia Secunda) και κοντά στις «Συριακές Πύλες»

ΟΝΟΜΑ

Διαχρονικά Ονόματα Ρωσός (Ῥωσός / Rhosus / Rhossus), Rhopolis:Port Panel / Port Bonnel:Kabev / Uluçınar , Arsousse / Arsuz

 

Ρωσός (Ῥωσός / Rhosus / Rhossus):

Το αρχαίο ελληνικό όνομα της πόλης από την ελληνιστική περίοδο και τους χρόνους των Σελευκιδών.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Ιωάννη Μαλάλα, η πόλη ιδρύθηκε (ή επανιδρύθηκε) από τον Κίλικα, γιο του Αγήνορα. Η ρίζα του ονόματος «Ρωσός» πιθανολογείται ότι συνδέεται με τη σημιτική/προϊστορική λέξη για το «ακρωτήριο» ή την «κεφαλή» (Ras στα αραβικά / R’sh στα φοινικικά), λόγω της γεωγραφικής της θέσης που προεξέχει στον κόλπο της Ισσού. Το ο αρχαιότερο καταγεγραμμένο όνομα

Rhopolis:

Μεταγενέστερη ονομασία κατά την ελληνορωμαϊκή/βυζαντινή εποχή.Τ.

Παραλλαγή της ελληνορωμαϊκής περιόδου, που αποτελεί σύνθεση του αρχικού θέματος με τη λέξη πόλις.

Port Panel / Port Bonnel:

Ονομασία κατά τη διάρκεια των μεσαιωνικών/σταυροφορικών χρόνων. Φράγκικες παραφθορές κατά την περίοδο των Σταυροφόρων (Πριγκιπάτο της Αντιοχείας), όταν το λιμάνι χρησιμοποιήθηκε ως ναυτικός σταθμός.

Kabev / Uluçınar: Τοπικά ονόματα που χρησιμοποιήθηκαν επί οθωμανικής και νεότερης τουρκικής περιόδου.

Arsousse / Arsuz:Η σύγχρονη αραβική και τουρκική απόδοση του αρχαίου ονόματος. Η σύγχρονη ονομασία αποτελεί απευθείας φωνητική εξέλιξη της αρχαίας Ρωσού μέσα από την αραβική διάλεκτο της περιοχής (Al-Rousos → Arsous → Arsuz).

Uluçınar:

Τουρκικό τοπωνύμιο που χρησιμοποιήθηκε επίσημα για ένα διάστημα και σημαίνει «Μεγάλος Πλάτανος», αναφερόμενο στα αιωνόβια δέντρα της περιοχής.

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Αρχαιότητα (Ελληνιστική & Ρωμαϊκή Εποχή):

Ως κομβικό εμπορικό λιμάνι των Σελευκιδών και μετέπειτα της ρωμαϊκής επαρχίας Cilicia Secunda, γνώρισε τη μέγιστη ακμή της.

Ο πληθυσμός της ήταν σε μεγάλο βαθμό ελληνοφωνος, κοσμοπολίτικος και αστικός, αριθμώντας αρκετές χιλιάδες κατοίκους, με ισχυρή χριστιανική κοινότητα από τον 2ο αιώνα μ.Χ.

Μεσαίωνας & Οθωμανική Περίοδος:

Μετά τις αραβικές κατακτήσεις, τους σεισμούς και την παρακμή του λιμανιού προς όφελος της γειτονικής Αλεξανδρέττας, η πόλη συρρικνώθηκε σε αγροτικό οικισμό.

Ο πληθυσμός έγινε μικτός: αραβόφωνοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Ρωμιοί της Αντιοχείας), Αλεβίτες (Μουσουλμάνοι) και Αρμένιοι.

20ός Αιώνας (Γαλλική Εντολή & Προσάρτηση στην Τουρκία):

Κατά τη διάρκεια της γαλλικής διοίκησης του Σαντζακίου της Αλεξανδρέττας (1920-1938), η περιοχή διατήρησε την πλειοψηφία των αραβόφωνων χριστιανών και Αλεβιτών.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ιστορική διαδρομή της Αρσούς (αρχαίας Ρωσού) αποτελεί μια μακρά σύνοψη των μεγάλων αυτοκρατοριών που κυριάρχησαν στην Ανατολική Μεσόγειο, με το λιμάνι της να αποτελεί πάντα το επίκεντρο της σημασίας της.

1. Ελληνιστική Περίοδος (3ος αιώνας π.Χ.) – Η Ίδρυση

Ιδρύθηκε ή αναπτύχθηκε ως λιμενικός οικισμός κατά την εποχή της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών (3ος αιώνας π.Χ.) από τον Σέλευκο Α’ τον Νικάτορα. Αναφέρεται από αρχαίους γεωγράφους όπως ο Στράβων, ο Πτολεμαίος και ο Πλίνιος.

Η επίσημη ιστορία της πόλης ξεκινά γύρω στο 300 π.Χ., όταν ο Σέλευκος Α’ ο Νικάτωρ (στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου) αναπτύσσει τη Ρωσό ως επίνειο της Αντιόχειας.

Ελέγχει τη ναυσιπλοΐα στον κόλπο της Ισσού και τις χερσαίες διόδους προς τη Συρία.

Η Ρωσός αποκτά δικό της αυτόνομο νομισματοκοπείο, γεγονός που αποδεικνύει την οικονομική της ισχύ.

2. Ρωμαϊκή & Βυζαντινή Περίοδος (64 π.Χ. – 7ος αιώνας μ.Χ.) – Η Ακμή

Ρωμαϊκή – Βυζαντινή Περίοδος: Αποτέλεσε επαρχιακό λιμάνι και υπήρξε έδρα επισκοπής (titular see).

Σημαντικό επεισόδιο καταγράφεται γύρω στο 200 μ.Χ., οπότε ο επίσκοπος Αντιοχείας Σέραπίων επισκέφθηκε την πόλη για να διευθετήσει δογματικά ζητήματα των ντόπιων χριστιανών.

Το 64 π.Χ., ο Πομπήιος εντάσσει την περιοχή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η Ρωσός ενσωματώνεται αργότερα στη ρωμαϊκή επαρχία Cilicia Secunda.

Κέντρο του Χριστιανισμού:

Η πόλη εκχριστιανίζεται νωρίς. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Απόστολος Πέτρος πέρασε από τη Ρωσό καθ’ οδόν προς την Αντιόχεια.

Η αίρεση του Δοκητισμού: Γύρω στο 200 μ.Χ., ο Επίσκοπος Αντιοχείας Σεραπίων παρεμβαίνει στη Ρωσό για να διορθώσει τη χρήση του απόκρυφου «Ευαγγελίου του Πέτρου» από την τοπική εκκλησία.

Βυζαντινό Λιμάνι: Μετονομάζεται σε Rhopolis και αναγνωρίζεται ως «αυτόνομη αρχιεπισκοπή» (exempt see) απευθείας υπό το Πατριαρχείο Αντιοχείας, επιβεβαιώνοντας τη θρησκευτική και διοικητική της αυτονομία.

3. Μεσαίωνας & Σταυροφόροι (7ος – 14ος αιώνας) – Οι Διεκδικήσεις

Πέρασε διαδοχικά στον έλεγχο των Αράβων, των Μαμελúκων και των Οθωμανών, λειτουργώντας κυρίως ως αγροτικός και αλιευτικός οικισμός με μικτό πληθυσμό

Το 638 μ.Χ. η πόλη καταλαμβάνεται από τα αραβικά ισλαμικά καλιφάτα, χάνοντας προσωρινά τη σύνδεσή της με τον βυζαντινό κόσμο.

* Βυζαντινή Ανακατάληψη:

Το 969 μ.Χ. ο βυζαντινός στρατός επαναφέρει τη Ρωσό υπό τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης.

Σταυροφόροι: Με την Α’ Σταυροφορία, η πόλη εντάσσεται στο Πριγκιπάτο της Αντιοχείας.

Οι Φράγκοι την ονομάζουν Port Panel και τη χρησιμοποιούν ως οχυρό ναυτικό σταθμό.

Μαμελούκοι:

Το 1268, ο σουλτάνος των Μαμελούκων, Μπαϊμπάρς, καταλαμβάνει και καταστρέφει το Πριγκιπάτο της Αντιοχείας, οδηγώντας τη Ρωσό σε μακρά περίοδο παρακμής.

4. Οθωμανική Περίοδος & Νεότεροι Χρόνοι (16ος αιώνας – Σήμερα)

Οθωμανοί:

Η περιοχή περνά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μετατρέποντας τη Ρωσό σε ένα απομονωμένο, μικρό ψαροχώρι με το όνομα Kabev ή Uluçınar.

Γαλλική Εντολή:

Μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1920), η πόλη περνά υπό γαλλική διοίκηση ως μέρος του Σαντζακίου της Αλεξανδρέττας.

Τουρκική επαναφορά. :

Το 1939, κατόπιν δημοψηφίσματος, η επαρχία Χάταϊ ενσωματώνεται στην Τουρκία. Η πόλη παίρνει το σημερινό επίσημο όνομα Arsuz.

Σύγχρονη Αναγέννηση: Το 2012 ανακηρύσσεται ανεξάρτητο διοικητικό διαμέρισμα (İlçe), εξελισσόμενη σήμερα σε έναν από τους πιο δημοφιλείς τουριστικούς και παραθεριστικούς προορισμούς της νότιας Τουρκίας.

ΕΥΡΗΜΑΤΑ

Αν και μεγάλο μέρος της αρχαίας πόλης βρίσκεται θαμμένο κάτω από τη σύγχρονη Αρσούς, οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως σπουδαία ευρήματα, κυρίως από την Ύστερη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο.

Η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων (Αρχαιολογικός Χώρος Arsuz):

Πρόκειται για το πιο εμβληματικό εύρημα της πόλης, που ανακαλύφθηκε τυχαία το 2007 κατά τη διάρκεια θρησκευτικών/κατασκευαστικών εργασιών. Είναι μια βυζαντινή εκκλησία του 6ου αιώνα μ.Χ., αφιερωμένη στους Αποστόλους.

Τα Περίφημα Ψηφιδωτά:

Το δάπεδο της Εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων είναι καλυμμένο με εξαιρετικής τέχνης ψηφιδωτά.

Περιλαμβάνουν: Γεωμετρικά μοτίβα και αναπαραστάσεις ζώων (όπως ελάφια, παγώνια και πουλιά).

Επιγραφές στα ελληνικά, οι οποίες αναφέρουν τα ονόματα των δωρητών που χρηματοδότησαν την κατασκευή του ναού, καθώς και των τεχνιτών.

Το ψηφιδωτό που απεικονίζει τη «Θεά της Θάλασσας» (Θάλασσα) ή προσωποποιήσεις των εποχών.

Το Ψηφιδωτό του Απελεύθερου Σκλάβου: Ένα από τα πιο συγκινητικά ευρήματα.

Περιλαμβάνει μια ελληνική επιγραφή που αναφέρει ότι το ψηφιδωτό φιλοτεχνήθηκε με έξοδα ενός πρώην σκλάβου, ο οποίος το πρόσφερε ως ευχαριστήριο τάμα στον Θεό για την απελευθέρωσή του

Αρχαία Λιμενικά Έργα:

Στην ακτογραμμή της Αρσούς είναι ορατά τα κατάλοιπα των αρχαίων λιμενοβραχιόνων και των θεμελίων των ρωμαϊκών αποθηκών, που αποδεικνύουν το μέγεθος της ναυτικής δραστηριότητας της Ρωσού.

Νεκρόπολη και Σαρκοφάγοι:

Στους γύρω λόφους έχουν ανασκαφεί λαξευτοί τάφοι και ρωμαϊκές σαρκοφάγοι, πολλές από τις οποίες εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Χάταϊ) στην Αντιόχεια, το οποίο διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες συλλογές ψηφιδωτών στον κόσμο.

ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ

Η αρχαία πόλη διέθετε δικό της αυτόνομο νομισματοκοπείο, γεγονός που επιβεβαιώνει τη σπουδαία οικονομική και εμπορική της ισχύ κατά την Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή περίοδο.

Τα χάλκινα νομίσματα (AE) της πόλης έφεραν συνήθως στην πίσω όψη τους την ελληνική επιγραφή ΡΩΣΕΩΝ (δηλαδή: των κατοίκων της Ρωσού), η οποία συχνά συνοδευόταν από τους τίτλους ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΚΑΙ ΑΣΥΛΟΥ ΚΑΙ ΑΥΤΟΝΟΜΟΥ, τίτλοι που απέδιδαν οι Σελευκίδες και οι Ρωμαίοι σε πόλεις με ειδικά προνόμια αυτοδιοίκησης.

*Χαρακτηριστικά και Εικονογραφία

Η όψη (Εμπρός): Απεικονίζει συνήθως την κεφαλή της Τύχης (της προστάτιδας θεάς της πόλης) που φοράει πυργωτό στέμμα (σύμβολο των τειχών της πόλης) και πέπλο. Σε μεταγενέστερα νομίσματα, απεικονίζεται η προτομή του εκάστοτε Ρωμαίου Αυτοκράτορα (όπως του Τραϊανού ή του Αυγούστου)Η πίσω όψη (Πίσω): Εμφανίζει συχνά τη θεότητα της πόλης, όρθιες μορφές θεών (όπως του Δία ή του Κρονου), καθώς και τοπικά σύμβολα, όπως η ρωμαϊκή λύκαινα (επί ρωμαϊκής κυριαρχίας).

τα νομίσματα αυτά μπορείτε να διακρίνετε καθαρά τη μορφή της Τύχης στην εμπρόσθια όψη, καθώς και τα χαραγμένα ελληνικά γράμματα ΡΩΣΕΩΝ στην οπίσθια όψη).

ΘΡΗΣΚΕΙΑ

Διαχρονικό Θρησκευτικό Πιστεύω

Ελληνιστική & Ρωμαϊκή Περίοδος (Ειδωλολατρία):

Η πόλη ήταν αφιερωμένη στην παγανιστική λατρεία. Κεντρική προστάτιδα της πόλης ήταν η Θεά Τύχη (εικονιζόμενη στα νομίσματα με πυργωτό στέμμα). Λατρεύονταν επίσης ο Ζευς Κάσιος (λόγω του κοντινού ιερού όρους Κάσιον) και ο Κρόνος.

Πρώιμος Χριστιανισμός (2ος – 4ος αιώνας μ.Χ.):

Η Ρωσός εκχριστιανίστηκε πολύ νωρίς λόγω της εγγύτητάς της με την Αντιόχεια. Έγινε έδρα επισκοπής. Γύρω στο 200 μ.Χ. υπήρξε έντονη θεολογική αναστάτωση στην πόλη λόγω της αίρεσης του Δοκητισμού, καθώς οι ντόπιοι χριστιανοί χρησιμοποιούσαν το απόκρυφο «Ευαγγέλιο του Πέτρου».

Βυζαντινή Περίοδος (5ος – 7ος αιώνας μ.Χ.):

Η Ορθοδοξία εδραιώνεται πλήρως. Η πόλη αναδεικνύεται σε Αρχιεπισκοπή απευθείας υπαγόμενη στο Πατριαρχείο Αντιοχείας.

Η χριστιανική κοινότητα στην Αρσούς δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει.

Αντίθετα με άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας, η Αρσούς (ως μέρος της επαρχίας Χάταϊ/Αλεξανδρέττας) διατηρεί μέχρι σήμερα ενεργή, αυτόχθονη κοινότητα αραβόφωνων Ελληνορθόδοξων Χριστιανών (Ρωμιών της Αντιοχείας).

Η κοινότητα αυτή υπάγεται στο Πατριαρχείο Αντιοχείας.

Παρά τις ιστορικές πιέσεις, τη μετανάστευση του 1939 και τον καταστροφικό σεισμό του 2023, οι Χριστιανοί της Αρσούς παραμένουν στην πόλη, λειτουργούν τις εκκλησίες τους και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πολυπολιτισμικής της ταυτότητας

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ

Α. Η Βασιλική των Αγίων Αποστόλων (6ος αιώνας μ.Χ.)

Κατάσταση: Καταστράφηκε ή θάφτηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους (πιθανόν από σεισμούς ή κατά τις επιδρομές των Μαμελούκων το 1268).

Η σημασία της: Ήταν ο μεγάλος καθεδρικός ναός της βυζαντινής Ρωσού. Ήρθε στο φως μόλις το 2007 (ως αρχαιολογικό εύρημα πλέον), αποκαλύπτοντας τα περίφημα χριστιανικά ψηφιδωτά με τις ελληνικές επιγραφές.

Β. Ο Ιερός Ναός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή (Mar Yuhanna)

Ίδρυση: Χτίστηκε περίπου τον 16ο αιώνα (γύρω στο 1500-1514), λίγο πριν ή κατά την έναρξη της οθωμανικής κυριαρχίας στην περιοχή.

Η λειτουργία του: Υπήρξε η κεντρική εκκλησία της χριστιανικής κοινότητας της Αρσούς καθ’ όλη την οθωμανική περίοδο, κατά τον 19ο αιώνα, τη γαλλική εντολή, αλλά και μετά την ενσωμάτωση στην Τουρκία το 1939.

Χαρακτηριστικά: Φιλοξενούσε ιστορικές εικόνες ανεκτίμητης αξίας και αποτελούσε το ζωντανό σύμβολο της αδιάσπαστης χριστιανικής παρουσίας στην πόλη για 500 χρόνια. (Σημείωση: Ο ναός αυτός στεκόταν όρθιος και λειτουργούσε κανονικά μέχρι που ισοπεδώθηκε από τον σεισμό του 2023).

Γ. Εξωκλήσια και Μοναστηριακά Κατάλοιπα

Στην ευρύτερη περιοχή του διαμερίσματος της Αρσούς και στους πρόποδες των ορέων Αμανός υπήρχαν μικρότερα εξωκλήσια αφιερωμένα στον Άγιο Γεώργιο (Mar Girgis) και την Παναγία, τα οποία εξυπηρετούσαν τους αγροτικούς χριστιανικούς πληθυσμούς των γύρω χωριών. Πολλά από αυτά είχαν θεμελιωθεί πάνω σε παλαιότερα βυζαντινά ή σταυροφορικά ερείπια. [1]

Όταν το Σαντζάκι της Αλεξανδρέττας πέρασε οριστικά στην Τουρκία το 1939 (ως επαρχία Χάταϊ), ο ναός του Mar Yuhanna παρέμεινε το μοναδικό μεγάλο, ενεργό λατρευτικό κέντρο των Ορθοδόξων μέσα στην πόλη της Αρσούς.

ΠΑΙΔΕΙΑ

Η παιδεία των ελληνοπαίδων στην Αρσούς (Ρωσό) και την ευρύτερη περιοχή του Σαντζακίου της Αλεξανδρέττας καθορίστηκε από τη γλωσσική και εθνοτική ιδιαιτερότητα της τοπικής κοινότητας, λειτουργώντας ως θρησκευτική και κοινοτική εκπαίδευση με επίκεντρο την ελληνορθόδοξη ταυτότητα.

Η οργανωμένη μορφή αυτής της παιδείας διήρκεσε μέχρι το 1939, οπότε η προσάρτηση της περιοχής στην Τουρκία άλλαξε ριζικά το εκπαιδευτικό καθεστώς.

1. Ποια Ήταν η Παιδεία των Ελληνοπαίδων

Η εκπαίδευση των παιδιών της ελληνορθόδοξης κοινότητας (των Ρωμιών της Αντιοχείας) δεν ήταν κρατική, αλλά βασιζόταν στο σύστημα των κοινοτικών σχολείων:

Η πλειοψηφία των Ορθοδόξων της Αρσούς ήταν αραβόφωνοι στην καθημερινότητά τους, αλλά διατηρούσαν την ελληνική συνείδηση μέσω της θρησκείας. Για τον λόγο αυτό, η εκπαίδευση ήταν δίγλωσση.

: Τα παιδιά διδάσκονταν την ελληνική γλώσσα (κυρίως για τις ανάγκες της εκκλησιαστικής λατρείας και της σύνδεσης με το Πατριαρχείο), την αραβική, ανάγνωση, γραφή, αριθμητική και, πάνω από όλα, Θρησκευτικά / Κατήχηση.

Τα μαθήματα γίνονταν σε χώρους που παρείχε η ενορία του Αγίου Ιωάννη . Οι δάσκαλοι ήταν συχνά ιερείς, ψάλτες ή άτομα που χρηματοδοτούνταν απευθείας από τις εισφορές των εύπορων χριστιανικών οικογενειών της περιοχής και τα κληροδοτήματα του Πατριαρχείου Αντιοχείας.

Η Ακμή επί Γαλλικής Εντολής (1920-1938): Κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, όταν η Αλεξανδρέττα βρισκόταν υπό γαλλική διοίκηση, η χριστιανική εκπαίδευση αναγνωρίστηκε επίσημα και ενισχύθηκε. Τα κοινοτικά σχολεία απέκτησαν πιο σταθερή δομή, ενώ για την ανώτερη εκπαίδευσή τους οι μαθητές μετακινήθηκαν στα μεγάλα ελληνικά εκπαιδευτήρια της γειτονικής Αλεξανδρέττας.

Το παραδοσιακό αυτό σύστημα ελληνικής κοινοτικής παιδείας τερματίστηκε ουσιαστικά το 1939.

Με την επίσημη ενσωμάτωση του Χάταϊ στην,Τουρκιά εφαρμόστηκε ο νόμος για την ενοποίηση της εκπαίδευσης

Όλα τα ανεξάρτητα χριστιανικά κοινοτικά σχολεία της περιοχής έκλεισαν ή απορροφήθηκαν από το τουρκικό κρατικό σύστημα. Η εκπαίδευση έγινε υποχρεωτικά τουρκόφωνη και κοσμική.

Μετά το 1939 έως Σήμερα: Λόγω της απαγόρευσης των ελληνικών σχολείων, η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας και της θρησκευτικής παράδοσης περιορίστηκε αποκλειστικά μέσα στην οικογένεια και στα κατηχητικά της εκκλησίας (της ενορίας του Αγίου Ιωάννη). Τα παιδιά της κοινότητας φοιτούν έκτοτε στα δημόσια τουρκικά σχολεία, διατηρώντας όμως την ελληνορθόδοξη πίστη τους σε ιδιωτικό και εκκλησιαστικό επίπεδο.

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Η απασχόληση και η οικονομική δραστηριότητα των Ελλήνων (των ελληνορθόδοξων Ρωμιών της Αντιοχείας) στην Αρσούς ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γεωγραφική θέση της πόλης. Ως ένα παραθαλάσσιο σταυροδρόμι ανάμεσα στη θάλασσα και τα όρη Αμανός, η κοινότητα ανέπτυξε μια πολυδιάστατη οικονομία που βασιζόταν κυρίως στη ναυτιλία, το εμπόριο και την εύφορη γη.

Οι κύριοι τομείς απασχόλησης των Ελλήνων διαχρονικά και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα ήταν:

1. Ναυτιλία, Αλιεία και Λιμενικές Εργασίες

Αλιεία: Λόγω της θέσης της Αρσούς στον πλούσιο κόλπο της Ισσού, ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού ασχολούνταν επαγγελματικά με την αλιεία. Οι Έλληνες ψαράδες τροφοδοτούσαν όχι μόνο την τοπική αγορά, αλλά και την ενδοχώρα.

Ναυτικοί και Καραβοκύρηδες: Πολλοί κατείχαν μικρά ή μεσαία εμπορικά σκάφη (καΐκια), μεταφέροντας εμπορεύματα, ξυλεία και αγροτικά προϊόντα στα μεγάλα λιμάνια της περιοχής, όπως η Αλεξανδρέττα, η Λατάκεια της Συρίας και η Κύπρος.

2. Εμπόριο και Αστικά Επαγγέλματα

Τοπικό και Διεθνές Εμπόριο: Οι Έλληνες της περιοχής φημίζονταν για το εμπορικό τους δαιμόνιο. Λειτούργησαν ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην παραγωγή της υπαίθρου και τις αγορές των μεγάλων αστικών κέντρων. Εμπορεύονταν κυρίως μετάξι, μπαχαρικά, λάδι και βαμβάκι.

Τεχνίτες και Καταστηματάρχες: Στην αγορά της πόλης, οι Έλληνες διατηρούσαν εργαστήρια, παντοπωλεία και επιχειρήσεις επεξεργασίας τροφίμων.

3. Γεωργία και Παραγωγή

Ελαιοκομία και Αμπελουργία: Οι λόφοι γύρω από την Αρσούς ήταν γεμάτοι με ιδιόκτητους ελαιώνες και αμπέλια των χριστιανικών οικογενειών. Η παραγωγή εξαιρετικής ποιότητας ελαιολάδου και κρασιού αποτελούσε βασική πηγή εισοδήματος.

Εσπεριδοειδή και Μεταξοσκώληκες: Η περιοχή είχε (και έχει) ιδανικό κλίμα για την καλλιέργεια πορτοκαλιών και λεμονιών. Παράλληλα, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, πολλοί ασχολούνταν με τη σηροτροφία (εκτροφή μεταξοσκωλήκων) για την παραγωγή μεταξιού, που ήταν εξαιρετικά προσοδοφόρα.

4. Επιστήμες και Διοίκηση (20ός αιώνας)

Κατά την περίοδο της Γαλλικής Εντολής (1920-1938), χάρη στην κοινοτική παιδεία και τη γλωσσομάθειά τους (μιλούσαν ελληνικά, αραβικά και γαλλικά), πολλοί Έλληνες της Αρσούς και της Αλεξανδρέττας στελέχωσαν τις δημόσιες υπηρεσίες, το δικαστικό σώμα, ή εργάστηκαν ως γιατροί, φαρμακοποιοί και εκπαιδευτικοί.

Μετά το 1939 και την ενσωμάτωση στην Τουρκία, οι επαγγελματικές δραστηριότητες των εναπομεινάντων Ελλήνων προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα. Σήμερα, οι λιγοστές ελληνορθόδοξες οικογένειες που παραμένουν στην Αρσούς ασχολούνται κυρίως με το εμπόριο, τον τουρισμό (καθώς η πόλη εξελίχθηκε σε παραθεριστικό κέντρο) και την αγροτική παραγωγή.

ΣΗΜΕΡΑ

Σήμερα, η τοποθεσία αυτή ανήκει στην Τουρκία (επαρχία Χατάι) και η σύγχρονη πόλη ονομάζεται Arsuz (Αρσούζ) ή Uluçına

Μετά την ενσωμάτωση του Χάταϊ στην Τουρκία το 1939, υπήρξε μετακίνηση μέρους του χριστιανικού πληθυσμού προς τη Συρία και τον Λίβανο, ενώ εγκαταστάθηκαν στην περιοχή τουρκικοί πληθυσμοί.

Σύγχρονη Εποχή (21ος αιώνας): Το 2012, η Αρσούς αναβαθμίστηκε επίσημα σε αυτόνομο δήμο/διαμέρισμα (İlçe).

Ο πληθυσμός του αστικού πυρήνα είναι μικρός (περίπου 2.700 κάτοικοι το 2022).

Η πλειοψηφία των κατοίκων σήμερα είναι τουρκόφωνοι Μουσουλμάνοι (κυρίως Αλεβίτες/Νουσάιρι).

Η ελληνορθόδοξη χριστιανική κοινότητα παραμένει ενεργή, αποτελώντας μια μικρή αλλά ιστορικά και πολιτισμικά πολύτιμη μειονότητα μερικών εκατοντάδων ανθρώπων, που προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί μετά τις πρόσφατες καταστροφές.Ο πληθυσμός ολόκληρου του διοικητικού διαμερίσματος (μαζί με τα γύρω χωριά και προάστια) ανέρχεται σε 101.233 κατοίκους (απογραφή 2022).

Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ο πληθυσμός τριπλασιάζεται, καθώς η πόλη αποτελεί το σημαντικότερο παραθεριστικό κέντρο της ευρύτερης επαρχίας.