Οι αιμορροΐδες είναι φυσιολογικοί αγγειακοί σχηματισμοί στο κατώτερο τμήμα του ορθού και στον πρωκτικό σωλήνα. Όταν διογκώνονται, μετατοπίζονται ή προκαλούν συμπτώματα, γίνεται λόγος για αιμορροϊδοπάθεια. Η αιμορραγία κατά την κένωση, ο κνησμός, η πρόπτωση και η δυσφορία είναι συχνές εκδηλώσεις, όμως δεν οδηγούν όλες οι περιπτώσεις στο χειρουργείο.
Για τους περισσότερους ασθενείς, η αντιμετώπιση ξεκινά με αλλαγές στη διατροφή και στις συνήθειες της τουαλέτας. Όταν, όμως, τα προβλήματα επιμένουν, επανέρχονται συχνά ή συνδέονται με προχωρημένη πρόπτωση, η χειρουργική θεραπεία μπορεί να αποτελέσει το επόμενο βήμα.
Η συντηρητική αγωγή προηγείται συνήθως
Στα αρχικά στάδια, η θεραπεία επικεντρώνεται στη ρύθμιση της λειτουργίας του εντέρου. Η αύξηση των φυτικών ινών, η επαρκής πρόσληψη υγρών, η αποφυγή έντονης πίεσης κατά την αφόδευση και ο περιορισμός της πολύωρης παραμονής στην τουαλέτα μπορούν να μειώσουν τα συμπτώματα.
Τοπικά σκευάσματα ενδέχεται να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση από τον κνησμό, τον ερεθισμό ή το οίδημα, χωρίς όμως να διορθώνουν πάντα την πρόπτωση του αιμορροϊδικού ιστού. Επομένως, η υποχώρηση των ενοχλήσεων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει αντιμετωπιστεί και το ανατομικό πρόβλημα.
Πότε θεωρείται ότι η συντηρητική αντιμετώπιση δεν αρκεί
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο χρονικό όριο για όλους. Η απόφαση εξαρτάται από την ένταση, τη διάρκεια και τη συχνότητα των συμπτωμάτων, αλλά και από το πόσο επηρεάζουν την καθημερινότητα.
Η συντηρητική αγωγή θεωρείται ανεπαρκής όταν, παρά τη σωστή εφαρμογή της, εξακολουθούν να εμφανίζονται επαναλαμβανόμενη αιμορραγία, επίμονη πρόπτωση, εκκρίσεις, δυσκολία στην υγιεινή ή σημαντική ενόχληση. Το ίδιο ισχύει όταν τα συμπτώματα υποχωρούν προσωρινά, αλλά επιστρέφουν σύντομα και επηρεάζουν την εργασία, τον ύπνο ή τις καθημερινές δραστηριότητες.
Ο βαθμός των αιμορροΐδων επηρεάζει την απόφαση
Οι εσωτερικές αιμορροΐδες ταξινομούνται σε τέσσερις βαθμούς. Στον πρώτο βαθμό δεν προπίπτουν, ενώ στον δεύτερο προβάλλουν κατά την αφόδευση και επανέρχονται μόνες τους. Στον τρίτο βαθμό χρειάζονται χειροκίνητη επαναφορά και στον τέταρτο παραμένουν μόνιμα εκτός του πρωκτικού σωλήνα.
Οι αιμορροΐδες πρώτου και δεύτερου βαθμού αντιμετωπίζονται συχνά χωρίς χειρουργείο ή με παρεμβάσεις που πραγματοποιούνται σε επίπεδο ιατρείου. Αντίθετα, η σημαντική πρόπτωση τρίτου ή τέταρτου βαθμού αυξάνει την πιθανότητα να απαιτηθεί χειρουργική λύση, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει εξωτερικό αιμορροϊδικό στοιχείο.
Αιμορραγία, πόνος και άλλες ενδείξεις
Η συχνή ή σημαντική αιμορραγία αποτελεί λόγο περαιτέρω διερεύνησης. Σε ορισμένους ασθενείς, οι επαναλαμβανόμενες απώλειες αίματος μπορεί να συμβάλουν στην εμφάνιση αναιμίας. Ωστόσο, η παρουσία αίματος στα κόπρανα δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στις αιμορροΐδες, καθώς μπορεί να σχετίζεται και με άλλες παθήσεις του πεπτικού συστήματος.
Ο πόνος επίσης χρειάζεται προσεκτική αξιολόγηση. Οι εσωτερικές αιμορροΐδες συνήθως δεν προκαλούν έντονο πόνο, εκτός αν υπάρχει πρόπτωση, περίσφιξη ή άλλη επιπλοκή. Ο αιφνίδιος πόνος μπορεί να συνδέεται με θρόμβωση εξωτερικής αιμορροΐδας, για την οποία η θεραπευτική απόφαση εξαρτάται από τη βαρύτητα και τον χρόνο έναρξης των συμπτωμάτων.
Πριν από το χειρουργείο υπάρχουν και ενδιάμεσες επιλογές
Μεταξύ της συντηρητικής αγωγής και της κλασικής επέμβασης υπάρχουν μη χειρουργικές ή ελάχιστα επεμβατικές παρεμβάσεις. Η απολίνωση με ελαστικό δακτύλιο, η σκληροθεραπεία και η υπέρυθρη φωτοπηξία χρησιμοποιούνται κυρίως σε επιλεγμένες εσωτερικές αιμορροΐδες.
Οι μέθοδοι αυτές δεν είναι κατάλληλες για κάθε μορφή της νόσου. Όταν αποτυγχάνουν, όταν υπάρχει εκτεταμένη πρόπτωση ή όταν συνυπάρχουν μεγάλα εξωτερικά στοιχεία, εξετάζονται οι βασικές ενδείξεις χειρουργείου αιμορροΐδων και η καταλληλότερη τεχνική για το συγκεκριμένο περιστατικό.
Ποιες χειρουργικές τεχνικές χρησιμοποιούνται
Η αιμορροϊδεκτομή αφαιρεί τον παθολογικά διογκωμένο ιστό και παραμένει βασική επιλογή για προχωρημένες ή συνδυασμένες εσωτερικές και εξωτερικές αιμορροΐδες. Άλλες τεχνικές στοχεύουν στη διακοπή της αιμάτωσης των αιμορροϊδικών όζων ή στη διόρθωση της πρόπτωσης.
Δεν υπάρχει μία μέθοδος που να είναι ιδανική για όλους. Η πιθανότητα υποτροπής, ο μετεγχειρητικός πόνος, ο χρόνος αποκατάστασης και τα ιδιαίτερα ανατομικά χαρακτηριστικά σταθμίζονται πριν από την απόφαση. Όπως επισημαίνει ο Δρ. Αναστάσιος Ξιάρχος, το στάδιο της νόσου πρέπει να αξιολογείται μαζί με τα πραγματικά συμπτώματα και τις ανάγκες του ασθενούς και όχι ως μεμονωμένος αριθμός.
Η διάγνωση προηγείται της θεραπευτικής επιλογής
Η κλινική εξέταση είναι απαραίτητη, ώστε να επιβεβαιωθεί ότι τα συμπτώματα οφείλονται πράγματι σε αιμορροΐδες. Ραγάδα πρωκτού, συρίγγιο, φλεγμονές και παθήσεις του παχέος εντέρου μπορεί να εμφανίζονται με αιμορραγία, πόνο ή κνησμό.
Η ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό, οι αλλαγές στις κενώσεις, η ανεξήγητη απώλεια βάρους και η επιμονή της αιμορραγίας επηρεάζουν το είδος του ελέγχου που μπορεί να χρειαστεί. Το χειρουργείο δεν αποφασίζεται μόνο βάσει της ενόχλησης, αλλά μετά τον αποκλεισμό άλλων αιτιών.
Εξατομικευμένη επιλογή
Η χειρουργική αντιμετώπιση των αιμορροΐδων εξετάζεται κυρίως όταν οι συντηρητικές και οι ενδιάμεσες θεραπείες δεν ελέγχουν τα συμπτώματα, όταν υπάρχει προχωρημένη ή μόνιμη πρόπτωση, σημαντικό εξωτερικό στοιχείο, επαναλαμβανόμενη αιμορραγία ή επιπλοκές.
Η τελική επιλογή είναι εξατομικευμένη. Ο βαθμός των αιμορροΐδων αποτελεί σημαντικό κριτήριο, αλλά δεν είναι το μοναδικό: εξίσου καθοριστικές είναι η ένταση των συμπτωμάτων, η επίδρασή τους στην ποιότητα ζωής και τα ευρήματα της ιατρικής εξέτασης.


















