Αν ένα φυτό είναι συνυφασμένο με την Ελλάδα, αυτό είναι η ελιά. Ειδικά στα νότια μέρη της Πελοποννήσου, η καλλιέργειά της είναι τεράστια, και αποτελεί ένα από τα αναπόσπαστα κομμάτια της ελληνικής γεωργίας, με εξαγωγές διαφόρων προϊόντων ακόμα και στο εξωτερικό, όπως είναι οι επιτραπέζιες ελιές, η πάστα ελιάς και διάφορα άλλα σκευάσματα ελαιολάδου με βότανα. Στα πιο ακριβά εστιατόρια θα συναντήσει κανείς το ελληνικό ελαιόλαδο, επειδή είναι το πιο ποιοτικό, και το προτιμούν οι διάσημοι σεφ στην παρασκευή των γευμάτων τους, ειδικά αυτών που έχουν χαρακτηριστικά από τη μεσογειακή κουζίνα.
Οι ποικιλίες των ελαιόδεντρων είναι συγκεκριμένες και θα τις συναντήσει κανείς σε συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας. Η επιλογή της κατάλληλης ποικιλίας εξαρτάται από το μικροκλίμα της περιοχής, αλλά και από το pH του εδάφους. Η ποιότητα του ελαιολάδου θα εξαρτηθεί και από τη φυτοπροστασία των δέντρων, όπως είναι το σωστό λίπασμα, το ράντισμα και το πότισμα του χωραφιού. Επίσης, οι μέθοδοι συγκομιδής και επεξεργασίας παίζουν σημαντικό ρόλο στο τελικό προϊόν που θα παραχθεί. Αν τα μηχανήματα δεν είναι καλά και το λάδι υποστεί επεξεργασία με λανθασμένο τρόπο, τότε θα έχουμε κατά πολύ μειωμένη ποιότητα.
Στην Ελλάδα καλλιεργούνται πάνω από 43 διαφορετικές ποικιλίες ελιάς, μερικές από τις οποίες είναι:
- Κορωνέικη: Καλλιεργείται κυρίως στην Πελοπόννησο και την Κρήτη. Παράγει μικρούς καρπούς με υψηλή περιεκτικότητα σε λάδι εξαιρετικής ποιότητας, με έντονο άρωμα και απαλή γεύση. Η μικρή της παραγωγή ανά δέντρο (1-3 λίτρα), συμβάλλει στην υψηλή ποιότητα του ελαίου. Η Κορωνέικη θεωρείται από τις κορυφαίες ποικιλίες για την παραγωγή ελαιολάδου.
- Λιανολιά: Καλλιεργείται κυρίως στην Ήπειρο και τα Ιόνια νησιά. Παράγει εκλεκτό λάδι, με πλούσιο άρωμα και πικάντικη, κάποιες φορές πικρή, γεύση.
- Αθηνολιά: Καλλιεργείται στη Λακωνία και τη Μεσσηνία. Παράγει λάδι με ιδιαίτερο άρωμα και γεύση.
Η γεωγραφική κατανομή των ποικιλιών αυτών οφείλεται σε ιστορικούς, κλιματικούς και εδαφολογικούς παράγοντες. Κάθε περιοχή έχει ποικιλίες που είναι προσαρμοσμένες στις τοπικές συνθήκες, εξασφαλίζοντας τη βέλτιστη απόδοση και ποιότητα.
Η σωστή λίπανση και προστασία των ελαιόδεντρων παίζει μεγάλο ρόλο στην ποιότητα και ποσότητα του παραγόμενου ελαιολάδου. Η χρήση κατάλληλων λιπασμάτων για ελιές συμβάλλει στην υγεία των δέντρων και στην αποφυγή ασθενειών. Για τη λίπανση της ελιάς, απαραίτητα είναι τα λιπάσματα για ελιές και φυτοφάρμακα που περιέχουν μικροστοιχεία όπως άζωτο, φώσφορο, κάλιο και ιχνοστοιχεία όπως βόριο και μαγνήσιο. Η διαφυλλική λίπανση με σκευάσματα που περιέχουν βόριο, μπορεί να αυξήσει την καρποφορία και την παραγωγή.
Πώς να ξεχωρίσουμε το καλό ελαιόλαδο
Η ποιότητα του ελαιολάδου καθορίζεται από διάφορους παράγοντες, όπως η οξύτητα, το άρωμα, η γεύση και η εμφάνιση. Το εξαιρετικό, παρθένο ελαιόλαδο έχει οξύτητα έως 0,8%, και χαρακτηρίζεται από φρουτώδη γεύση και άρωμα. Για να διακρίνουμε ένα καλό ελαιόλαδο, μπορούμε να εξετάσουμε τα εξής:
- Το χρώμα του ελαιολάδου μπορεί να ποικίλει από ανοιχτό έως σκούρο πράσινο, ανάλογα με την ποικιλία και τον χρόνο συγκομιδής.
- Το άρωμα πρέπει να είναι φρουτώδες, θυμίζοντας φρέσκες ελιές ή πράσινα φρούτα.
- Η γεύση πρέπει να είναι ισορροπημένη, με ελαφριά πικράδα και πικάντικη αίσθηση, χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν την παρουσία αντιοξειδωτικών.
- Η υφή του ελαιολάδου πρέπει να είναι διαυγής και ομοιογενής, χωρίς ιζήματα ή θολότητα.
Η αποθήκευση του ελαιολάδου σε σκοτεινό και δροσερό μέρος, μακριά από φως και θερμότητα, συμβάλλει στη διατήρηση των συστατικών του. Τέλος, είναι φυσιολογικό το ελαιόλαδο να πήζει αν εκτεθεί στο κρύο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι καλό. Αντίθετα, σημαίνει ότι δεν είναι νοθευμένο και δεν έχει θερμανθεί.


















