Σε μια περίοδο που η ενεργειακή ασφάλεια των Βαλκανίων επαναπροσδιορίζεται, μια αθόρυβη αλλά κρίσιμη «μάχη» εξελίσσεται στα βόρεια σύνορά μας. Η διακύβευση δεν είναι άλλη από την προμήθεια λιγνίτη στη Βόρεια Μακεδονία, η οποία παλεύει να τροφοδοτήσει με λιγνίτη τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής της -όπως τον πολύ κοντά στα σύνορα μας REK -Bitola αλλά και τον REK- Oslomej- για να καλύψει τις εγχώριες ανάγκες της αλλά και να έχει και δυνατότητα για εξαγωγές, ακόμα και στην Ελλάδα σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας πενταετίας.

Σε αυτή τη γεωπολιτική, ενεργειακή και οικονομική σκακιέρα, τα ελληνικά λιγνιτωρυχεία της Δυτικής Μακεδονίας, ήδη προμηθευτές της γειτονικής χώρας, βρίσκονται αντιμέτωπα με έναν ισχυρό ανταγωνιστή, τα ορυχεία του Κοσσόβου.

Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να πάρει άμεσα στρατηγικές αποφάσεις, στηρίζοντας την εγχώρια παραγωγή, προκειμένου να μην χαθεί μια ήδη εγκατεστημένη πολύτιμη αγορά ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων.

Ο Ανταγωνιστής: Το Πλεονέκτημα του Κοσσόβου

Το Κόσσοβο διαθέτει μερικά από τα μεγαλύτερα αποθέματα λιγνίτη παγκοσμίως, κάτι που δημιουργεί οικονομίας κλίμακας και δυνατότητα εξαγωγής μεγάλων ποσοτήτων. Στην προσπάθειά του να ενισχύσει την οικονομία του, το Κόσσοβο προωθεί επιθετικά, ίσως και με οριακό οικονομικό αποτέλεσμα, τις εξαγωγές λιγνίτη προς τη Βόρεια Μακεδονία μέσω κρατικών φορέων και άρα με διακρατική συνεργασία.

Αν η Ελλάδα παραμείνει αδρανής, τότε το Κόσσοβο θα εδραιωθεί ως ο αποκλειστικός τροφοδότης λιγνίτη της γειτονικής χώρας λόγω της ικανότητας να εξορύσσει μεγάλες ποσότητες. Αυτό δεν σημαίνει μόνο απώλεια εσόδων για την χώρα μας, αλλά και γεωπολιτική υποβάθμιση του ρόλου της ως ενεργειακού κόμβου στα Βαλκάνια.

Γιατί ο Ελληνικός Λιγνίτης αποτελεί Στρατηγική Επιλογή

Παρά τη δέσμευση της Ελλάδας για την απολιγνιτοποίηση της ηλεκτροπαραγωγής της, ορισμένα ορυχεία λιγνίτη της Δυτικής Μακεδονίας κατάφεραν να εισέλθουν σε μία καινούργια αγορά και πλέον δημιουργούν τεράστια αξία ως εξαγωγικά κέντρα.

Ανάσα για τις Τοπικές Κοινωνίες και Οικονομίες

Η συνέχιση της εξόρυξης λιγνίτη προσφέρει πολύτιμα έσοδα στη Δυτική Μακεδονία, επιτρέποντας ομαλή μετάβαση στη νέα εποχή που ορίζει η απολιγνιτοποίηση της ελληνικής οικονομίας.

Τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των ελληνικών εταιρειών για τον εφοδιασμό της Βόρειας Μακεδονίας με λιγνίτη είναι:

Η γεωγραφική εγγύτητα και οι υποδομές μεταφορών που εξασφαλίζουν γρήγορη και ασφαλή τροφοδοσία των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής της γείτονος.
Η καλύτερη ποιότητα του ελληνικού λιγνίτη που οδηγεί σε καλύτερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Η Υπεύθυνη Εξόρυξη και η Αξιοπιστία των παραδόσεων λιγνίτη, αποτελέσματα ανάπτυξης τεχνογνωσίας δεκαετιών με αυστηρά πρωτόκολλα ασφαλείας, υπεύθυνες περιβαλλοντικές πρακτικές καθώς και εγγυημένες συνεπείς ποιοτικές παραδόσεις.

Τι Πρέπει να Κάνει η Ελληνική Κυβέρνηση

Για να μπορέσουν τα ελληνικά λιγνιτωρυχεία να επικρατήσουν έναντι αυτών του Κοσσόβου, θα πρέπει η ελληνική κυβέρνηση να επαναπροσδιορίσει και να επιταχύνει τη δυνατότητα επαναξιοποίησης λιγνιτωρυχείων των οποίων η εκμετάλλευση έχει σταματήσει λόγω της επιλογής της απολιγνιτοποίησης.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει άμεσα να γίνουν διαθέσιμα λιγνιτωρυχεία, που βρίσκονται σε αργία ώστε να συνεχιστεί και να αυξηθεί η εξόρυξη λιγνίτη προκειμένου η Ελλάδα να μπορεί να καλύψει το σύνολο των αναγκών της γείτονος χώρας, κάτι που στην παρούσα φάση αποτελεί το ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα του Κοσσόβου.

Με τον τρόπο αυτό θα γίνει εφικτή η ορθολογική αποκατάσταση περιβάλλοντος και συνθηκών ασφαλείας λιγνιτωρυχείων που σήμερα βρίσκονται σε αργία, και θα διασφαλιστεί η τρέχουσα οικονομική συνεισφορά του λιγνίτη στην τοπική οικονομία της Δυτικής Μακεδονίας.

Συμπέρασμα

Η ορθολογική διαχείριση και στήριξη για την συνέχιση της λειτουργίας των αργούντων ελληνικών λιγνιτωρυχείων, σε συνδυασμό με την περιβαλλοντική αποκατάσταση , δεν αποτελεί οπισθοδρόμηση. Είναι μια έξυπνη κίνηση αξιοποίησης εθνικών πλουτοπαραγωγικών πηγών που θα συνεχίσει να φέρνει χρήμα στα δημόσια ταμεία, ζωή στις τοπικές κοινωνίες και γεωπολιτική ισχύ στη Βαλκανική χερσόνησο.

Παράλληλα, η στρατηγική αυτή διασφαλίζει τη διατήρηση της πολύτιμης τεχνογνωσίας γύρω από την εκμετάλλευση λιγνιτωρυχείων στην Ελλάδα για όσο διάστημα εξακολουθούν να υφίστανται ενεργειακές ανάγκες στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων και αποτελεί το ασφαλές τελευταίο καταφύγιο της χώρας μας στις περιπτώσεις ενεργειακών κρίσεων, όπως αποδείχθηκε εμπράκτως το έτος 2022.