ΑΠΟΚΡΙΕΣ (ή Απουκρές, στα κοζανίτικα): Μια γιορτή τόσο παλιά όσο και οι αναμνήσεις μας, όσο και η τοπική ιστορική μνήμη. Μια γιορτή που φέτος, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, δεν θα πραγματοποιηθεί.
Τι σημαίνει αυτό για τους κατοίκους της περιοχής; Μια βαθιά θλίψη, που παλεύει να βρει παρηγοριά σε ψηφιακές δράσεις, σε βόλτες στους στολισμένους αλλά άδειους και σιωπηλούς δρόμους και πλατείες, σε σπιτικές μυρωδιές και γεύσεις…

Αλλά ας μην χαθούμε σε απαισιόδοξα μονοπάτια. Δεν ταιριάζουν στο μεθυσμένο, σατυρικό και αθυρόστομο δωδεκαήμερο της Κοζανίτικης Αποκριάς, που ελπίζουμε πως θα γιορτάσουμε όλοι μαζί, διπλά, του χρόνου. Δεν ταιριάζουν στα τραγούδια και στα πειράγματα γύρω από το φανό. Ούτε και στο θεό Διόνυσο, θεό του κρασιού, της γονιμότητας και της βλάστησης, στον οποίο ίσως να ανάγονται…
Πάρτε, λοιπόν, ένα ποτηράκι κρασί κι ένα κιχί, κι ας περιπλανηθούμε μαζί στις ρίζες αυτού του «ζώντος», τελικά, εθιμικού δρώμενου, που όσο κι αν έχει αλλάξει – όσο κι αν έχουμε αλλάξει, αποτελεί για την Κοζάνη και την ευρύτερη περιοχή μέρος της πολιτιστικής της ταυτότητας!

Η ΚΟΖΑΝΙΤΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΑ αποτελεί τη συνέχεια μιας αγροτικής γιορτής που οι λαογραφικές πηγές την ανάγουν στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Το 1650 συναντώνται τα Ρογκατζάρια που τελούνταν στις αρχές του έτους, με χαρακτηριστικά τους τη μεταμφίεση, το χορό, το τραγούδι και το φαγοπότι. Περί τα μέσα του 19ου αιώνα, σύμφωνα με το θρύλο, στη θέση «Μπήλιως Νημόρια» (πλατεία Αλώνια, όπου τα αρχαιολογικά δεδομένα τοποθετούν ένα μικρό νεκροταφείο της πρώιμης εποχής σιδήρου), δύο αδέρφια μεταμφιεσμένα σκοτώθηκαν σε μια σύγκρουση στο πλαίσιο της γιορτής. Έκτοτε οι γιορτές απαγορεύτηκαν για πολλά χρόνια, για να τις συναντήσουμε και πάλι στις αρχές του 20ού αιώνα πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή, όπου και συνεχίζουν μέχρι σήμερα. Οι γιορτές σταμάτησαν επίσης και κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να ξαναζωντανέψουν το 1950 και να λάβουν τη σημερινή τους μορφή τη δεκαετία του 1980.

Τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την Κοζανίτικη Αποκριά είναι η μεταμφίεση, η αθυροστομία, το φαγοπότι, το ξεφάντωμα και η φωτιά. Παράλληλα, μέσα στο δωδεκαήμερο αυτό ξεφάντωμα, μία μέρα, το Ψυχοσάββατο, είναι αφιερωμένη στους νεκρούς. Τα χαρακτηριστικά αυτά, σύμφωνα με τους λαογράφους, την συνδέουν με τα Ρωμαϊκά Λουπερκάλια και Σατουρνάλια, αλλά κυρίως με τις Βυζαντινές Καλένδες.
Πρόκειται για μια γιορτή της γειτονιάς, με το τοπικό γλωσσικό ιδίωμα να πρωταγωνιστεί. Μια γιορτή δηλαδή που πραγματοποιείται σε πολλές μικρές χωρικές και κοινωνικές ενότητες, συσπειρώνοντας τις ομάδες και αυξάνοντας τον μεταξύ τους συναγωνισμό, έως ανταγωνισμό, για την πιο πετυχημένη γιορτή. Ενδιαφέρον προκαλεί η οργανωτική της δομή σε επίπεδο γειτονιάς, που ίσως αντανακλά την αρχική σύνθεση και κοινωνική δομή της πόλης. Υπενθυμίζουμε πως η Κοζάνη δημιουργήθηκε κυρίως κατά την Τουρκοκρατία, με βασικό πυρήνα μια μικρή ομάδα φυγάδων από την Ήπειρο, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Σκ’ρκας, το 1390. Στη συνέχεια, ο πληθυσμός της αυξήθηκε με διαδοχικές μετοικεσίες οικογενειών ή μεγαλύτερων πληθυσμιακών ομάδων από τη γύρω περιοχή, με σημαντικότερη τη μετοικεσία των κατοίκων του Κτενίου, μετά την καταστροφή του βυζαντινού οικισμού του Κάστρου από τους Αλβανούς. Στην περιοχή όμως που καλύπτει η σημερινή πόλη, κοντά στην περιοχή της Σκ’ρκας, τα ιστορικά δεδομένα μαρτυρούν την ύπαρξη δύο μικρών βυζαντινών οικισμών, στις θέσεις Σώποτο και Τρίδενδρο, αναγόμενων στους πρώτους αιώνες της 2ης χιλιετίας, ενώ τα αρχαιολογικά δεδομένα δίνουν και μια τρίτη σύγχρονη ή ίσως παλιότερη εγκατάσταση, καθώς δεν μαρτυρείται ιστορικά η ύπαρξη της, στην Πλατεία Αλώνια (25ης Μαρτίου). Οι κάτοικοι του πρώτου οικισμού μεταφέρθηκαν στην Κοζάνη γύρω στο 1450, ενώ ο οικισμός του Τρίδενδρου, είναι πιθανό να συνέχισε χωρίς διακοπή στην ίδια θέση, καθιστώντας το σημείο αυτό της πόλης, κατ’ επέκταση και την ίδια, μία από τις μακροβιότερες σύγχρονες πόλεις της περιοχής, με συνεχόμενη διάρκεια ζωής στην ίδια θέση για περισσότερο από μία χιλιετία.

Φυσικά, ελλείψει γραπτών πηγών, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τις ΓΙΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ στην περιοχή της Κοζάνης και γενικότερα στον δυτικομακεδονικό χώρο. Ωστόσο, το σύνολο των αρχαιολογικών ευρημάτων μαρτυρεί τη λατρεία των ίδιων θεών με τη νότια Ελλάδα. Κατά συνέπεια, είναι πολύ πιθανό οι γιορτές που είχαν σχέση με την αναγέννηση της φύσης και την ανανέωση της ζωής να μην διέφεραν πολύ από τις γιορτές της αρχαίας Αθήνας (αρχαϊκά έως ελληνιστικά χρόνια), τις οποίες οι αρχαίοι συγγραφείς φρόντισαν να περιγράψουν λεπτομερώς.

Αν ανατρέξουμε στις σχετικές βιβλιογραφικές πηγές, θα δούμε πως στην Αρχαιότητα γιορτάζονταν κατά την περίοδο αυτή, τον μήνα Ανθεστηριώνα δηλαδή, μέσα Φεβρουαρίου έως μέσα Μαρτίου, τα «Ανθεστήρια»: μια τριήμερη αθηναϊκή γιορτή προς τιμήν του Διονύσου, με εύθυμο και μελαγχολικό χαρακτήρα μαζί. Ήταν η σημαντικότερη γιορτή του μήνα, από την οποία (όπως και οι υπόλοιποι) πήρε το όνομά του.

Την πρώτη μέρα (Πιθοίγια) άνοιγαν για πρώτη φορά τα πιθάρια με το καινούριο κρασί. Το πήγαιναν στο εν Λίμναις ιερό του Διονύσου, ευχόμενοι η νέα παραγωγή να καταναλωθεί αίσια και στη συνέχεια έπιναν, χόρευαν και τραγουδούσαν όλοι μαζί, ελεύθεροι και δούλοι, ευχαριστώντας το θεό. Την δεύτερη μέρα (Χόες), που είχε ως σκοπό την ευόδωση της βλάστησης, γινόταν ο ιερός γάμος του Διονύσου (που υποδυόταν ο άρχοντας της πόλης) με τη σύζυγο του άρχοντα. Ο θεός έμπαινε στην πόλη με πλοίο, συνοδευόμενος από δαίμονες (σάτυρους) με αυλούς. Η τρίτη μέρα (Χύτροι) ήταν αφιερωμένη στους νεκρούς, προς τους οποίους προσέφεραν βρασμένο σιτάρι και άλλους σπόρους.

Σε σχέση με τον θεό Διόνυσο, στο νομό Κοζάνης, τα μέχρι σήμερα ευρήματα πιστοποιούν την ύπαρξη στην Ξηρολίμνη ιερού, όπου φαίνεται ότι συλλατρεύονταν η Άρτεμις και ο Διόνυσος. Οι μελλοντικές ανασκαφές ίσως μας αποκαλύψουν περισσότερα στοιχεία.

Είναι γεγονός ότι οι γιορτές που έχουν σαν στόχο το ξύπνημα – την ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ και την ΑΝΑΝΕΩΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ έχουν αφήσει, στα υλικά κατάλοιπά τους, ανεξίτηλα τα ίχνη τους, στο διάβα των αιώνων αλλά και των χιλιετηρίδων.

Η χρήση στοιχείων όπως η φωτιά, η μουσική, ο χορός, η μεταμφίεση, η κοινωνική και πολιτική σάτιρα, η αθυροστομία και το κρασί, το φαγητό, αλλά και η με κάποιο τρόπο παρουσία των νεκρών ανάμεσα στους ζωντανούς, αποτελούν κοινά χαρακτηριστικά των εορτών αυτού του είδους, που μαρτυρούνται διαχρονικά, με ποικίλους συνδυασμούς, σε πολλούς πολιτισμούς. Παράλληλα, η υπερβολή και η αφθονία είναι μεταξύ των στοιχείων που τις ξεχωρίζουν από την καθημερινή ζωή.

Είναι γενικά αποδεκτό από την έρευνα ότι οι κάθε είδους γιορτές συσπειρώνουν τις κοινωνίες, συντελώντας στην κοινωνική ενότητα και σταθερότητα. Είναι επίσης αποδεκτό πως εμπεριέχουν παράλληλα και μια διάθεση ανατροπής της υφιστάμενης τάξης, κρυμμένη πίσω από τη μεταμφίεση, τον σατιρικό λόγο, την αθυροστομία και τα σκωπτικά σχόλια.
Όλα τα παραπάνω τα συναντούμε και στην Κοζανίτικη Αποκριά. Αυτό όμως που σίγουρα την διαφοροποιεί είναι το νόημα που αυτά λαμβάνουν στη σημερινή κοινωνία. Γενικά, η ειδοποιός διαφορά εντοπίζεται πάντα στο νόημα που κάθε κοινωνία προσδίδει στα κοινά αυτά στοιχεία.

Πρόκειται για αρχέγονες ιδέες και συμβολισμούς, βαθιά ριζωμένα στη λαϊκή ψυχή, που με βάση τα αρχαιολογικά ευρήματα του νομού Κοζάνης, αλλά και γενικότερα, φαίνεται να ανάγονται στη νεολιθική ακόμα εποχή. Σύμφωνα με τους μελετητές, σε όλες τις εποχές η πολιτεία και η επίσημη θρησκεία αναγκάστηκαν απλά να τα αποδεχθούν, να τα ενσωματώσουν στην ιδεολογία τους ή να τα τροποποιήσουν δίνοντας τους νέα χαρακτηριστικά.
Κανένας πολιτισμός και καμιά κοινωνία δεν κατάφερε ποτέ να σβήσει από τα λαϊκά στρώματα τις βαθιές τους πίστεις και δοξασίες. Πως άλλωστε; Αφού παραμένουν αναλλοίωτες στο χρόνο οι ποικίλες συμβολικές και δομικές αρχές που τις γέννησαν, όπως οι αντιθέσεις ζωή/θάνατος, αρσενικό/θηλυκό, καλό/κακό, μέρα/νύχτα, καθαρό/βρώμικο, αγνό/μιαρό και άλλες. Αντιθέσεις που ποικιλότροπα συνδυασμένες στα διάφορα πολιτισμικά περιβάλλοντα, τα καθιστούν μοναδικά, διαμορφώνοντας τις ιδιαίτερες ιδεολογικές αντιλήψεις τους και τις τελετουργικές τους πρακτικές, προσεγγίσιμα μόνο μέσα από την κατανόηση του κοινωνικού και ιστορικού περιβάλλοντος που τα δημιούργησε ή τα καλοδέχτηκε, και μέσα στο οποίο, μόνο, τελικά έχουν νόημα…

Τι σημαίνουν τελικά όλα αυτά για τη δική μας κοινωνία; Ίσως ένα ευχάριστο διάλειμμα στις δυσκολίες της ζωής, μια κοινωνική και οικονομική ανάσα, μια ικανοποίηση της ανθρώπινης ανάγκης προβολής, καταξίωσης και υπεροχής, που είναι συνυφασμένη λιγότερο ή περισσότερο με τις διάφορες κοινωνίες, ίσως και άλλα πολλά…

Σε κάθε περίπτωση όμως, η επιτυχημένη πάντα αναβίωση αυτών των λαϊκών δρώμενων αποδεικνύει πως οι κοινωνίες μας ακόμα τα χρειάζονται! Για τους δικούς τους πλέον λόγους!
Καλή Αποκριά και καλή Σαρακοστή!!!

Α. Χ.-Μ.