- Στο Λονδίνο, στο British Museum, στην Αγγλία ευρίσκεται λευκή λήκυθος, του 440 π.Χ.-435 π.Χ., στην οποία υπάρχει λευκή αγγειογραφία. Στην αγγειογραφία τούτη παριστάνεται σκηνή νεκρού νέου πολεμιστή. Ο Ύπνος και ο Θάνατος, οι δύο υιοί της Νύκτας, απομακρύνουν από το πεδίο της μάχης έναν νεκρό νέο πολεμιστή, για να τον μεταφέρουν στον τόπο που θα ταφεί. Και οι δύο είναι φτερωτοί. Ο Ύπνος, θεός του ύπνου, είναι νέος και όμορφος. Ο Θάνατος, θεός του θανάτου, είναι άνδρας ώριμος με γένια και μη χτενισμένα μαλλιά. Πίσω από τις μορφές (Ύπνου-Θανάτου -νεκρού νέου) εικονίζεται υψωμένη η ταφική στήλη του νεκρού.
Κατά την ελληνική αρχαιότητα, ο θεός Ύπνος και ο θεός Θάνατος ήσαν δίδυμα αδέλφια. Η αρχαιοελληνική ρήση είναι : «΄Υπνω και Θανάτω διδυμάοσιν». Ο αρχαίος Έλλην τραγικός μας ποιητής Ευριπίδης (480 π.Χ.-406 π.Χ.) είπε ότι ο ύπνος είναι πρόσκαιρος θάνατος. Ο αρχαίος Έλλην φιλόσοφος Ηράκλειτος ο Εφέσιος (540 π.Χ.- 480 π.Χ.) έγραψε για την σχέση ζωής, ύπνου και θανάτου. Ο ίδιος, ο Ηράκλειτος, θεωρούσε ως αρχή των όντων το πυρ, θεωρούσε επίσης ότι η πραγματικότητα ευρίσκεται σε συνεχή ροή, (τα) «πάντα ρει», εξαιτίας της αδιάκοπης πάλης των αντιθέσεων : ζωή – θάνατος, νεότης – γήρας, κ.λ.π.
Κατά την Ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία, ο ύπνος και ο θάνατος συνδέονται στενά. Ο ύπνος θεωρείται η εικόνα, ο «μικρός αδελφός» του θανάτου. Ο θάνατος αντιμετωπίζεται ως ένας προσωρινός ύπνος εν αναμονή της Αναστάσεως. Κατά την Ορθόδοξη παράδοση ο ύπνος μας είναι υπενθύμιση του τέλους μας.
Στην Εκκλησία μας χρησιμοποιείται ο όρος «κεκοιμημένοι» για τους τεθνεώτες. Στις προσευχές του Αποδείπνου αναφέρεται η φράσις : «Μη μοι γένηται ύπνος θάνατος» ( = Να μη μου γίνει ο ύπνος θάνατος).
Υπάρχει δε και η κάτωθι λαϊκή παροιμία : «Ο ύπνος είναι ένας μικρός θάνατος και ο θάντος είναι ένας μεγάλος ύπνος».
- Στο Βερολίνο της Γερμανίας στο Staatliche Museum, ευρίσκεται λουκανικός κρατήρας του τέλους του 5ου αιώνος, δηλαδή 425 π.Χ – 400 π.Χ., ο οποίος φέρει αγγειογραφία ερυθρόμορφου ρυθμού. Το μένος και η οργή του Ευρυσθέως, βασιλέως της Τίρυνθος, που ευρίσκετο πλησίον της Κορίνθου, κατά του Ηρακλέους ήτο μεγάλο και ασίγαστο. Αφού δεν κατόρθωσε να εξολοθρεύσει ο ίδιος τον Ηρακλή με τους δώδεκα άθλους, στην δοκιμασία των οποίων τον υπέβαλε, μετά τον θάνατο του Ηρακλή, ο Ευρυσθέας εστράφη και κατά των τέκνων του, των Ηρακλειδών. Μετά τον θάνατο του Ηρακλέους λοιπόν οι Ηρακλειδείς επεριπλανώντο για να βρούν σωτηρία από το εναντίον τους μίσος του Ευρυσθέως. Οι Αθηναίοι τους επέτρεψαν να εγκατασταθούν στην τετράπολη του Μαραθώνος.
Στην παράσταση της εν λόγω αγγειογραφίας του κρατήρος τούτου, που είναι επηρεασμένη από το έργο του τραγικού μας ποιητού Ευριπίδη : «Ηρακλειδείς», ο γέροντας Ιόλαος μαζί με τα τέκνα του Ηρακλή, τους Ηρακλειδείς, έχουν καταφύγει στο βωμό του ιερού του θεού Δία, ζητώντας άσυλο. Στο μεταξύ έχουν φθάσει οι έφιπποι άνδρες-πολεμιστές του Ευρυσθέως για να εξοντώσουν τους Ηρακλειδείς. Ο αγγελιαφόρος (αγγελιοφόρος), ο κήρυκας του βασιλέως Ευρυσθέως, προσπαθεί να απομακρύνει τον Ιόλαο από τον βωμό, για να μην σφαγιασθεί και αυτός μαζί με τους Ηρακλειδείς. Λίγο πριν, έχουν καταφθάσει στον βωμό οι υιοί του Θησέα, Ακάμας και Δημοφών, οι οποίοι θα προσφέρουν άσυλο στους Ηρακλειδείς και θα πολεμήσουν στο πλευρό τους εναντίον των ανδρών του Ευρυσθέως. Αριστερά στην ίδια παράσταση απεικονίζεται η Αλκμήνη, γιαγιά των Ηρακλειδών και μητέρα του πατρός των Ηρακλειδών Ηρακλέους. Η ιδία κρατάει στα χέρια της ομοίωμα-αγαλματίδιο του θεού Διός φέροντος στο ένα του χέρι κεραυνό.
Η εν λόγω παράσταση – αγγειογραφία παρουσιάζεται άνωθεν του τίτλου της παρούσης δεκάδος Γλυπτών – Αγγείων 381-390.
- Στο Μουσείο Λούβρου στο Παρίσι Ιταλίας ευρίσκεται υδρία του 520 π.Χ., μελανόμορφου ρυθμού, με αγγειογραφία. Στην μελανόμορφη αυτή απεικόνιση εικονίζεται νεογέννητος ο θεός Ερμής μαζί με τους γονείς του Δία και Μαία. Σε ανύποπτο χρόνο το βρέφος Ερμής φεύγει από την κλίνη του, από την Κυρρήνη της Βορείου Αφρικής και πηγαίνει στην Πιερία, κλέβει πενήντα (50) βόδια του Απόλλωνα και τα κρύβει σε σπηλιά. Στην παράσταση αριστερά φαίνονται κρυμμένα σε σπηλιά το κλεμμένα βόδια. Στην ίδια αυτή παράσταση εικονίζεται και ο Απόλλων διαμαρτυρόμενος στους γονείς του Ερμή για την ανίερη πράξη του μικρού υιού τους.
- Στο Λονδίνο του Ηνωμένου Βασιλείου, στο British Museum, ευρίσκεται κύλιξ λευκού βάθους του 470 π.Χ.-460 π.Χ., στο εσωτερικό της οποίας υπάρχει αγγειογραφία. Στην αγγειογραφία αυτή εικονίζονται ο Ήφαιστος και η Αθηνά με το δημιούργημά τους, την Πανδώρα που στην εικόνα αυτή φέρει το όνομα Ανεσιδώρα. Έλεγαν πως και η Πανδώρα, η πρώτη γυναίκα του κόσμου, ήταν έργο του Ηφαίστου. Ήταν το κακό που έστειλε ο Δίας στη γη σαν τιμωρία, όταν ο Προμηθέας του έκλεψε τη φωτιά. Ο Ήφαιστος έπλασε την Πανδώρα από χώμα και νερό. Η Αθηνά την έντυσε και την στόλισε. Ανεσιδώρα και Πανδώρα ήσαν παλιές προσωνυμίες της μητέρας Γης που δωρίζει τα πάντα στους ανθρώπους.
- Στο Μόναχο, Staatliche Antikensammluhgen, στην Γερμανία ευρίσκεται πελίκη του 435-430 π.Χ., ερυθρόμορφου ρυθμού, στην οποία υπάρχει ερυθρόμορφη αγγειογραφία. Στην απεικόνιση της αγγειογραφίας αυτής παριστάνεται ο Ήφαιστος φέρω το σφυρί του στον ώμο του και κρατεί στο δεξιό χέρι του λαβίδα. Ξαναγυρίζει στον Όλυμπο με την συνοδεία ενός Σατύρου, ακολούθου του Διονύσου για λύσει τα δεσμά της Ήρας. Είναι μεθυσμένος. Αυτό οφείλεται στον πανούργο Διόνυσο, που φρόντισε πρώτα να τον μεθύσει για να πετύχει τον σκοπό του. Ο Ήφαιστος βαδίζει διστακτικά, παραπαίει, στηριζόμενος στον ώμο του Σατύρου, ο οποίος προχωρεί δίπλα του. Μπροστά τους ο θεός Διόνυσος που ζητεί από τους δυο να επιταχύνουν ακολουθώντας τον.
- Στο Μόναχο, στο Staatliche Anticensammluhgen, στην Γερμανία ευρίσκεται πελίκη, του 435 π.Χ.-430 π.Χ., ερυθρόμορφου ρυθμού, στην οποία υπάρχει αγγειογραφία. Στην ερυθρόμορφη τούτη αγγειογραφία παριστάνεται άλλη σκηνή από την επιστροφή του Ήφαιστου στον Όλυμπο. Ένας Σάτυρος, ακόλουθος του Διονύσου, είναι στεφανωμένος με κλαδί με φύλλα κισσού. Ο ίδιος φέρει δέρμα αγριμιού, ριγμένο επάνω του. Στο αριστερό χέρι του κρατάει δάδα και έχει το δεξιό χέτι του υψωμένο. Με φιγούρα χορευτική προσεγγίζει μία Μαινάδα, ακόλουθη του Διόνυσου, η οποία προπορεύεται κτυπώντας το μουσικό όργανο τύμπανο.
- Στο Παρίσι της Γαλλίας, στο Bibliotheque Nationale, ευρίσκεται λουκανική υδρία του 420 π.Χ.-400 π.Χ., ερυθρόμορφου ρυθμού, στην οποία υδρία υπάρχει ερυθρόμορφη αγγειογραφία. Στην απεικόνιση της αγγειογραφίας αυτής παριστάνεται ο Άμυκος δεμένος από τους Αργοναύτες στο βράχο πηγής.
Ο ΄Αμυκος ήταν υιός του Ποσειδών, βασιλιάς των Βεβρύκων στην περιοχή του Βοσπόρου. Ο Άμυκος καλούσε σε αγώνα πάλης τους ξένους που έφταναν στην χώρα του, πριν τους επιτρέψει να αντλήσουν νερό από την πηγή που φρουρούσε. Όταν κάποτε ήρθαν στα μέρη του οι Αργοναύτες, ο Πολυδεύκης τον νίκησε, τον έδεσε σε κορμό δάφνης για τιμωρία και τον ανάγκασε να ορκιστεί στον πατέρα του Ποσειδώνα πως θα άφηνε πια ελεύθερη την πηγή στους περαστικούς.
- Στην Καρλσρούη, πόλη της Γερμανίας, στο Badisches Landesmuseum, ευρίσκεται απουλικός κρατηρ, του 340 π.Χ., ερυθρόμορφου ρυθμού. Φέρει αγγειογραφία με ερυθρόμορφη παράσταση. Σε αυτήν εικονίζονται οι Ερινύες, οι σκληρές και σκοτεινές θεές του Άδη. Οι αγγειογράφοι εικόνιζαν τις Ερινύες άλλοτε φτερωτές και άλλοτε με φίδια στα μαλλιά και στα χέρια, όπως φαίνονται και στην παράσταση αυτή, από μια σκηνή στον Άδη, της αγγειογραφίας του εν λόγω κρατήρος.
- Στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου της Αγγλίας ευρίσκεται αρχαίος ελληνικός στάμνος (στάμνα), των υστεροαρχαϊκών χρόνων, ήτοι 560 π.Χ.-480 π.Χ., με αγγειογραφία, στην οποία ο κισσοστεφανωμένος και γενειοφόρος Διόνυσος, με ελληνική θρακική περιβολή, εμφανίζεται σε έκσταση ή σε μέθη να διαμελίζει μικρό κατσίκι ή λαγό, όπως έκαναν οι Μαινάδες ή Βάκχες.
- Στο Βερολίνο, στο Staatliche Museum, στην Γερμανία ευρίσκεται κύλιξ, του 480 π.Χ., ερυθρόμορφου ρυθμού. Στο εσωτερικό της κύλικος τούτης υπάρχει αγγειογραφία. Στην ερυθρόμορφη απεικόνιση παριστάνεται η Θέτις, η μητέρα του Αχιλλέως, η οποία ευρίσκεται στο εργαστήριο – σιδηρουργείο του θεού Ήφαιστου για να παραλάβει την πανοπλία, την οποία έχει ήδη κατασκευάσει ο Ήφαιστος. Η Θέτις, όρθια, κρατάει με το αριστερό χέρι της το δόρυ και με το δεξιό την ασπίδα. Στο τοίχο είναι κρεμασμένες οι κνημίδες, κι αυτές έτοιμες προς παράδοση. Ο Ήφαιστος είναι καθιστός. Κρατάει στο δεξιό του χέρι σφυρί και στο αριστερό του το ετοιμοπαράδοτο κράνος του Αχιλλέα, στο οποίο ο Ήφαιστος ρίχνει μια τελευταία ματιά, πριν το παραδώσει κι αυτό στην Θέτιν, την μητέρα του Αχιλλέως.
*Ερευνητής – Μελετητής – Αναλυτής
20-10-2026

















