16-6-2023 Μικρό απόσπασμα από το διήγημά μου ΄΄Το γεφύρι του Αζίζ Αγά΄΄ και μία από τις τρεις εικονογραφήσεις που έχω κάνει. Το γλέντι στα εγκαίνια!

Ο Αζίζ είναι καθισμένος σταυροπόδι αναπαυτικά σε περίοπτη θέση. Ο χώρος μοσχοβολά ρακί. Τα ασημένια γιαννιώτικα όπλα αστράφτουν περασμένα στο γαλάζιο του ζωνάρι. Ροφά με πάθος τον καπνό από τον μακρύ ναργιλέ με την κεχριμπαρένια άκρη. Δείχνει κεφάτος όμως τον τρώει η ανησυχία, ο φόβος.

-Ορέ μαστρο -Αναγνώστη που είσαι;
-Εδώ αγά μου, τι ορίζεις;
-Ορε είναι ώρα τώρα που τον κάλφα δεν τον πήρε το μάτι μου, που είναι; Έκανε εκνευρισμένος ο αγάς.
-Έφυγε αγά μου πήγε στη ράχη του Σκύφτη να περιμένει το μαντάτο, δεν άντεχε το ξεκαλούπωμα, του απάντησε ξερά ο μαστρο-Αναγνώστης κι έφυγε για το γεφύρι.
-Άλλο και τούτο, όλο παραξενιές είναι. Είπε με συννεφιασμένο ύφος ο Αζίζ.

Το ξεκαλούπωμα άρχισε! Με μεγάλη προσοχή κατέβασαν ένα ένα όλα τα καλούπια και η καμάρα πρόβαλε γυμνή, κατέβηκαν όλοι οι μάστοροι, μόνο η σκαλωσιά έμεινε κάτω από το εσωράχι. Τα τσιράκια έδεσαν τα μουλάρια και συνάχτηκαν δίπλα στους μαστόρους. Η οχλοβοή σταμάτησε, νεκρική ησυχία, μόνο το ποτάμι και τα τζιτζίκια ακούγονται. Όλα τα βλέμματα καρφωμένα πάνω στην καμάρα. Τα λεπτά περνούν, η αγωνία πυρετός. Χτυπούν τα μηλίγγια των μαστόρων και του αγά που δαγκώνει την άκρη των χειλιών του. Σαν πέρασε ένα μισάωρο δύο αρχικάλφες, ο μαστρο-Αναγνώστης και ο μαστρο-Γούλας ανεβαίνουν στην κορυφή του τόξου, πάνω στο κλειδί και ελέγχουν όλες τις πλευρές του. Γυρίζει προς τον κόσμο ο μαστρο-Αναγνώστης φέρνει τις χούφτες του σαν χωνί στο στόμα και φωνάζει με όλη του τη δύναμη!

-Το γιοφύρι του Αζίζ Αγά, στέριωσεεεε! Τρέξτε να φωνάξ’τε τον πρωτομάστοραααα! Και λύθηκε η χαρά κι όρμησε πάνω στους ανθρώπους σαν ποταμού πλημμύρα, σαν δροσιά βουνίσιου αέρα, σαν τον χαρμόσυνο ήχο της καμπάνας στην Ανάσταση!

Μαζί με τον πρωτομάστορα ήρθαν και τα πετροχελίδονα πετούν σπαθοκοπούν τον αέρα, ανεβαίνουν απότομα, κατεβαίνουν ξυστά πάνω από το ποτάμι, περνούν και ξαναπερνούν κάτω από την καμάρα τιτιβίζοντας.
Άνοιξε την κασέλα του ο πρωτομάστορας, κι έβγαλε τα επίσημα ρούχα του. Φόρεσε την μαύρη δίμιτη μπουραζάνα, έβαλε τα μαύρα τσαρούχια με τις μεγάλες πυκνές φούντες, κούμπωσε το άσπρο λουλακιασμένο πουκάμισο, πέρασε στη μέση του το άσπρο ζωνάρι υφασμένο από γυναίκεια ζαγορίσια χέρια, ενθύμιο παλιάς αγάπης, φόρεσε αργά το μαύρο βελουδένιο σταυρωτό γιλέκο με τα περίτεχνα κεντίδια από μεταξωτά κορδόνια, έβαλε στο κεφάλι γερμένο προς το αριστερό αυτί το μαύρο καλπάκι με τον σταυρό κεντημένο στο κέντρο και με προσοχή καρφίτσωσε στην δεξιά μεριά του ώμου του την ασημένια πενταπλή αλυσίδα με το σαββατλίδικo ρολόι που του το φιλοτέχνησε ένας αργυροχρυσοχόος από το Λινοτόπι του Γράμμου. Κοιτάχτηκε στο τζάμι, στο αντίκρισμα της εικόνας του το πρόσωπό του φωτίστηκε:

– Καλός είμαι! είπε στρίβοντας την άκρη του μουστακιού του κρυφογελώντας και κρατώντας στο χέρι του το κεχριμπαρένιο κομπολόι βγήκε από την παράγκα.

Το γεφύρι άπλωνε το τρίτοξο πέτρινο κορμί του και ακουμπούσε άφοβα στις όχθες του Βενέτικου, κομψό, πανέμορφο! Ήρθε και στάθηκε απέναντι λες κι ήθελε να αναμετρηθεί μαζί του.

– Είναι τεράστιο, πανύψηλο, ξεχειλίζει από μεγαλοπρέπεια είπε, ξεχειλίζοντας κι αυτός από χαρά, περηφάνια, συγκίνηση.

Γυρνώντας προς τη Γόργιανη έκανε το σταυρό του και με βήματα αργά ανέβηκε στη ράχη του:

-Εβδομήντα μέτρα το μάκρος του είπε. Τρείς οι καμάρες του, δεκαπέντε μέτρα το ύψος της μεγαλύτερης, αυτή που δεν στέριωνε, όμορφα τα δύο μικρά ανακουφιστικά τοξωτά ανοίγματα, στέρεες οι τριγωνικές προεξοχές έτοιμες να κόψουν στα δυό τα ορμητικά νερά.

Έφτασε στην κορυφή στο κλειδί. Κοίταξε τα στηθαία, το καλντερίμι, τον Βενέτικο, τον κόσμο και κατέβηκε το ίδιο αργά, τελετουργικά στην άλλη όχθη με τον κόσμο να χειροκροτεί δυνατά.

-Λοιπόν αγά μου, τι λες;

-Δεν θα σε ρωτήσω τι έφτεε γιατί όλο αυτόν τον καιρό παρακολουθούσα από κοντά την τέχνη σου, τον αγώνα σου και πόση ευαισθησία κρύβεις στην ψυχή σου. Είσαι πρωτομαΐστορας –καλλιτέχνης. Ήμουν σίγουρος για το αποτέλεσμα, γεια στα χέρια σου, γεια στα χέρια όλων των μαστόρων. Όσο για τα πικρά μου λόγια ξέχνατα, όλα μέλι γάλα, αφερίμ’ κάλφα μ’ αφερίμ’ και του βαλε στα χέρια του ένα κουτί με πουγκιά γεμάτα γρόσια! Άιντε χαλάλι σου ακόμα και τον φόρο στον μεϊμάρ-μπαση του Γιαννίνου εγώ θα τον πλερώσω. Α, και να σου πω κι ένα κρυφό, την μυστική σας γλώσσα, τα κουδαρίτ’κα έ, τα καταλαβαίνω, χρόνια στο κουρμπέτ΄ μαΐστορα είπε γελώντας τρανταχτά και γεμάτος από ικανοποίηση ο Αζίζ.

Πάνω στην ώρα ήρθε ο μαστρο-Αναγνώστης και του δώσε ένα καμπανάκι δεμένο σε αλυσίδα, που είχε φτιάξει ο σιδεράς για να χτυπάει με στους δυνατούς ανέμους και τις μεγάλες κατεβασιές και να ‘χουν τον νου τους αυτοί που εκείνη την ώρα περνούν το γεφύρι. Ανέβηκε την σκαλωσιά ο πρωτομάστορας και στο εσωράχι των κλειδιών στο κέντρο του θόλου, το κρέμασε. Οξύς ήχος του ζουρνά ξεχύθηκε στην πανοραμική ομορφιά του Βενέτικου. Τρόμαξαν τα αγριοπερίστερα. Ο παπάς ψάλλοντας και με το βασιλικό ραίνει μ’ αγιασμό το γεφύρι, το ποτάμι και τον κόσμο.

Ως κι αγάς έβγαλε το σαρίκι και χαμήλωσε τα μάτια. Πάνε κι έρχονται οι ευχές, παντού γέλια, και δυνατά χειροκροτήματα. Ο κριτσμάς, το γλέντι ξεκίνησε, τα σφαχτά τσιτσιρίζουν στις σούβλες, σαν τα νερά του Βενέτικου ρέει το παλιό ζαλοβίτικο κρασί, οι γυναίκες ετοιμάζουν το τραπέζι, κόβουν σε φέτες τα σπιτίσια μοσχομύριστα ψωμιά, γεμίζουν τα πιάτα με πεντανόστημους μεζέδες και μυρωδάτο βλάχικο τυρί.

– Κακομοίρες μου λέει στις γυναίκες η κυρά Φωτεινή τον νου σας μη τυχόν και βάλετε στον αγά και τους ανθρώπους του τσιγαρίδες και λουκάνικα. Δεν τρώνε χοιρινό αυτοί αλοίμονό μας, αρνί ρύζι και ζυγούρι. Α! που είσαι Λευτερία, κόψε την πρασόπιτα και την κολοκυθόπιτα και μοίρασε τες στα δυό μεγάλα τα πιάτα, την γαλατόπιτα να βάλεις χώρια σ΄ άλλο πιάτο και εκεί κάτω από καραγάτσ’ στο μεγάλο το σνί έχω σκεπασμένο τον μπακλαβά για το τέλος, να έχεις το νου σου. Βάϊα, να δώσεις μπόλικο φαί και ψωμί στα τσιράκια. Θεονήστικα είναι τα καημένα, έρμες μάνες, βάλε τα και κατσικίσιο τυρί το έχω στον ντορβά, α, να τα δώσεις και πίτα για το βράδυ.

Τ’ άργανα με τις παλμικές λαλιές τους, τα τραγούδια και τα νουμπέτια στραγγίζουν τα φυλλοκάρδια.
“Ωρέ το μαύρο το μαντίλι που δένεις στα μαλλιά
Να μην το ξαναδέσεις ζουρλαίνεις τα παιδιά.

Μεράκλωσαν, οι άνθρωποι και πιάστηκαν χέρι με χέρι, τρείς δίπλες ο χορός και η σκόνη σύννεφο!

-Στέργιωσε το αστέργιωτο, να μπορούσαμι ορε βλάμη να χωθούμι κι εμείς εκεί να φάμι και να πιούμι, να γλεντήσωμι. Είπε ο ένας ληστής στον άλλο.

-Ρε, γκαβός είσι; Τον ντερβέναγα δεν τον βλέπ’ς; τ’ς Τούρκοι; τουν αγά που κάθονται κοντά κοντά; Αι μάζεψι τ’ άρματα σ’ και σήκω να φύγουμι, όσο είμαστι μακριά απ’ αυτούς τόσο περισσότερο θα κρατάμι στους ώμους τα κεφάλια μας, δεν τους κάνουμε και λίγα.

Ένας τσομπάνος κρατώντας ένα μικρό αρνί στην αγκαλιά, στο χέρι ένα μακρύ ραβδί με λυγισμένη σε άγκιστρο την άκρη, ανεβαίνει την ράχη του γεφυριού, ξωπίσω του ακολουθεί το κοπάδι. Γέμισε ο τόπος από τα βελάσματα, τα κυπροκούδουνα, τα τροκάνια και τα σουρίσματα του τσοπάνη κι όλοι οι ήχοι μαζί ανακατεύονται γλυκά, μονιασμένοι κι ανεβαίνουν πάνω από το γεφύρι του Αζίζ αγά κι απλώνονται στην κοιλάδα του υποταγμένου πια Βενέτικου και φτάνουν ως απάνω στην Πέτρα Ζιάνι και το Σινάπι.

Αργύρης Θ. Παφίλης
Οκτώβριος 2017