Γιατί το Μέγαρο Μαξίμου Φλερτάρει με τις Πρόωρες Κάλπες
Η πολιτική ατμόσφαιρα στη χώρα μυρίζει ολοένα και περισσότερο… εκλογές. Το ερώτημα «πάμε για κάλπες;» ακούγεται πλέον με αυξανόμενη συχνότητα τόσο στους πολιτικούς διαδρόμους όσο και στην καθημερινότητα των πολιτών, με τα σενάρια για πρόωρη προσφυγή στις εκλογές να επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο.
Παρότι το επικρατέστερο σενάριο τοποθετεί τις πολιτικές εξελίξεις προς το φθινόπωρο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκτιμούν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης ενδέχεται να επιλέξει τον δρόμο των πρόωρων εκλογών ακόμη και μέσα στον Ιούλιο. Και αυτό γιατί, παρά το γεγονός ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί την πρωτιά στις δημοσκοπήσεις, η κυβερνητική φθορά εμφανίζεται πλέον σταθερή και πολυεπίπεδη.
Το βασικό πρόβλημα για το κυβερνών κόμμα δεν είναι μόνο η πτώση των ποσοστών του, αλλά κυρίως η διαφαινόμενη αδυναμία επίτευξης αυτοδυναμίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα ενδεχόμενο μετεκλογικής συνεργασίας με το ΚΙΝΑΛ δεν φαντάζει πλέον απίθανο, αλλά αντιθέτως ολοένα και πιο ρεαλιστικό.
Την ίδια στιγμή, όμως, και στο στρατόπεδο του Νίκου Ανδρουλάκη καταγράφονται έντονοι εσωκομματικοί κραδασμοί. Οι αμφισβητήσεις προς το πρόσωπό του πληθαίνουν, ενώ αρκετά στελέχη εκφράζουν προβληματισμό σχετικά με τη δυνατότητα του προέδρου του ΠΑΣΟΚ να διαμορφώσει ένα ισχυρό και πειστικό κυβερνητικό αφήγημα.
Σημαντικός παράγοντας των πολιτικών εξελίξεων θεωρείται και η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό φορέα. Στο πολιτικό παρασκήνιο θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι ο πρώην πρωθυπουργός επεξεργάζεται το επόμενο βήμα του, επιχειρώντας αυτή τη φορά να εμφανιστεί με ένα πιο ώριμο, θεσμικό και κεντροφιλελεύθερο προφίλ, απομακρυσμένο από την έντονα αντισυστημική και αριστερή ρητορική του παρελθόντος.
Η στρατηγική του φαίνεται να στοχεύει κυρίως στη μεγάλη δεξαμενή των αναποφάσιστων και πολιτικά απογοητευμένων ψηφοφόρων. Πολιτών που προέρχονται όχι μόνο από τον χώρο της Κεντροαριστεράς, αλλά και από την κεντροδεξιά ή ακόμη και από το παραδοσιακό πασοκικό ακροατήριο που σήμερα δείχνει πολιτικά ορφανό.
Παράλληλα, αρκετοί θεωρούν πως ο Αλέξης Τσίπρας παραμένει ο μοναδικός πολιτικός με την ικανότητα να επανασυσπειρώσει σημαντικό μέρος του κατακερματισμένου χώρου της Αριστεράς. Οι υπόλοιπες ηγεσίες μικρότερων σχηματισμών εμφανίζονται περισσότερο εγκλωβισμένες σε προσωπικές στρατηγικές επιβίωσης και λιγότερο ικανές να συγκροτήσουν ένα ενιαίο πολιτικό μέτωπο με πραγματικές προοπτικές εξουσίας.
Στο τραπέζι των συζητήσεων βρίσκεται και το όνομα της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία, μετά τη δημόσια παρουσία και τη δυναμική της παρέμβαση στην υπόθεση των Τεμπών, καταγράφει αυξημένη κοινωνική απήχηση. Ωστόσο, παρά τη σαφή αναγνωρισιμότητα και τη θετική εικόνα που διαθέτει, αρκετοί εκτιμούν ότι η μετάβαση από την κοινωνική αποδοχή στη συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου πολιτικού φορέα αποτελεί μια εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο πολιτικό περιβάλλον, πολλοί θεωρούν πως ο χρόνος δεν λειτουργεί υπέρ της κυβέρνησης. Κάθε μήνας που περνά αυξάνει τη φθορά, ενισχύει τη συζήτηση περί πολιτικών ανακατατάξεων και δίνει περισσότερο χώρο σε νέα ή ανανεωμένα πολιτικά εγχειρήματα να οργανωθούν.
Το εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιλέξει τελικά μια αιφνιδιαστική εκλογική αναμέτρηση ή θα εξαντλήσει τη συνταγματική του θητεία, παραμένει ανοιχτό. Ωστόσο, το μόνο βέβαιο είναι ότι το πολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει και η χώρα εισέρχεται σταδιακά σε μια μακρά προεκλογική περίοδο, ανεξάρτητα από το πότε τελικά θα στηθούν οι κάλπες.


















