Οι Λίβυοι άφησαν στην άκρη τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που προ 2.700 ετών τους προσφέραμε, και στις 20 Οκτωβρίου 2026 κύρωσαν από την Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο.

Κατά τον δεύτερο (β΄) ελληνικό αποικισμό (800 π.Χ. και επέκεινα) οι αρχαίοι Έλληνες δημιούργησαν πόλεις-αποικίες σε ολόκληρες τις λεκάνες της Μεσογείου Θαλάσσης, της Αδριατικής Θαλάσσης και του Ευξείνου Πόντου, ήτοι πέριξ του Ευξείνου Πόντου, πέριξ της Μικράς Ασίας, στην νυν Συρία ( Ιεράπολις,  Λαοδίκεια,  Κύρρος, Αχαϊα Συρίας κ.λ.π.), στο νυν Λίβανο (κυρίως κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, παραλιακή πόλη Πορφυρεών, βόρεια της Σιδώνος,  Ηλιούπολις, πόλη Αμιούν που πήρε το όνομά της από την λέξη Γιουνάν (Ίωνες),  επαρχία Κούρα που έλαβε το όνομά της από την ελληνική λέξη Χώρα κ.λ.π.), στο νυν Ισραήλ (ιδίως ελληνιστικές πόλεις, όπως  Αντιόχεια του Ίππου,  Δεκάπολις κ.λ.π.), νυν Παλαιστίνη ( Σκυθόπολις, Απολλωνία, κ.λ.π.), στην Αίγυπτο ( Ναύκρατις 7ος αιών π.Χ., Δάφναι, Μαρέα, Όασις, Αλεξάνδρεια,  Πτολεμαϊς Ερμία γνωστή ως Πτολεμαϊς Θηβαϊδος στην δυτική όχθη του Νείλου, κ.λ.π.), στην Λιβύη, για την οποία θα γίνει λόγος αναλυτικά κατωτέρω, στην Τυνησία (Νεάπολις, νυν Ναμπουέλ, ιδρυθείσα από αρχαίους Έλληνες της Κυρήνης της Κυρηναϊκής (Λιβύης), τον 5ο αιώνα π.Χ.), πέραν του Γιβραλτάρ, στα νότια παράλια Ισπανίας, της Γαλλίας, στην Κορσική, στην Μεγάλη Ελλάδα (Κάτω Ιταλία-Σικελία), στα ανατολικά παράλια της Αδριατικής (νυν Κροατία, νυν Αλβανία), και πέριξ του Ευξείνου Πόντου, δηλαδή παράλια Βουλγαρίας, Ρουμανίας Ουκρανίας, Ρωσίας, Γεωργίας και Πόντο.

Βλέπε τα κείμενά μου : «Οι Πόντιοι είναι Αθηναίοι», «Ο αρχαίος πολιτισμός των Ελλήνων Ιώνων Ποντίων», «Ο αρχαίος πολιτισμός των Ελλήνων Ιώνων της Μικράς Ασίας», «Ο αρχαίος ελληνικός των Ιώνων στα νησιά του Αιγαίου μας», «Ο της Ελληνικής Θράκης αρχαίος πολιτισμός των αρχαίων Ελλήνων Ιώνων», «Ο αρχαίος πολιτισμός των Ελλήνων Ιώνων της Μεγάλης Ελλάδος (Κάτω Ιταλίας–Σικελίας)», «Ο της Γαλλίας (Μασσαλία: Ανθεστήρια, Θαργήλια) – Μονακό: Μονοίκος – Αυενιών : Αβινιόν – Σαιν Τροπέ), Ισπανίας, Κορσικής, Σαρδηνίας, Αδριατικής, Βορείου Αφρικής αρχαίος πολιτισμός των Ελλήνων Ιώνων».

Στις πόλεις-αποικίες που ίδρυσαν οι αρχαίοι Έλληνες μετέφεραν και ανέπτυξαν τον πολιτισμό τους και τον διέδωσαν στις τοπικές κοινωνίες.

Η Λιβύη έγινε γνωστή στην αρχαιότητα ως η Πεντάπολις, λόγω των πέντε σπουδαιοτέρων ελληνικών πόλεως που ιδρύθηκαν εκεί  από τον έβδομο (7ο) αιώνα π.Χ. και έπειτα.

Κυρήνη : Ήτο η μεγαλύτερη και σημαντικότερη ελληνική πόλη στην περιοχή της Λιβύης, η οποία ιδρύθηκε γύρω στο 630 π.Χ. από Έλληνες Θηραίους (Σαντοριναίους) αποίκους με επικεφαλής τον Βάττο και η οποία έδωσε το όνομά της σε ολόκληρη την Κυρηναϊκή.

Απολλωνία : Ήτο το επίνειο (λιμάνι) της Κυρήνης, το οποίο διέθετε σπουδαία έργα  λιμενικής μηχανικής, μέρος των οποίων σήμερα ευρίσκεται κάτω από την  θάλασσα, λόγω των γεωλογικών αλλαγών, και  σπουδαίο αρχαιοελληνικό θέατρο.

Βάρκη :  Ήτο αρχαία ελληνική πόλη στην ενδοχώρα της Κυρηναϊκής, της Λιβύης.

Πτολεμαϊς : Σημαντική παραλιακή πόλις που έλαβε το όνομά της κατά την ελληνιστική εποχή από τους Πτολεμαίους της Αιγύπτου.

Ευεσπερίδες : Ήτο η αρχαία ελληνική πόλη που αργότερα έλαβε το όνομα Βερενίκη, σημερινή Βεγγάζη. Ήτο ελληνική αποικία στα δυτικά της Πενταπόλεως.

Επίσης στην Κυρηναϊκή, Λιβύη ιδρύθησαν και άλλες αρχαίες ελληνικές πόλεις, όπως η Δαρνίς (νυν Ντέρνα),  το Αβρότονον, κ.λ.π.

Η Κυρήνη, νυν Βάρκα, ήτο αρχαία ελληνική πόλη στα παράλια της Βορείου Αφρικής.. Την ζ΄ εκατονταετηρίδα προ Χριστού, δηλαδή τον 7ο αιώνα π.Χ. (700 π.Χ.-600 π.Χ.), κατά τον δεύτερο (β΄) ελληνικό αποικισμό, ώκησαν την χώρα Λιβύη Θηραίοι, Έλληνες Ίωνες εκ της Θήρας (Σαντορίνης) υπό τον Βάττο και ίδρυσαν κράτος που διέπρεψε στο εμπόριο, στην ναυτιλία, στις τέχνες και στην βιομηχανία. Οι αρχαίοι ΄Ελληνες Ίωνες Σαντορινιοί ίδρυσαν το 631 π.Χ. την ελληνική πόλη Κυρήνη σε απόσταση 80 σταδίων από την ακτή της Μεσογείου θαλάσσης, σε ένα οροπέδιο κοντά στην πηγή Κύρη.

Οι αρχαίοι Έλληνες κατά τον δεύτερο (β΄) αποικισμό (800 π.Χ. και επέκεινα) ίδρυσαν πολλές πόλεις στην Λιβύη και στα παράλια αυτής αλλά και στην ενδοχώρα της, μεταφέροντας εκεί και τον πολιτισμό τους. Πέραν της Κυρήνης άλλες ελληνικές πόλεις που ιδρύθηκαν με τους ναούς και τα ρυμοτομικά σχέδια, τους τάφους τους κ.λ.π. ήσαν η Απολλωνία, που ήτο το επίνειον, το λιμάνι, της Κυρήνης, η Ταυχείρα, έπειτα  Αρσινόη, η Εσπερίς έπειτα Βερενίκη.

Η Αρσινόη ήτο σύζυγος του Μάγαντος, τους βασιλέως της Κυρήνης, η οποία είχε μνηστεύσει την θυγατέρα της Βερενίκη με τον Πτολεμαίο τον Ευεργέτη. Ελκυσθείσα δε η ιδία από τα θέλγητρα του Δημητρίου, του υιού του Δημητρίου του Πολιορκητού, μεταμελήθηκε, μετάνιωσε, και ήθελε να την δώση σε αυτόν. Είχε δε τόσο μεγάλο έρωτα η ίδια γι΄ αυτόν, τον υιό του Δημητρίου του Πολιορκητή, που ο λαός οργισθείς τον σκότωσε στην αγκαλιά της το έτος 250 π.Χ. (Just. XXVI 3). Βλέπε σελ. 130 Α΄ Τόμος, Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξάνδρου Ραγκαβή, 1888.

Η Κυρήνη ήτο πόλις προς το εσωτερικό της χώρας. Της πόλεως ταύτης σώζονται ερείπια και είναι αξιόλογες οι μακρές και γραφικές σειρές των σκαμμένων και περιστύλων τάφων. Η πόλις αυτή ήτο πρωτεύουσα της όλης χώρας Λιβύης. Βλέπε σελ. 550 Α΄ Τόμος, Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξάνδρου Ραγκαβή, 1888.

Στην πόλη αυτή (Κυρήνη) οι αρχαίοι Έλληνες κάτοικοι ίδρυσαν λαμπρούς ναούς. Δέσποζε ο ναός του θεού Απόλλωνος και την οδό που οδηγούσε στον ναό τούτο ο Βάττος την κατέστησε λιθόστρωτη. Η πόλις Κυρήνη είχε και ακρόπολη οχυρωμένη (Ηρόδοτος Δ, 158. 164. – Στράβων ΙΖ, 847). Οι αρχαίοι Έλληνες ιατροί της Κυρήνης επαινούντο για την επιστημοσύνη τους (Ηρόδοτος Γ, 131. Στην ίδια τούτη πόλη εγεννήθησαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι Αρίστιππος, Αννίκερις και Καρνεάδης, ο ποιητής Καλλίμαχος και ο Ερατοσθένης.

Ο φιλόσοφος Αρίστιππος, εκ Κυρήνης εν Λιβύη, ίδρυσε περί το 370 π.Χ. την Κυρηναϊκή Φιλοσοφική Σχολή. Νέος εστάλη στην  Αθήνα υπό του πατρός του, ο οποίος εθαύμαζε τον Αθηναίο φιλόσοφο Σωκράτη, και έτσι ο Αρίστιππος μαθήτευσε κοντά στον Σωκράτη μέχρι τον θάνατο του Δασκάλου του. Ακολούθως ο Αρίστιππος εδίδαξε στην Αίγινα και στη συνέχεια στην αρχαιοελληνική πόλη της Μεγάλης Ελλάδος  (Κάτω Ιταλίας – Σικελίας)  Συρακούσες, κοντά στον φιλόσοφο Διονύσιο τον νεώτερο. Επανήλθε στην Αθήνα και ίδρυσε την Σωκρατική Σχολή των κληθέντων ηδονικών. Μετά από πολλές οδοιπορίες απέθανε στην αιολική νήσο Λιπάρα. Λέγεται ότι έγραψε πολλά έργα. Ουδέν όμως εκ των έργων του διεσώθη. Οι δοξασίες του εσυστηματοποιήθησαν  κυρίως από τους μαθητές του, οι οποίοι ήσαν  ο Ηγησίας, ο Αννίκερις, ο Θεόδωρος, και ίσως και ο ομώνυμος εγγονός του (Αρίστιππος). Κατά τον Αντισθένη ο Αρίστιππος παραδεχόταν την αίσθηση ως κέντρο της υπάρξεως, αλλά αντέτασσε στην ηδονή την στέρηση, ώστε εκ της Σχολής του προέκυψαν οι Επικούρειοι, όπως εκ του Αντισθένη  οι Στωικοί. Φιλοσοφούσε περί των αιρετών και φευκτών, (γι΄αυτό που πρέπει κάποιος να επιλέγει και γι΄αυτό που πρέπει να απορρίπτω, να αποφεύγει), περί των παθών, περί των πράξεων, περί των αιτίων και περί των πίστεων. Διέκρινε  δύο πάθη, τον πόνο και την ηδονή. Τον μεν πόνο έλεγε τραχείαν κίνησιν, την δε ηδονήν λείαν κίνησιν. Πρέσβευε δε ότι η ηδονή είναι μονόχρονος, ήτοι περιορίζεται μόνον εις τον καιρό της απολαύσεως (Πλούτ. Δίων ΙΘ. –Διογένης Λ. Β, 8, 56 – Ξενοφών Απομνημ. Β, 1. Γ, 8. – Κικέρων Acad.). Βλέπε σελ. 117, Α΄ Τόμος, Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξάνδρου Ραγκαβή, 1888.

Ο φιλόσοφος Αννίκερις, εκ Κυρήνης εν Λιβύη, ήτο  φιλόσοφος της Σχολής του Αρίστιππου, διάδοχος του Ηγησίου. Ο ίδιος επεδίωκε τον εξευγενισμό της ηδονής. Έλεγε : «Χαίρειν γαρ ημάς μη μόνον επί ηδοναίς, αλλά και επί ομιλίαις και επι φιλοτιμίοις» (Κλημ. Αλ. Στρωμ. Γ, 417). (= Δεν πρέπει να χαιρόμαστε μόνον με τις ηδονές, αλλά και με τις κοινωνικές συναναστροφές και να επιδιδόμαστε στην φιλοτιμία). Οι οπαδοί του εκαλούντο Αννικέραιοι. Βλέπε σελ. 91, Α΄ Τόμος, Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξάνδρου Ραγκαβή, 1888.

Ο φιλόσοφος Ηγησίας, εκ Κυρήνης εν Λιβύη, ήτο οπαδός της Κυρηναϊκής Σχολής, που έζησε τον 3ο αιώνα π.Χ. (300 π.Χ. – 200 π.Χ.) στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Κατ΄ αυτόν η επιθυμία ήτο το άνθος και ο  σκοπός  ήτο ο καρπός της ζωής. Έλεγε τον θάνατο προτιμώτερον της τοιαύτης υπάρξεως. Οι οπαδοί ελέγοντο Ηγησιακοί. Ο ίδιος αυτοονομαζόταν Πεισιθάνατος.

Ο φιλόσοφος Καρνεάδης, εκ Κυρήνης  εν Λιβύη, έζησε από το 213 π.Χ. μέχρι 129 π.Χ. Κατ΄ αρχάς αποδέχθηκε και υποστήριξε την φιλοσοφία των Στωϊκών. Μη κρίνοντας όμως επαρκείς τις θρησκευτικές και ηθικές τους αρχές, παραδέχθηκε την Πλατωνική φιλοσοφία, και ίδρυσε τη νέα τρίτη Ακαδημία, στην οποία αναζητούσε την αλήθεια σε αποδείξεις πέραν των αισθήσεων και του κύκλου της ανθρώπινης διάνοιας. Σε θέματα ηθικής ήτο καθαρός, ακέραιος και άμεμπτος. Διέθετε οξύτητα μυαλού και ευγλωττία, και τούτο το απέδειξε όταν απεστάλη ως πρέσβυς με τον Κριτόλαο και τον Διογένη  για να απαλλάξει την Αθήνα  από το επιβληθέν σε αυτήν πρόστιμο των 100 ταλάντων για την καταστροφή του Ωρωπού (Διογένης Λ, Δ. 62,). Βλέπε σελ. 459 Α΄ Τόμος Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξ. Ραγκαβή, 1888.

Ο ποιητής Καλλίμαχος, εκ Κυρήνης εν Λιβύη, ήτο εκ του γένους των Βαττιαδών και εκλήθη υπό του Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου το έτος 290 π.Χ. εις την Βιβλιοθήκη του Μουσείου και παρέμεινε διευθυντής αυτής μέχρι τον θάνατό του , περί το 240-230 π.Χ. Ήτο εξαιρετικά μορφωμένος, δίδαξε και με το λόγο και με τα συγγράμματα και υπήρξε ένας από τους πρώτους Αλεξανδρινούς ποιητές. Οι μαθητές του εκαλούντο Καλλιμάχειοι και μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται  ο Ερατοσθένης, ο Αριστοφάνης, ο Βυζάντιος, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, και άλλοι. Είχε πλούσιο ποιητικό έργο. Έργα του έμμετρα ή πεζά αριθμούνται περί τα 800. Βλέπε σελ. 449, Α΄ Τόμος, Λεξικό  Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξ. Ραγκαβή.

Ο μέγιστος γεωγράφος  της Ελλάδος Ερατοσθένης, εκ Κυρήνης εν Λιβύη,  εγεννήθη το έτος275 π.Χ. Στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου υπήρξε μαθητής του Λυσανία και του Καλλιμάχου. Αργότερα στην Αθήνα υπήρξε μαθητής του φιλοσόφου Αρίστωνος εκ Χίου  και του Αρκεσιλάου.  Από την Αθήνα τον εκάλεσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου ο Πτολεμαίος ο Ευεργέτης  και τον κατέστησε το έτος 230 π.Χ. διάδοχο του Καλλιμάχου εις την διεύθυνση της Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας, όπου λέγεται ότι έχασε την όρασή του και απέθανε εκούσιο θάνατο, αυτοκτόνησε, ογδοηκοντούτης, σε ηλικία 80 ετών, το έτος 194 π.Χ.  Μαθητές του υπήρξαν οι : Μνασίας, Βυζάντιος, Αριστοφάνης. Αποκαλούσε τον εαυτό του φιλόλογο, γιατί αγαπούσε την σπουδή. Άλλοι τον έλεγαν Πένταθλον ως αγωνιζόμενο, διακρινόμενο σε όλες τις επιστήμες. Ιδίως επιδόθηκε στην αρχαιολογία και στις θετικές επιστήμες. Έγραψε ποιήματα, έργα φιλοσοφικά, μαθηματικά και γεωγραφικά. Ξεχώρισαν τα σε τρία βιβλία του γεωγραφούμενα αυτού, που αποτελούσαν την πρώτη επιστημονική γεωγραφία. Από τα βιβλία αυτά, το πρώτο περιείχε την φυσική γεωγραφία, το δεύτερο την μαθηματική γεωγραφία και το τρίτο την χωρογραφία. Το έργο του Ερατοσθένη επηρέασε καταλυτικά τον πατέρα της Γεωγραφίας, τον Πόντιο Στράβωνα από την Αμάσεια του Πόντου. Με το όνομα του Ερατοσθένη διατηρούνται οι καταστερισμοί, ξηρά απαρίθμησις 44 αστερισμών, με τους μύθους που ανάγονται σε αυτούς. Βλέπε σελ. 290 Α΄ Τόμος Λεξικού Ελληνικής Αρχαιολογίας, Ραγκαβή.

Ανατολικά της αρχαιοελληνικής πόλεως Κυρήνης προς την παραλία, δηλαδή προς τα παράλια της Μεσογείου, υπήρχε η νήσος Πλατεία (νυν Βόμβα), όπου εγκαταστάθηκαν οι Θηραίοι, Σαντορινιοί Έλληνες Ίωνες, πριν κτίσουν την πόλη Κυρήνη. Βλέπε σελ. 550 Α΄ Τόμος, Λεξικόν Ελληνικής Αρχαιολογίας, Ραγκαβή.

Κατά την ελληνική μυθολογία η Κυρήνη ήτο θυγατέρα του Υψέως, εγγονή του Πηνειού, κατ΄ άλλους θυγατέρα του Πηνειού, την οποία ερωτεύθηκε ο θεός Απόλλων, ο οποίος την μετέφερε από την Θεσσαλία στην Λιβύη και απέκτησε με αυτήν ένα υιό, τον Αρισταίο. Ταύτης της γυναικός Κυρήνης επώνυμος ελέγετο η πόλις Κυρήνη, δηλαδή από αυτήν την γυναίκα έλαβε την ονομασία της η πόλις Κυρήνη (Πίνδαρος Πυθ. Β, 5. – Απολλώνιος Ρόδιος Β, 500). Βλέπε σελ. 551 Α΄ Τόμος, Λεξικό Ελληνικής Αρχαιολογίας.

Ο Άμμων ήτο θεός των Αιγυπτίων και των Λιβύων. Ταυτίστηκε μετέπειτα υπό των Ελλήνων με τον θεό Δία, διότι ο χρησμός αυτού είχε κάποια ομοιότητα προς τον Δωδωναίον, ήτοι προς τον χρησμόν του Διός της Δωδώνης. Εκυοτε είχε ναούς ή βωμούς στην Λακωνία, στην Θήβα, στην Παλλήνη, στην Ολυμπία και αλλού.  Η λατρεία του θεού Άμμωνος αρχικά ήτο στην Θήβα της Αιγύπτου, αργότερα διεδόθη και σε άλλα σημεία της Αφρικής. Παρίστατο δε ως έχων κεφαλήν κριού, κριαριού, γιατί κατά τον Ηρόδοτο (Ηρόδ. Β, 42)  όταν ο Ηρακλής επέμεινε να ιδή τον Δία, ο θεός Δίας μη θέλοντας να ιδή τον Ηρακλή, περιεβλήθη δέρας, δέρμα και κεφαλή κριού και με αυτήν την αμφίεση  εμφανίστηκε μπροστά στον Ηρακλή. Μερικοί εκ των νεωτέρων ιστορικών ερμήνευσαν την παράσταση τούτη, την εμφάνιση τούτη ως υπονοούσα την εαρινή ισημερία.

Ο κυριώτερος ναός του θεού Άμμωνος- Διός ήτο σε μία από τις λιβυκές οάσεις, η οποία (όασις) εκαλείτο Αμμώνιον. Ο ναός τούτος ήτο πολυτελέστατος (Curt. IV, 31, 24.). Εκεί, ο θεός Άμμων-Δίας εχρησμοδότει, έδινε χρησμούς διά σημείων, με σημάδια.  Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος επισκέφθηκε τον ναό αυτόν του Άμμωνος-Διός στην Λιβυκή όαση, πίστεψε ότι αναγνωρίστηκε  υπό του θεού αυτούως υιός αυτού (Αρριανός Γ, 4). Κοντά στον ναό υπήρχε και αλική, η οποία εκαλείτο «αλς Αμμωνιακή». Βλέπε σελ. 72 Α΄ Τόμος Λεξικού Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξ. Ραγκαβή, 1888.

Στην Λιβύη πέραν των ιδρυθεισών πόλεων, των ναών, των τάφων, των ερειπίων, απεκαλύφθησαν και άλλα αρχαιοελληνικά ευρήματα.

Στην αρχαία πόλη Απολλωνία υπάρχει αρχαίο ελληνικό θέατρο με θέα στην Μεσόγειο. Στην ίδια πόλη ανακαλύφθηκε αρχαιοελληνικός Ιππόδρομος, που χαρακτηρίζεται ως μοναδικός και χρονολογείται στα έτη του Μεγάλου  Αλεξάνδρου και των Επιγόνων του. Προσέτι έχουν εντοπισθεί διάφορα ιερά και ευρέθησαν κατάλοιπα ενός αρχαίου ελληνικού τεχνητού  λιμανιού.

Στην αρχαία ελληνική πόλη Κυλήνη  ευρέθησαν  ερείπια μεγάλων ναών προς τιμήν του θεού Απόλλωνος,  του θεού Δία και της θεάς Δήμητρας. Προσέτι ευρέθησαν εβδομήντα έξι (76) στον αριθμό αρχαιοελληνικά γλυπτά και αγάλματα. Μεταξύ αυτών ένα άγαλμα της θεάς Αφροδίτης. Το άγαλμα τούτο  αφαίρεσαν οι Ιταλοί το 1915 κατά την ιταλική κατοχή της Λιβύης και το μετέφεραν στην Ιταλία, Έναν αιώνα αργότερα η Ιταλία επέστρεψε το άγαλμα τούτο στην Λιβύη χαρακτηρίζοντάς το λεηλατηθείσα αρχαιότητα.

Δυστυχώς, διαπιστώνεται για μια ακόμη φορά ότι η εξωτερική πολιτική πολλών  κρατών διαμορφώνεται από άλλες παραμέτρους και όχι από την πολιτισμική επίδραση που εδέχθησαν τα κράτη αυτά κατά το παρελθόν.

* Συνταξιούχος Δικηγόρος παρ΄ Αρείω Πάγω

3-11-2026