«Η υγεία του αύριο χτίζεται μέσα από τη συνεργασία του σήμερα!». Με αυτή τη χαρακτηριστική φράση η κ. Τερέζα Χαραμή, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου και Πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Κοζάνης στο χαιρετισμό της στο  26ο Πανελλήνιο Συνέδριο Υπέρτασης τόνισε την ανάγκη της συνεργασίας γιατρών και φαρμακοποιών με σκοπό τη δημιουργία γενικότερα ενός πιο αποτελεσματικού και ανθρωποκεντρικού συστήματος υγείας, εν προκειμένω σε ό,τι αφορά την υπέρταση.

Η ίδια σημείωσε πως ακριβώς αυτός ήταν ο σκοπός της. Να αναδείξει τη σημασία της συνεργασίας γιατρών και φαρμακοποιών για την καλύτερη φροντίδα του ασθενούς.

Μέσα λοιπόν από την ομιλία της, αφού πρώτα περιέγραψε την καθημερινότητα των φαρμακοποιών που έρχονται σε επαφή με τους πολίτες που έρχονται να μετρήσουν την αρτηριακή τους πίεση στο φαρμακείο και σε κάποιες περιπτώσεις διαπιστώνεται ότι η πιέσή τους είναι υψηλή, κατέθεσε μια συγκεκριμένη πρόταση προκειμένου να γίνεται η παραπομπή στον θεράποντα ιατρό –σε ΤΕΠ ή τακτικό ιατρείο- με βάση ένα θεσμοθετημένο πρωτόκολλο παραπομπής.

Η κ. Χαραμή κυριολεκτικά περιέγραψε μία εικόνα που σίγουρα είναι κοινή για όλους τους φαρμακοποιούς της χώρας είτε αυτοί βρίσκονται σ’ ένα μεγάλο αστικό κέντρο είτε σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό ή νησί.

«Ένας πολίτης μπαίνει στο φαρμακείο και μας λέει:

“Δεν αισθάνομαι καλά. Μπορείτε να μου μετρήσετε την πίεση;”

Μια τόσο απλή και τόσο συνηθισμένη φράση, που όλοι εμείς οι φαρμακοποιοί έχουμε ακούσει αμέτρητες φορές.

Και τι κάνει ο φαρμακοποιός;

Του μετρά την πίεση;

Φυσικά και ναι!

Και μετά;

Αυτό το “μετά” είναι, κατά τη γνώμη μου, η ουσία ολόκληρης της σημερινής μου παρουσίασης.

Δεν θα ήθελα να μακρηγορήσω περιγράφοντας αναλυτικά πώς πρέπει να γίνεται η μέτρηση, ποια είναι τα βήματα της αρχικής αξιολόγησης ή με ποιον τρόπο ο φαρμακοποιός οφείλει να αναγνωρίζει τα προειδοποιητικά σημεία μιας επείγουσας κατάστασης.

Όλα αυτά είναι εξαιρετικά σημαντικά και προϋποθέτουν επιστημονική γνώση και κατάλληλη εκπαίδευση.

Θα ήθελα, όμως, σήμερα να πάω ένα βήμα παραπέρα».

Η πρόταση

Η κ. Χαραμή λοιπόν προχώρησε καταθέτοντας μία πολύ συγκεκριμένη πρόταση. Μία πρόταση, που όπως είπε, «βασίζεται σε οργανωμένες πρακτικές οι οποίες εφαρμόζονται ήδη στο εξωτερικό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την υπηρεσία ανίχνευσης υπέρτασης του NHS στην Αγγλία».

Και αυτή η πρόταση έχει να κάνει με «τη δημιουργία ενός οργανωμένου πρωτοκόλλου αξιολόγησης και παραπομπής από το κοινοτικό φαρμακείο για πολίτες με αυξημένη αρτηριακή πίεση.

Ενός πρωτοκόλλου που θα καθορίζει με σαφήνεια πότε, πώς και σε ποιον παραπέμπεται ο ασθενής, αλλά και πώς διασφαλίζεται η συνέχεια της φροντίδας του.

Και αυτό το πρωτόκολλο θεωρώ ότι πρέπει να το δημιουργήσουμε από κοινού, γιατροί και φαρμακοποιοί».

Προχωρώντας σε λεπτομέρειες η κ. Χαραμή τόνισε πως το πρωτόκολλο αυτό δεν θα πρέπει να περιορίζεται σε μια απλή καταγραφή της αρτηριακής πίεσης, αλλά θα αποτελεί ένα ολοκληρωμένο εργαλείο αξιολόγησης, επικοινωνίας και παραπομπής.

Τα στοιχεία θα μπορούσαν αρχικά να καταγράφονται σε ένα έντυπο, όπως αυτό που βλέπετε στη διαφάνεια.

Ιδανικά, όμως, θα μπορούσαν να καταχωρίζονται σε μια ψηφιακή πλατφόρμα, διαλειτουργική με το σύστημα υγείας, η οποία θα επιτρέπει την άμεση επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό και την ασφαλή ανταλλαγή των απαραίτητων πληροφοριών.

Τι να περιλαμβάνει το πρωτόκολλο

Τι θα πρέπει λοιπόν να περιλαμβάνει αυτό το πρωτόκολλο;

Καταρχάς, σύμφωνα με την κ. Χαραμή, θα πρέπει να περιλαμβάνει τα βασικά στοιχεία του ασθενούς και τον λόγο για τον οποίο προσήλθε στο φαρμακείο.

Στη συνέχεια, την καταγραφή της αρτηριακής πίεσης, με τη σωστή τεχνική και τις κατάλληλες επαναληπτικές μετρήσεις.

Σε αυτή τη διαδικασία, όπως είπε, η εκπαίδευση των φαρμακοποιών, με τη συμβολή και της ιατρικής κοινότητας, είναι καθοριστικής σημασίας.

Από κει και πέρα στο πρωτόκολλο θα πρέπει ακόμη να περιλαμβάνεται η αρχική αξιολόγηση των συμπτωμάτων, η λήψη του φαρμακευτικού ιστορικού και η καταγραφή των συνοδών νοσημάτων, όπου «ο φαρμακοποιός μπορεί να προσφέρει ιδιαίτερη αξία» γιατί «ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των πολιτών επισκέπτεται συστηματικά το ίδιο φαρμακείο», κάτι που σημαίνει ότι «ο φαρμακοποιός συχνά γνωρίζει το ιστορικό της φαρμακευτικής αγωγής του ασθενούς. Γνωρίζει τις αλλαγές στη θεραπεία του, τις πιθανές δυσκολίες συμμόρφωσης, αλλά και τη χρήση άλλων φαρμάκων που μπορεί να επηρεάζουν την αρτηριακή πίεση.

Για παράδειγμα, τη χρήση μη στεροειδών αντιφλεγμονωδών ή ορισμένων αποσυμφορητικών σκευασμάτων.

Αυτή η γνώση μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη για τον γιατρό που θα αναλάβει την περαιτέρω αξιολόγηση του περιστατικού».

Σύμφωνα με την κ. Χαραμή αυτό το πρωτόκολλο θα πρέπει να θα σχεδιαστεί από κοινού από γιατρούς και φαρμακοποιούς, να βασίζεται σε επιστημονικά τεκμηριωμένες κατευθυντήριες οδηγίες και να προβλέπει την κατάλληλη εκπαίδευση και τη σαφή κατανομή των αρμοδιοτήτων. Για την ίδια θα πρέπει να είναι ένα εργαλείο που θα συνδέει το φαρμακείο, το τακτικό ιατρείο και τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών, διασφαλίζοντας την έγκαιρη αναγνώριση του κινδύνου, την ασφαλή παραπομπή και, κυρίως, τη συνέχεια της φροντίδας του ασθενούς.

Επικαλέστηκε μάλιστα το Μνημόνιο Συνεργασίας μεταξύ του ΠΦΣ και της Ελληνικής Εταιρείας Υπέρτασης το οποίο υπογράφηκε πριν από 1,5 χρόνο (19 Μαΐου 2025) παρουσία του Υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη και των προέδρων των δύο φορέων, κ.κ. Απόστολου Βαλτά και Κωνσταντίνου Τσιούφη με στόχο ακριβώς την ενίσχυση της πρόληψης, της έγκαιρης διάγνωσης και της αποτελεσματικής διαχείρισης της υπέρτασης στην Ελλάδα, αξιοποιώντας το εκτεταμένο δίκτυο των κοινοτικών φαρμακείων.

Σημαντική ευκαιρία

Αυτό λοιπόν το Μνημόνιο Συνεργασίας, όπως υποστηρίζει η κ. Χαραμή «αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία να περάσουμε από τη θεωρία στην πράξη, μέσα από κοινά πρωτόκολλα, εκπαίδευση και οργανωμένες υπηρεσίες υγείας.

Σε μια εποχή όπου η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγει νέους δρόμους, η επιστημονική γνώση, η καινοτομία και η διεπιστημονική συνεργασία μπορούν να διαμορφώσουν ένα πιο αποτελεσματικό και ανθρωποκεντρικό σύστημα υγείας».

Και είναι πολύ σημαντικό να γίνει κατανοητό, όπως είπε,  ότι «αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι απλώς περισσότερες υπηρεσίες υγείας.

Χρειαζόμαστε υπηρεσίες υγείας που να επικοινωνούν μεταξύ τους.

Χρειαζόμαστε μια πραγματική συνέχεια στη φροντίδα, από το φαρμακείο στο τακτικό ιατρείο και, όταν απαιτείται, στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών.

Και αντίστροφα.

Ένα μοντέλο στο οποίο ο γιατρός και ο φαρμακοποιός δεν λειτουργούν παράλληλα, αλλά συνεργάζονται, με επίκεντρο πάντα τον ασθενή».

Πηγή:dailypharmanews.gr