1. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Σόφιας της Βουλγαρίας ευρίσκεται αμφίγλυφη επιτύμβια στήλη του Αναξάνδρου, στην οποία (επιτύμβια στήλη) παριστάνεται ένας άνδρας μέσης ηλικίας, ο οποίος παίζει με τον σκύλο του. Ο Ανάξανδρος υπήρξε βασιλεύς της Σπάρτης εξ Αγιαδών, επί του δευτέρου μεσσηνιακού πολέμου (Ηρόδοτ. Ζ, 204). Βλέπε σελ. 81 Τόμος Α΄ Λεξικού Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξάνδρου Ραγκαβή, έτος 1888.

Η επιτύμβια αυτή στήλη ευρέθη στην αρχαία ελληνική ιωνική πόλη Απολλωνία, αποικία της ιωνικής Μιλήτου της Μικράς Ασίας στην δυτική πλευρά του Ευξείνου Πόντου, η οποία πόλη (Απολλωνία) παρουσίασε μεγάλη οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη τον 5ο αιώνα π.Χ. (500-400 –π.Χ.) και τον 4ο αιώνα π.Χ. (400 π.Χ.-300 π.Χ.).

Προ οκταετίας, ήτοι το 2018, ακούσαμε από τηλεοπτικό κανάλι ότι στην Σίνδο Θεσσαλονίκης ευρέθη μιλιοδείκτης της αρχαίας Ρωμαϊκής Εγνατίας Οδού, ο οποίος ευρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Ο μιλιοδείκτης τούτος είναι κίων μαρμάρινος, βαρύς, όρθιος, εγχάρακτος και ευρέθη κατά μήκος της ρωμαϊκής Εγνατίας οδού. Ο κίων είναι από γκριζοπράσινο μάρμαρο, ύψους 1,31 μέτρων. Στην μία του όψη υπάρχει εγχάρακτη επιγραφή, που αποτελεί σπουδαία γραπτή μαρτυρία της κατασκευής της Εγνατίας οδού. Η εν λόγω επιγραφή είναι δίγλωση, ελληνική και λατινική, και αναγράφει: «Γνάϊος Εγνάτιος Γαϊου, Ανθύπατος Ρωμαίων, ΣΞ».

Το εύρημα εντοπίσθηκε στις εκσκαφές για την ίδρυση της σημερινής Ελληνικής Βιομηχανίας Οχημάτων στην Βιομηχανική Περιοχή της Σίνδου, κάτω από  προσχώσεις ποταμού βάθους επτά (7) μέτρων. Τα γράμματα ΣΞ εκφράζουν, με τον αρχαιοελληνικό τρόπο αρίθμησης, τον αριθμό 260. Το Σ = 200, το Ξ = 60.

Η συγκεκριμένη αρίθμηση σε συνδυασμό με το όνομα οδήγησαν στο να χαρακτηρισθεί το εύρημα μιλιοδείκτης  της Εγνατίας Οδού και στο να αναγνωρισθεί ότι η οδός αύτη (η Εγνατία οδός) οφείλει την ονομασία της στον Γνάϊο Εγνάτιο, τον Ρωμαίο Ανθύπατο, κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια, στην τότε Ρωμαϊκή Επαρχία της  Ελληνικής Μακεδονίας. Κατά τον ιστορικόν Πολύβιον, ο Γνάϊος Εγνάτιος είχε την επίβλεψη της κατασκευής της Εγνατίας Οδού πριν από το 120 π.Χ.

Η Εγνατία εκκινούσε από την παραλιακήν, στην Αδριατική Θάλασσα, αρχαιοελληνικήν πόλιν Επίδαμνον, αρχαιοελληνικήν εμπορικήν πόλιν της αρχαιοελληνικής Ιλλυρίας, την οποία πόλιν οι Ρωμαίοι μετωνόμασαν Δυρράχιον (Θουκυδίδη Α, 24, Liv. XXIX, 12), προχωρούσε προς την  αρχαιοελληνικήν πόλιν Απολλωνία της αρχαιοελληνικής Ιλλυρίας, πόλιν επίσημον, άποικον των Ελλήνων Κορινθίων και των Ελλήνων Κερκυραίων, παρά τας εκβολάς του ποταμού Αώου (Θουκυδίδη Α, 26), (βλέπε σελ. 608 Α΄ Τόμος Λεξικού Ελληνικής Αρχαιολογίας Αλεξ. Ραγκαβή, 1888), διερχόταν ακολούθως από την πόλιν Λυχνιδό, (η Λυχνιδός), αρχαία οχυρά πόλις των Δεσσαρατών εν Ιλλυρία, επί υψώματος κειμένη κατά την Εγνατίαν στρατιωτική οδόν, πλησίον έχουσα λίμνας ιχθυοφόρους (Στράβων Ζ, 313. – Liv.XLIII. 9, XLIV, 21), ακολούθως διήρχετο από την αρχαιοελληνικήν μακεδονικήν πόλιν Ηράκλεια την Λυγκηστικήν, εν Λυγκιστίδι της ελληνικής Μακεδονίας, επί της Εγνατίας οδού, παρά τη εις την Ιλλυρίαν αγούση στενωπώ (Ges. B.C. III 79), βλέπε σελ. 344 Α΄ Τόμος,  Λεξικού Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξ. Ραγκαβή, 1888,  στη συνέχεια διήρχετο από την αρχαιοελληνικήν μακεδονικήν πόλιν Έδεσσα (Στράβων Ζ, 323, Ι, 449, – Πλούταρχ. Πύρρ. ΜΓ), έτι περαιτέρω διήρχετο από την αρχαιοελληνικήν μακεδονικήν πόλιν Πέλλα, πρωτεύουσα της αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας, γενέτειρα πόλιν του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και συνεχιζόταν προς την αρχαιοελληνικήν μακεδονικήν πόλιν Θεσσαλονίκην.

Μέχρι την αρχαιοελληνικήν μακεδονικήν πόλιν της Θεσσαλονίκης είχε 267 ρωμαϊκά μίλια. Ήτοι η απόστασις της Εγνατίας Οδού  από την Επίδαμνον μέχρι την Θεσσαλονίκην ήτο 267 ρωμαϊκά μίλια. Ανά έκαστον ρωμαϊκόν μίλιον είχε τοποθετηθεί ένας μιλιοδείκτης.

Το μίλιον. Έν ρωμαϊκόν μίλιον, λατινικά milli passus ισούτο με 8 αρχαία ελληνικά στάδια, ισούτο δηλαδή με 1535 μέτρα, κατά 80 δηλαδή υάρδας μικρότερον του αγγλικού μιλίου.. Βλέπε σελ. 627 Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Α-Ω, Ιωάννου Σταματάκου,1972. Έν διεθνές μίλιον (ξηράς) ισούται με 1.609,34 μέτρα. Έν ναυτικόν μίλιον ισούται ακριβώς με 1.852 μέτρα.

Ο εν λόγω μιλιοδείκτης είχε στηθεί με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη  και σε απόσταση επτά (7) ρωμαϊκών μιλίων από αυτήν (Θεσσαλονίκην), από τα Τείχη αυτής. Ο μιλιοδείκτης ούτος, με την εγχάρακτη ένδειξη ΣΞ, ήτο ο διακοσιοστός εξηκοστός (260ος), ως ανεφέρθη ανωτέρω, στη σειρά από την Επίδαμνον προς την Θεσσαλονίκην.

Η Εγνατία Οδός δεν εισερχόταν στην πόλη της Θεσσαλονίκης, αλλά εκινείτο  προς τα βόρεια και συνέχιζε προς τις αρχαιοελληνικές μακεδονικές λίμνες Κορώνεια και Βόλβη. Διερχόταν ακολούθως από τις αρχαιοελληνικές μακεδονικές πόλεις Αμφίπολιν, Φιλίππους και Νεάπολιν (σημερινήν πόλιν Καβάλα). Όδευε στην συνέχεια προς την αρχαιελληνικήν παραθαλάσσιαν πόλιν Σάλην της αρχαιοελληνικής Θράκης, αντίκρυ της Σαμοθράκης εις την οποίαν ανήκε (Ηρόδοτος Ζ, 60),  φθάνοντας ως την αρχαιοελληνικήν πόλιν Κύψελα του Έβρου της αρχαιοελληνικής Θράκης, πόλιν οχυρά επί του Έβρου ποταμού (Στράβων – Στέφανος Βυζάντιος), βλέπε σελ. 554 Α΄ Τόμος, Λεξικού Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξάνδρου Ραγκαβή, 1888.

Η Εγνατία οδός ξεκινούσε από το Δυράχιον (αρχαία ελληνική Επίδαμνον) και έφθανε μέχρι τον ποταμό Έβρο, αλλά αργότερα επεκτάθηκε και κατέληγε στο Βυζάντιο, στην Κωνσταντινούπολη. Το συνολικό της μήκος έφθανε τα 1.120 χιλιόμετρα.

Η μόνιμη θέση του ευρήματος τούτου, ήτοι του μιλιοδείκτου, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, είναι στον χώρο : Η Μακεδονία από τον 7ο αιώνα π.Χ. ως την ύστερη αρχαιότητα.

  1. Στο Εθνικό Μουσείο Νεαπόλεως της Ιταλίας ευρίσκεται αντίγραφο του χαμένου πρωτοτύπου των Τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστογείτονος των καλλιτεχνών Κριτίου και  Νησιώτη. Ο  Αρμόδιος  και  ο Αριστογείτων  ενσάρκωναν  για τους Αθηναίους την βαθύτερη προσήλωσή τους στο ιδεώδες της Δημοκρατίας. Ο Αρμόδιος και οΑριστογείτων σκότωσαν τον γιο του Πεισίστρατου Ίππαρχο το 514 π.Χ. Οι Αθηναίοι τίμησαν ιδιαίτερα τους Τυραννοκτόνους (Αρμόδιον και Αριστογείτονα) στήνοντας αγάλματα εις την Αγορά των Αθηναίων, επίσης προέβαιναν σε ετήσιες θυσίες υπέρ αυτών και προσέφεραν ελεύθερη σίτιση στους απογόνους τους στο Πρυτανείο.

Στην φωτογραφία άνωθεν του τίτλου της παρούσης δεκάδος «Γλυπτά Αγγεία 391-400 αρχαιοελληνικά σε ξένα Μουσεία» παριστάνονται σε ανδριάντες οι δύο Αθηναίοι Τυραννοκτόνοι Αρμόδιος και Αριστογείτων.

  1. Στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου στο Ηνωμένο Βασίλειο ευρίσκεται ανάγλυφη παράσταση μάχης Ελλήνων και Περσών από το μνημείο των Νηρηϊδων, στα τέλη του 5ου αιώνος, ήτοι 430 π.Χ.- 400 π.Χ. Η ελληνική στρατιωτική τακτική θριάμβευσε στη μάχη στα Κούναξα. Ωστόσο οι Έλληνες μισθοφόροι βρέθηκαν απομονωμένοι μετά τον θάνατο του Κύρου σε εχθρικό έδαφος.

Βλέπε σελ. 523 Α΄ Τόμος, Λεξικού Ελληνικής Αρχαιολογίας, Αλεξάνδρου Ραγκαβή, έτος 1888 : «Η Κουνάξα ή Κούναξα ήτο χωρίον κοντά στον ποταμό Ευφράτη, πεντακόσια (500) στάδια βόρεια της πόλεως Βαβυλώνος. Εκεί κατά το έτος 401 π.Χ. έπεσε ο νεώτερος Κύρος κατά του Αρταξέρξου, και τότε άρχισε η επάνοδος  των μυρίων μισθωτών αυτού Ελλήνων υπό τον Ξενοφώντα, ο οποίος όμως αποσιωπά στο έργο του το όνομα του χωρίου (Ξενοφώντ. Ανάβασις Α, 10, 11. – Πλούταρχ. Αρταξέρξ. Η)».

Το χωρίον – η πόλις Κούναξα αλλού φέρεται ως ουδέτερο : τα Κούναξα, και αλλού ως  θηλυκό : η Κούναξα ή Κουνάξα.

  1. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Μονάχου της Γερμανίας ευρίσκεται κρατήρας του 5ου αιώνος π.Χ. (500 π.Χ. – 400 π.Χ.) ερυθρόμορφου ρυθμού. Ο κρατήρας φέρει αγγειογραφία, στην οποία εικονίζεται σκηνή αναχώρησης πολεμιστή προς μάχη. Δεξιά παριστάνεται Αθηναίος πολεμιστής, όρθιος, που φέρει αττικό κράνος, ασπίδα, δόρυ και ξίφος. Ετοιμάζεται δε να κάνει σπονδή με την φιάλη που κρατάει στο δεξιό του χέρι. Απέναντί του στέκεται, επίσης όρθια, η νεαρή  γυναίκα του. Στην άκρη αριστερά εικονίζεται, γέρων με βακτηρία, ο πατέρας του πολεμιστή.

Σημειωτέον στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών ευρίσκεται λευκή λήκυθος του 5ου αιώνος π.Χ. (500 π.Χ.-400 π.Χ.). Σε αυτήν υπάρχη αγγειογραφία, στην οποία εικονίζεται σκηνή αναχώρησης οπλίτη προς πολεμική επιχείρηση. Νεαρός Αθηναίος πολεμιστής, όρθιος, κρατάει στο δεξιό χέρι του το κράνος του και στο αριστερό δόρυ  και ασπίδα και αποχαιρετάει την καθισμένη νεαρή γυναίκα του.

  1. Στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισίου της Γαλλίας ευρίσκεται οκτάδραχμο του Έλληνος Μακεδόνος βασιλέως Αλεξάνδρου του Α΄, το οποίο θεωρείται ένα από τα ωραιότερα νομίσματα της  αρχαίας Ελλάδος. Ο Αλέξανδρος ο Α΄ παριστάνεται έφιππος. Στο δεξιό χέρι του κρατάει το χαλινάρι του ίππου. Στο αριστερό κρατάει δύο δόρατα με την μύτη τους μπροστά. Παράλληλα με τον ίππο του και κοντά στα πόδια του ζώου αυτού  φαίνεται να τρέχει ο κύων του Αλεξάνδρου του Α΄.
  1. Στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου του Ηνωμένου Βασιλείου ευρίσκεται ο μοναδικός στατήρ από ήλεκτρον, απολιθωμένη ρητίνη, κεχριμπάρι της Μυτιλήνης της Λέσβου μας. Οι ιστορικοί συνδυάζουν την κοπή του με την αποστασία και την πολιορκία της Μυτιλήνης το 428 π.Χ. Η Μυτιλήνη ήτο πλούσια εμπορική πόλη καθ΄ όλη την αρχαία ελληνική ιστορία της και έκοψε μακρά σειρά νομισμάτων από ήλεκτρον μικρής ονομαστικής αξίας.
  1. Στο Ακαδημαϊκό Μουσείο Τέχνης του Πανεπιστημίου Βόννης της Γερμανίας ευρίσκεται ένα σπάνιο αττικό έργο τορευτικής, όχι λαξευτικής, τέχνης, του τελευταίου τετάρτου του 5ου αιώνος, ήτοι 425 π.Χ.-400 π.Χ. Τούτο το έργο είναι η χάλκινη  παραγναθίδα που παριστάνει την θεά Αφροδίτη και τον μικρό θεό Έρωτα. Σώζεται μόνο το εκμαγείο. Το έργο αυτό θεωρήθηκε από ορισμένους ερευνητές ότι ανήκε στον φιλόδοξο Αθηναίο στρατηγό Αλκιβιάδη. Ο Αλκιβιάδης ήτο υιός του Κλεινίου και της Δεινομάχης, και εγεννήθη το 450 π.Χ. Ορφανευθείς δε τριετής ανατράφη υπό του συγγενούς του Περικλέους, στρατηγού και πολιτικού.
  1. Στο Μουσείο Λούβρου στο Παρίσι της Γαλλίας ευρίσκεται αγαλμάτιο πληγωμένου πολεμιστή από τον Πελοποννησιακό πόλεμο (431 π.Χ. – 404 π.Χ.). Η Αθήνα στο τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου δεν μπόρεσε να διασώσει ούτε την ηγεμονία της ούτε την ανεξαρτησία της.
  1. Στο Worcester, Μουσείο Τέχνης, ευρίσκεται επιτύμβια στήλη Αθηναίου πολεμιστή κατά των Τριάκοντα τυράννων, στα τέλη του 5ου αιώνος π.Χ. (425 π.Χ.-400 π.Χ.).
  1. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Βερολίνου της Γερμανίας ευρίσκεται χάλκινη παραγναθίδα κράνους με παράσταση πολεμιστή. Το ύφος και η στάση του τον δείχνουν απορροφημένο σε σκέψεις. Πολυάριθμες ήσαν οι απώλειες των δημοκρατικών στην Αθήνα κατά την διάρκεια των αγώνων τους για την εκδίωξη των Τριάκοντα τυράννων. Ο τύπος παραγναθίδος, όπως τούτη παρίσταται στην εν λόγω αγγειογραφία, αποτελεί  ένα από τα καλύτερα έργα τορευτικής τέχνης του τέλους του 5ου αιώνος π.Χ., ήτοι  430 π.Χ. 400 π.Χ.

*Ερευνητής – Μελετητής – Αναλυτής   22-10-2026