ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Γερμανίκεια ή το Καχραμάνμαρας (Kahramanmaraş) σήμερα είναι μια μεγάλη, ιστορική πόλη και πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας στη νότια/νοτιοανατολική Μικρα Ασια ..
: Η Γερμανίκεια θεωρείται ιστορικά και γεωγραφικά μέρος της ευρύτερης Κιλικίας, αν και βρίσκεται στα βορειοανατολικά της όρια, λειτουργώντας ως πέρασμα προς την Άνω Μεσοποταμία
ΘΕΣΗ
Βρισκεται στους πρόποδες του όρους Αχίρ (Ahır Dağı), σε μια εύφορη πεδιάδα, βόρεια της Γκιζιαντέπ και ανατολικά των Αδάνων
ΟΝΟΜΑ
Η ιστορική διαδρομή της πόλης αντικατοπτρίζεται πλήρως στις αλλαγές του ονόματός της, καθώς κάθε μεγάλος κατακτητής προσπάθησε να αποτυπώσει τη δική του ταυτότητα.
Ακολουθούν με χρονολογική σειρά τα διαχρονικά ονόματα της πόλης και η ετυμολογία τους:
1. Μάρκασι (Marqas / Maras)
Περίοδος: 11ος αιώνας π.Χ. (Εποχή του Σιδήρου / Νεο-Χετταίοι)..
Η πόλη ιδρύθηκε γύρω στο 1000 π.Χ. ως Μάρκασι (Marqas).
Είναι το αρχαιότερο καταγεγραμμένο όνομα, το οποίο συναντάται σε ασσυριακές επιγραφές ως Marqas. Η ακριβής ρίζα της λέξης είναι προ-ινδοευρωπαϊκή ή λουβική/χετταιτική. Πιστεύεται ότι συνδέεται με τη γεωγραφική της θέση, πιθανόν υποδηλώνοντας ένα «οχυρό σημείο» ή «συνοριακό πέρασμα» στους πρόποδες του Ταύρου. Από αυτή την αρχαία ρίζα προήλθε αιώνες μετά και το απλοποιημένο όνομα Μαράς.
Λέγεται οτι αποτέλεσε έδρα του χετταιτικού βασιλείου του Γκουργκούμ με την ονομασία Μάρκας.
2.Γερμανίκεια/ Καισάρεια Γερμανίκεια (Germanicia Caesarea)
Στην αρχαιότητα ήταν γνωστή ως Γερμανίκεια (γερμανικό/ρωμαϊκό όνομα επί Καλigula/αυτοκρατόρων)
Και συγκεκριμένα τον 1ο αιώνα μ.Χ. την Ρωμαϊκή & Βυζαντινή περίοδο.
Ετυμολογία: Το όνομα δόθηκε από τους Ρωμαίους για πολιτικούς λόγους.
Το Καισάρεια αποτελούσε τον standard τιμητικό τίτλο για τον εκάστοτε Ρωμαίο Αυτοκράτορα (Καίσαρα).
Το Γερμανίκεια δόθηκε προς τιμήν του διάσημου και λαοφιλούς Ρωμαίου στρατηγού Γερμανικού (Germanicus), ο οποίος ήταν πατέρας του αυτοκράτορα Καλιγούλα και θείος του αυτοκράτορα Κλαυδίου. Ο Γερμανικός είχε σταθεροποιήσει τα ανατολικά σύνορα της Ρώμης λίγα χρόνια πριν.
3. Μαράς (Mar’ash / Maras)
Περίοδος: 7ος αιώνας μ.Χ. έως το 1973 (Αραβική, Βυζαντινή, Αρμενική και Οθωμανική περίοδος).
Όταν οι Άραβες κατέλαβαν την πόλη κατά τους αραβοβυζαντινούς πολέμους, απέρριψαν το ρωμαϊκό όνομα «Γερμανίκεια» και επέστρεψαν στην αρχαία χετταιτική ρίζα, παραφράζοντάς την σε Μαράς (Mar’ash στα αραβικά, Maraş στα τουρκικά).
Κάποτε το Μαράς συνταυτίστηκε με την Αντιόχεια του Ταύρου (Antiochia ad Taurum) και αυτό γιατί στο παρελθόν, ορισμένοι περιηγητές και γεωγράφοι (όπως ο Γάλλος Charles Texier τον 19ο αιώνα) είχαν διατυπώσει την υπόθεση ότι η Αντιόχεια του Ταύρου βρισκόταν στη θέση του Μαράς. Η θεωρία αυτή έχει πλέον καταρριφθεί, όμως εξακολουθεί να αναφέρεται σε παλαιότερα βιβλία ή τοπικές ιστορικές πηγές.
4. Καχραμάνμαρας (Kahraman
Μόλις το 1973 η πόλη (που ονομαζόταν απλώς Μαράς) μετονομάστηκε σε Καχραμάνμαρας (Kahraman = ηρωικός) από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση,
Πρόκειται για σύνθετη λέξη. Αποτελείται από το ιστορικό όνομα Μαράς και την τουρκική λέξη Kahraman, η οποία σημαίνει «Ήρωας» (περσικής προέλευσης, από το Qahraman).
Ο τίτλος απονεμήθηκε επίσημα στην πόλη από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση στις 7 Φεβρουαρίου 1973, για να τιμηθεί η μαζική και νικηφόρα ένοπλη αντίσταση των κατοίκων της εναντίον του γαλλικού στρατού κατοχής το 1920 (Μάχη του Μαράς).
ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ
Το μέγεθος της Γερμανίκειας παρουσιάζει μια εντυπωσιακή διαχρονική εξέλιξη, μετατρέποντας την πόλη από ένα περιφερειακό χετταιτικό οχυρό σε μια ρωμαϊκή μητρόπολη, έπειτα σε μια μεσαία οθωμανική επαρχία και, τελικά, σε ένα σύγχρονο αστικό κέντρο άνω του ενός εκατομμυρίου κατοίκων.
Η γεωγραφική και πληθυσμιακή της έκταση ανά τους αιώνες διαμορφώθηκε ως εξής:
1. Αρχαιότητα: Από το χετταιτικό οχυρό στη ρωμαϊκή Γερμανίκεια
Εποχή του Σιδήρου (Μάρκασι): Η πόλη ξεκίνησε ως η οχυρωμένη πρωτεύουσα του μικρού βασιλείου του Γκουργκούμ. Το μέγεθός της ήταν περιορισμένο, επικεντρωμένο γύρω από τον σημερινό ιστορικό λόφο του κάστρου της πόλης.
Ρωμαϊκή & Βυζαντινή Περίοδος (Γερμανίκεια): Η πόλη γνώρισε την πρώτη της τεράστια οικιστική έκρηξη. Οι πρόσφατες γεωφυσικές και αρχαιολογικές έρευνες στο κεντρικό διαμέρισμα Dulkadiroğlu έδειξαν ότι η αρχαία Γερμανίκεια εκτεινόταν σε μια έκταση άνω των 1.500 στρεμμάτων (150 εκταρίων). Ήταν μια πλούσια ρωμαϊκή επαρχιακή πόλη, γεμάτη με πολυτελείς επαύλεις (όπως μαρτυρούν τα απλωμένα σε μεγάλη ακτίνα μωσαϊκά) και ο πληθυσμός της υπολογίζεται ότι κυμαινόταν μεταξύ 20.000 και 30.000 κατοίκων, μέγεθος πολύ σημαντικό για την εποχή.
2. Μεσαίωνας και Οθωμανική Περίοδος: Μια στρατιωτική ακρόπολη
Αραβοβυζαντινοί Πόλεμοι (7ος – 10ος αι.): Λόγω των συνεχών επιδρομών και καταστροφών, η πόλη συρρικνώθηκε οικιστικά. Λειτούργησε κυρίως ως «Θέμα» (στρατιωτικό προπύργιο) και το μέγεθός της περιορίστηκε εντός των τειχών της.
Οθωμανική Περίοδος (16ος – 19ος αι.): Μετά την ενσωμάτωσή της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1515, το Μαράς σταθεροποιήθηκε. Μετατράπηκε σε κέντρο Σαντζακίου (διοικητική υποπεριφέρεια). Τα οθωμανικά κατάστιχα δείχνουν μια μεσαίου μεγέθους επαρχιακή πόλη με αναπτυγμένη αγορά (παζάρι) γύρω από το κάστρο. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο πληθυσμός της πόλης μαζί με τα γύρω χωριά άρχισε να αγγίζει τις 60.000 – 80.000 κατοίκους (με έντονο το αρμενικό στοιχείο).
3. 20ός Αιώνας: Η γέννηση της σύγχρονης πόλης
1927 (Πρώτη επίσημη τουρκική απογραφή): Μετά τις καταστροφές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της γαλλικής κατοχής, ολόκληρη η επαρχία κατέγραψε 186.855 κατοίκους. Στην Μαράς υπήρχε ένας πολύ μεγάλος και οικονομικά ισχυρός χριστιανικός πληθυσμός, ο οποίος όμως εξαλείφθηκε βίαια πριν από το επίσημο έτος της Ανταλλαγής Πληθυσμών του 1923.
*ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΕΩΣ ΤΟ 1923
Η συντριπτική πλειοψηφία των Χριστιανών της πόλης ήταν Αρμένιοι (Γρηγοριανοί, Καθολικοί και Προτεστάντες), ενώ υπήρχαν και μικρότερες κοινότητες Συρο-ορθοδόξων και Ελλήνων.
Η παρουσία τους και το τέλος τους συνοψίζονται στα εξής στοιχεία:
1. Τα δημογραφικά δεδομένα πριν το 1915
Στις αρχές του 20ού αιώνα, η πόλη του Μαράς είχε περίπου 50.000 κατοίκους. [1]
Οι Αρμένιοι Χριστιανοί αποτελούσαν σχεδόν το 40% με 50% του πληθυσμού της πόλης, με τους υπολογισμούς να κάνουν λόγο για 22.000 έως 30.000 ανθρώπους μέσα στον αστικό ιστό. Σε ολόκληρο το Σαντζάκι (επαρχία) του Μαράς, οι Χριστιανοί ξεπερνούσαν τους 70.000.
Ήταν ηγετική δύναμη στο τοπικό εμπόριο, τις τέχνες και την αρχιτεκτονική, διατηρώντας δεκάδες εκκλησίες, σχολεία, ακόμη και θεολογικά κολλέγια. [1, 2]
2. Το πρώτο πλήγμα (1915)
Κατά τη διάρκεια της Αρμενικής Γενοκτονίας το 1915 από το κομιτάτο των Νεότουρκων, διατάχθηκε η μαζική εκτόπιση του χριστιανικού πληθυσμού του Μαράς. Περίπου 20.000 Χριστιανοί οδηγήθηκαν σε πορείες θανάτου προς τις ερήμους της Συρίας.
3. Η επιστροφή και η καταστροφή (1919–1920)
Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η πόλη πέρασε υπό βρετανική και στη συνέχεια γαλλική κατοχή.
Οι Γάλλοι επέτρεψαν σε περίπου 16.000 Αρμενίους επιζώντες να επιστρέψουν στα σπίτια τους.
Τον Ιανουάριο του 1920 ξέσπασε η Μάχη του Μαράς. Οι τουρκικές εθνικιστικές δυνάμεις (Κεμαλικοί) πολιόρκησαν τη γαλλική φρουρά. Όταν οι Γάλλοι αποφάσισαν κρυφά να αποχωρήσουν τη νύχτα της 11ης Φεβρουαρίου 1920, άφησαν απροστάτευτο τον χριστιανικό πληθυσμό.
Ακολούθησε η Σφαγή του Μαράς, κατά την οποία έχασαν τη ζωή τους από 5.000 έως 12.000 Χριστιανοί, ενώ οι ναοί και οι συνοικίες τους πυρπολήθηκαν.
4. Η κατάσταση το 1923
Όσοι Χριστιανοί κατάφεραν να γλιτώσουν από τα γεγονότα του 1920, ακολούθησαν τον γαλλικό στρατό στη φυγή του προς τη Συρία και τον Λίβανο.
Συνεπώς, όταν υπογράφηκε η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 για την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών, δεν είχε απομείνει ουσιαστικά χριστιανικός πληθυσμός στην Μαράς για να ανταλλαχθεί. Η πόλη είχε ήδη μετατραπεί σε μια σχεδόν αμιγώς μουσουλμανική/τουρκική πόλη
ΙΣΤΟΡΙΑ
Στη διάρκεια της μακράς ιστορίας της πέρασε από τους Ασσυρίους, τους Πέρσες, τους Ρωμαίους, τους Βυζαντινούς (γενέτειρα, μεταξύ άλλων, του αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ του Ίσαυρου), τους Άραβες, τους Σελτζούκους και τέλος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η Μαράς ή Γερμανίκεια (λατινικά: Germanicia Caesarea) έχει μια διαχρονική ιστορία που εκτείνεται σε βάθος 3.000 ετών, καθώς η στρατηγική της γεωγραφική θέση στους πρόποδες του Ταύρου, πάνω στις διασταυρώσεις των εμπορικών δρόμων του Μεταξιού και των Μπαχαρικών, την κατέστησε διαρκές μήλο της έριδος για τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες της ανθρωπότητας.
Η ιστορική της εξέλιξη χωρίζεται σε πέντε μεγάλες περιόδους:
1. Η Εποχή του Σιδήρου και οι Απαρχές (11ος αι. π.Χ. – 1ος αι. π.Χ.)
Χετταίοι: Η πόλη ιδρύθηκε γύρω στο 1000 π.Χ. ως Μάρκασι (Marqas). Ήταν η πρωτεύουσα του συρο-χετταιτικού (ή νεο-χετταιτικού) βασιλείου του Γκουργκούμ. [1, 2]
Μεγάλες Κατακτήσεις: Το 711 π.Χ. προσαρτήθηκε στην Ασσυριακή Αυτοκρατορία από τον βασιλιά Σαργκών Β΄. Στη συνέχεια, πέρασε διαδοχικά στα χέρια των Μήδων, των Περσών, των Μακεδόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τελικά των Σελευκιδών, οι οποίοι πιθανότατα την ονόμασαν Αντιόχεια του Ταύρου.
2. Ρωμαϊκή Περίοδος: Η Γέννηση της Γερμανίκειας (1ος αι. μ.Χ. – 4ος αι. μ.Χ.)
Το Όνομα: Όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την εύφορη περιοχή, μετονόμασαν την πόλη σε Καισάρεια Γερμανίκεια (Kaisareia Germanikeia). Η επικρατούσα ιστορική εκδοχή είναι ότι ονομάστηκε έτσι από τον αυτοκράτορα Καλιγούλα για να τιμήσει τον πατέρα του, τον διάσημο Ρωμαίο στρατηγό Γερμανικό.
Πολιτιστική Ακμή: Η πόλη μετατράπηκε σε ένα πλούσιο ρωμαϊκό κέντρο με μνημειώδη αρχιτεκτονική, δημόσια λουτρά και επαύλεις. Οι πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές έφεραν στο φως τα περίφημα Μωσαϊκά της Γερμανίκειας, εκπληκτικής λεπτομέρειας ψηφιδωτά δάπεδα που απεικονίζουν σκηνές κυνηγιού, μυθολογίας και καθημερινής ζωής, αποδεικνύοντας τον τεράστιο πλούτο της αριστοκρατίας της εποχής.
3. Βυζαντινή Περίοδος & Αραβοβυζαντινοί Πόλεμοι (5ος αι. – 11ος αι.)
Θρησκευτικό Κέντρο: Κατά την Πρωτοβυζαντινή περίοδο, η Γερμανίκεια αναδείχθηκε σε σπουδαία επισκοπική έδρα. Είναι η γενέτειρα του Νεστόριου (Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και θεμελιωτή του Νεστοριανισμού).
Στρατιωτικό Σύνορο: Λόγω της θέσης της, η πόλη βρέθηκε στην πρώτη γραμμή των άγριων συγκρούσεων μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Αραβικού Χαλιφάτου. Το 645 μ.Χ. καταλήφθηκε από τους Άραβες, οι οποίοι την παραφράσαν σε Μαράς.
Η Μάχη της Γερμανίκειας (953 μ.Χ.): Μια από τις πιο δραματικές στιγμές της πόλης, όπου ο Βυζαντινός στρατηγός Βάρδας Φωκάς ηττήθηκε από τον περιβόητο Χαμδανίδη εμίρη του Χαλεπίου, Σαΐφ αλ-Ντάουλα. Λίγο αργότερα, το 968 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄ Φωκάς την επανέκτησε για το Βυζάντιο, ιδρύοντας το «Θέμα Γερμανίκειας».
Λέων Γ΄ ο Ίσαυρος: Η παράδοση και αρκετές ιστορικές πηγές συνδέουν τη Γερμανίκεια ως τον πραγματικό τόπο γέννησης του σπουδαίου Βυζαντινού αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ του Ισαύρου.
4. Σταυροφόροι, Αρμένιοι και Μεσαιωνικές Αναταράξεις (11ος αι. – 16ος αι.)
Μετά τη μάχη του Ματζικέρτ (1071), η πόλη πέρασε στον έλεγχο του Αρμένιου στρατηγού Φιλάρετου Βραχάμιου.
Το 1097, κατά την Α΄ Σταυροφορία, οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την πόλη. Για ένα διάστημα, η Γερμανίκεια ενσωματώθηκε στο Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας, γνωρίζοντας μια νέα περίοδο ακμής ως χριστιανικό οχυρό, προτού δεχθεί αλλεπάλληλες επιδρομές από Μαμελούκους και Μογγόλους.
5. Οθωμανική και Νεότερη Εποχή: Από το Μαράς στο Καχραμάνμαρας (1515 – Σήμερα)
Το 1515, ο σουλτάνος Σελίμ Α΄ ενέταξε οριστικά την πόλη στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πόλη τελούσε υπό βρετανική και στη συνέχεια γαλλική κατοχή. Η σθεναρή και νικηφόρα αντίσταση των ντόπιων εναντίον των γαλλικών δυνάμεων το 1920 αποτέλεσε ορόσημο για τον Τουρκικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας.
Σε αναγνώριση αυτού του «ηρωισμού», το τουρκικό κράτος πρόσθεσε το 1973 τον τίτλο Καχραμάν (Ήρωας) στο ιστορικό όνομα Μαράς, δημιουργώντας το σημερινό Καχραμάνμαρας.
Σήμερα, η αρχαία Γερμανίκεια «κοιμάται» σε μεγάλο βαθμό κάτω από τους δρόμους της σύγχρονης πόλης Dulkadiroğlu (κεντρικό διαμέρισμα του Καχραμάνμαρας), με τις αρχαιολογικές σκαπάνες να φέρνουν διαρκώς στο φως κομμάτια αυτού του εντυπωσιακού διαχρονικού παζλ.
Κατά τον Μεσαίωνα, η πόλη Μαράς αποτέλεσε σημαντικό κέντρο του Αρμενικού Βασιλείου της Κιλικίας, ενώ για ένα διάστημα υπήρξε και η έδρα του Καθολικάτου του Μεγάλου Οίκου της Κιλικίας
ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στο Καχραμάνμαρας, ιδιαίτερα από το 2007 και μετά, έχουν φέρει στο φως εντυπωσιακά ευρήματα, ψηφιδωτά, κτίρια και νομίσματα που αποδεικνύουν ότι η αρχαία Γερμανίκεια γνώρισε την απόλυτη ακμή της κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ.. Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας πόλης ανακαλύφθηκε τυχαία, θαμμένο κάτω από σύγχρονες, παράνομες ή άναρχες οικιστικές δομές στο κεντρικό διαμέρισμα Dulkadiroğlu.
1. Τα Περίφημα Μωσαϊκά (Ψηφιδωτά)
Τα πιο εμβληματικά είναι:
Το Ψηφιδωτό του Συμποσίου (Pre-hunt Banquet):
Ένα εντυπωσιακό έργο 50 τετραγωνικών μέτρων που ανακαλύφθηκε σε ανασκαφές. Απεικονίζει ένα υπαίθριο γλέντι πριν από κυνήγι, με δύο ζευγάρια ευγενών να κάθονται στο κέντρο, τρεις γυναίκες να χορεύουν υπό τους ήχους μουσικής και ένα ξυπόλυτο αγόρι να σκαρφαλώνει σε μια συκιά.
Το Ψηφιδωτό των Κυνηγών: Απεικονίζει έφιππους και πεζούς κυνηγούς της ελίτ να μάχονται με άγρια ζώα, όπως αρκούδες, αγριογούρουνα και λιοντάρια. [1]
Η Φύση και η Ζωή: Ψηφιδωτά δάπεδα που απεικονίζουν με τρομερή ακρίβεια την τοπική πανίδα και χλωρίδα (δέντρα, παγώνια, ελάφια που πίνουν νερό από πηγές, και μάχες ζώων, όπως ένας κόκορας με μια αλεπού).
2. Κτίρια και Αρχιτεκτονικά Κατάλοιπα
Οι Ρωμαϊκές Επαύλεις (Villas): Τα περισσότερα ψηφιδωτά αποτελούσαν τα δάπεδα από δωμάτια και διαδρόμους πολυτελών ρωμαϊκών επαύλεων. Αυτά τα σπίτια ήταν χτισμένα κλιμακωτά στις πλαγιές των λόφων, επιτρέποντας στους πλούσιους ιδιοκτήτες και στρατιωτικούς ηγέτες να επιβλέπουν την πεδιάδα.
Δημόσια Κτίρια και Λουτρά: Οι ανασκαφές αποκάλυψαν θεμέλια από ρωμαϊκά λουτρά (θερμές), περίπλοκα συστήματα ύδρευσης, αγωγούς και τμήματα από μεσαιωνικά τείχη.
Νομίσματα (Νομισματική Συλλογή)
Στο Αρχαιολογικό Μουσείο υπάρχει μια πλούσια, χρονολογικά ταξινομημένη αίθουσα νομισμάτων. Τα νομίσματα που βρέθηκαν στις ανασκαφές της Γερμανίκειας καλύπτουν όλες τις φάσεις της πόλης:
Ελληνιστικά και Ρωμαϊκά νομίσματα: Χάλκινα και ασημένια νομίσματα με τις κεφαλές των αυτοκρατόρων, τα οποία βοήθησαν τους αρχαιολόγους να χρονολογήσουν με ακρίβεια τα στρώματα των επαύλεων.
ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΠΙΣΤΕΥΩ;
Η θρησκευτική ταυτότητα της περιοχής της Γερμανίκειας ακολούθησε πιστά τις μεγάλες γεωπολιτικές και πολιτισμικές αλλαγές της Εγγύς Ανατολής. Το διαχρονικό θρησκευτικό «πιστεύω» της πόλης μπορεί να χωριστεί σε τρεις μεγάλες, διακριτές περιόδους:
1. Πολυθεϊσμός & Παγανισμός (1000 π.Χ. – 4ος αι. μ.Χ.)
Στην αρχαιότητα, η περιοχή ήταν βαθύτατα θρησκευόμενη, με επίκεντρο τη λατρεία των θεοτήτων της Ανατολίας και της Συρίας:
Χετταιτική Περίοδος (Μάρκασι): Οι κάτοικοι λάτρευαν τον Τεσούμπ (θεό της καταιγίδας και της βροχής) και τη σύζυγό του Χεπάτ (μητέρα-θεά).
Ελληνορωμαϊκή Περίοδος (Γερμανίκεια): Οι αρχαίες λατρείες συγχωνεύτηκαν με το ελληνικό και ρωμαϊκό πάνθεον. Ιδιαίτερη έξαρση γνώρισε η λατρεία του Δία Δολιχηνού (συγκρητική θεότητα της ευρύτερης περιοχής που ένωνε τον θεό της καταιγίδας με τον Δία) και, αργότερα, τα μυστήρια του Μίθρα, που ήταν εξαιρετικά δημοφιλή στους Ρωμαίους στρατιώτες που στάθμευαν στα σύνορα.
2. Χριστιανισμός: Από την Ακμή στις Δογματικές Ερήμους (4ος αι. – 1920)
Μετά το Διάταγμα των Μεδιολάνων, η Γερμανίκεια μετατράπηκε γρήγορα σε ένα από τα πιο ζωντανά και ισχυρά κέντρα του Χριστιανισμού στην Ανατολή.
Η Έδρα των Δογματικών Ερίδων: Η πόλη συνδέθηκε άρρηκτα με τον Νεστοριανισμό, καθώς ήταν η γενέτειρα του Νεστόριου (Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως)
3. Το Ισλάμ: Από τη Συνύπαρξη στην Απόλυτη Επικράτηση (7ος αι. – Σήμερα)
Η Άφιξη: Το Ισλάμ εισήχθη για πρώτη φορά τον 7ο αιώνα με τις αραβικές κατακτήσεις των Ομεϋαδών και των Αββασιδών, μετατρέποντας την πόλη (Μαράς) σε συνοριακό μουσουλμανικό προπύργιο (Thughur) απέναντι στο Βυζάντιο.
Σουνιτικό Ισλάμ:
ΠΑΙΔΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
Η παιδεία των Χριστιανών στο Μαράς πριν από την καταστροφή της κοινότητας το 1920 ήταν εξαιρετικά αναπτυγμένη, σύγχρονη και πολυεπίπεδη. Αποτελούσε το θεμέλιο της οικονομικής και πνευματικής υπεροχής του χριστιανικού στοιχείου (κυρίως των Αρμενίων) στην περιοχή.
Η εκπαιδευτική αυτή άνθιση, που κορυφώθηκε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα, βασίστηκε σε τρεις πυλώνες:
1. Τα Εθνικά Αρμενικά Σχολεία (Αποστολικά / Γρηγοριανά)
Η πολυπληθέστερη χριστιανική κοινότητα, υπό την καθοδήγηση προοδευτικών κληρικών και την οικονομική στήριξη εύπορων Αρμενίων εμπόρων, ίδρυσε ένα δίκτυο πρότυπων σχολείων:
Κεντρική Σχολή (Getronagan Varjaran): Το σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της κοινότητας για αγόρια.
Σχολή Μεσροπιάν (Mesrobian): Επικεντρωμένη στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση αρρένων.
Παρθεναγωγείο Χριψιμιάν (Hripsimian): Ένα πρωτοποριακό για την εποχή σχολείο θηλέων που έδωσε τεράστια ώθηση στη γυναικεία εκπαίδευση της πόλης. [1]
2. Το Δίκτυο των Προτεσταντών & των Αμερικανών Μισσιοναρίων
Από τα μέσα του 19ου αιώνα, Αμερικανοί ιεραπόστολοι εγκαταστάθηκαν στο Μαράς και δημιούργησαν ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα δυτικού τύπου, τα οποία παρείχαν εξαιρετική ακαδημαϊκή μόρφωση:
Κολλέγιο Θηλέων Κεντρικής Τουρκίας (Central Turkey Girls’ College): Ιδρύθηκε το 1882 και αποτελούσε ένα από τα ελάχιστα ανώτατα πανεπιστημιακά ιδρύματα για γυναίκες σε ολόκληρη την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι κοπέλες διδάσκονταν επιστήμες, παγκόσμια ιστορία, λογοτεχνία και ξένες γλώσσες.
Ακαδημία του Μαράς (Marash Academy): Δευτεροβάθμιο σχολείο των Αρμενίων Προτεσταντών (ιδρύθηκε το 1891), το οποίο προετοίμαζε τους μαθητές για ανώτατες σπουδές.
Θεολογικό Σεμινάριο της Κιλικίας: Ίδρυμα υψηλού επιπέδου για την κατάρτιση του χριστιανικού κλήρου και δασκάλων.
3. Ανθρωπιστικά Ιδρύματα και Ορφανοτροφεία
Μετά τις πρώτες αντι-αρμενικές σφαγές του 1895 (επί Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄), ιδρύθηκαν στην πόλη βρετανικά, γερμανικά και αρμενικά ορφανοτροφεία-σχολεία. Εκεί, χιλιάδες ορφανά χριστιανόπουλα έλαβαν δωρεάν στέγαση, βασική εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση σε τέχνες και χειροτεχνία.
Χαρακτηριστικά της Εκπαίδευσης:
Οι μαθητές διδάσκονταν υποχρεωτικά την αρμενική (ή την ελληνική αντίστοιχα), την οθωμανική τουρκική, καθώς και ευρωπαϊκές γλώσσες (κυρίως αγγλικά και γαλλικά).
Στις αρχές του 20ού αιώνα, στο Σαντζάκι του Μαράς λειτουργούσαν περίπου 37 χριστιανικά σχολεία με περισσότερους από 2.500 μαθητές. Το ποσοστό εγγραμματισμού των Χριστιανών της πόλης ήταν εντυπωσιακά υψηλότερο από το αντίστοιχο του μουσουλμανικού πληθυσμού.Όλη αυτή η πλούσια εκπαιδευτική δομή και τα ιστορικά κτίρια παραδόθηκαν στις φλόγες ή δημεύθηκαν κατά τη διάρκεια των τραγικών γεγονότων του 1915 και του 1920, σβήνοντας οριστικά μια κοίτιδα πολιτισμού για την περιοχή.
ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ
Οι Χριστιανοί του Μαρας (κυρίως η δυναμική αρμενική κοινότητα) κατείχαν κυρίαρχη θέση στην οικονομική, εμπορική και παραγωγική ζωή της πόλης μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Ενώ ο μουσουλμανικός πληθυσμός απασχολούνταν παραδοσιακά περισσότερο στη διοίκηση, τον στρατό και τη βασική γεωργία, οι Χριστιανοί αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της αστικής οικονομίας.
Οι κυριότεροι τομείς απασχόλησής τους ήταν:1. Εμπόριο και Διεθνείς Συναλλαγές
Οι χριστιανοί έμποροι έλεγχαν το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της επαρχίας. Εκμεταλλευόμενοι τη γλωσσομάθειά τους (αγγλικά, γαλλικά) και τις διασυνδέσεις τους με εμπορικούς οίκους στο Χαλέπι, τη Βηρυτό, την Κωνσταντινούπολη, ακόμη και την Ευρώπη, διακινούσαν τοπικά προϊόντα (βαμβάκι, δημητριακά, δέρματα) και εισήγαγαν ευρωπαϊκά βιομηχανικά αγαθά.
2. Κλωστοϋφαντουργία και η Φημισμένη Κεντητική (Marash Work)
Το Μαράς ήταν σπουδαίο κέντρο παραγωγής βαμβακιού και υφασμάτων.
Υφαντουργία και Βαφική: Οι Χριστιανοί διατηρούσαν οικογενειακές βιοτεχνίες παραγωγής και βαφής υφασμάτων. Μάλιστα, τα επώνυμά τους συχνά πρόδιδαν το επάγγελμα (π.χ. Boyadjian = Βαφέας, Basmadjian = Τυπογράφος/Υφαντουργός υφασμάτων).
Κεντητική: Οι γυναίκες της κοινότητας ήταν παγκοσμίως διάσημες για το «Κέντημα του Μαράς» (Marash embroidery), μια εξαιρετικά περίπλοκη τεχνική πλεγμένου κεντήματος. Τα έργα τους εξάγονταν μέσω των Αμερικανών και Ευρωπαίων μισσιοναρίων στη Δύση, προσφέροντας σημαντικό εισόδημα σε εκατοντάδες οικογένειες.
3. Εξειδικευμένη Χειροτεχνία και Τέχνες (Crafts)
Οι χριστιανοί τεχνίτες οργανώνονταν σε συντεχνίες (εσνάφια) και μονοπωλούσαν επαγγέλματα που απαιτούσαν υψηλή εξειδίκευση:
Χρυσοχοΐα και Κοσμηματοποιία: Η επεξεργασία πολύτιμων μετάλλων (χρυσός και ασήμι) βρισκόταν σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια Αρμενίων μαστόρων, μια παράδοση που άφησε ισχυρό αποτύπωμα στην πόλη.
Μεταλλουργία & Χαλκουργία: Κατασκευή σκευών, εργαλείων και όπλων.
Βυρσοδεψία & Υποδηματοποιία: Η επεξεργασία δερμάτων και η κατασκευή πολυτελών υποδημάτων.
Ξυλουργική και Επιπλοποιία: Οι τεχνίτες της πόλης παρήγαγαν ονομαστά σκαλιστά έπιπλα, ενώ στην ύπαιθρο οι Χριστιανοί υλοτόμοι κατασκεύαζαν ποιοτικά ξύλινα είδη.
4. Ελεύθερα Επαγγέλματα και Επιστήμες
Λόγω του εξαιρετικά υψηλού επιπέδου εκπαίδευσης στα χριστιανικά σχολεία και τα αμερικανικά κολλέγια της πόλης, ένα μεγάλο ποσοστό Χριστιανών στελέχωνε τις εξής θέσεις:
Ιατροί και Φαρμακοποιοί: Οι περισσότεροι επιστήμονες υγείας της πόλης προέρχονταν από την κοινότητα.
Εκπαιδευτικοί και Καθηγητές: Στα πολυάριθμα σχολεία και ιδρύματα.
Τραπεζικοί και Λογιστές: Λόγω των γνώσεών τους στα μαθηματικά, τη διαχείριση και τις ξένες γλώσσες.
5. Αγροτική Οικονομία και Σηροτροφία
Στα χριστιανικά χωριά γύρω από το Μαράς, οι κάτοικοι ασχολούνταν εντατικά με τη γεωργία, την κτηνοτροφία και την αμπελουργία (παραγωγή κρασιού και σταφίδας). Στις αρχές του 20ού αιώνα εισήγαγαν με μεγάλη επιτυχία τη σηροτροφία (εκτροφή μεταξοσκώληκα), η οποία όμως διακόπηκε απότομα μετά τον διωγμό τους.
Η βίαιη απομάκρυνση και εξόντωση του χριστιανικού στοιχείου το 1915-1920 επέφερε βαρύτατο πλήγμα στην τοπική οικονομία του Μαράς. Η πόλη έχασε μέσα σε λίγα χρόνια τους σημαντικότερους εμπόρους, επιστήμονες και τεχνίτες της, με αποτέλεσμα πολλές από τις παραδοσιακές τέχνες να σβήσουν οριστικά ή να χρειαστούν δεκαετίες για να ανακάμψουν από τους νέους μουσουλμάνους κατοίκους
ΣΗΜΕΡΑ
Πληθυσμός Αστικής Περιοχής (πόλη):Περίπου 610.000 κάτοικοι.
Στις 6 Φεβρουαρίου 2023, η πόλη επλήγη καταστροφικά και ισοπεδώθηκε από τους ισχυρότατους σεισμούς με επίκεντρο την επαρχία Καχραμάνμαρας.

















