Σχεδόν 1.640 ευρώ τον μήνα χρειάζεται κατά μέσο όρο ένα νοικοκυριό στη Δυτική Μακεδονία για τις αγορές και τις βασικές του ανάγκες, σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών για το 2025 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ).

Πρόκειται για περίπου 19.650 ευρώ τον χρόνο, με τη μέση μηνιαία δαπάνη να έχει αυξηθεί κατά περίπου 2% σε σχέση με το 2024, όταν βρισκόταν στα 1.605,54 ευρώ.

Η Περιφέρεια βρίσκεται περίπου στη μέση της σχετικής κατάταξης των 13 Περιφερειών της χώρας. Οι υψηλότερες δαπάνες καταγράφονται στην Αττική, όπου ξεπερνούν τα 2.080 ευρώ τον μήνα, ενώ σημαντικά υψηλές είναι και στο Νότιο Αιγαίο και την Κεντρική Μακεδονία.

Στον αντίποδα, χαμηλότερες είναι οι μέσες δαπάνες στη Στερεά Ελλάδα και την Ήπειρο.

Πού πηγαίνουν τα χρήματα

Σε πανελλαδικό επίπεδο, το μεγαλύτερο μέρος της μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών κατευθύνεται σε βασικές ανάγκες. Τα τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά απορροφούν το 20,4% του προϋπολογισμού, η στέγαση το 14,7% και οι μεταφορές το 13,6%. Σε απόλυτους αριθμούς, το μέσο νοικοκυριό δαπανά περίπου 371 ευρώ τον μήνα για τρόφιμα, 268 ευρώ για τη στέγαση και 248 ευρώ για τις μεταφορές.

Δηλαδή, σχεδόν οι μισές από τις βασικές καταναλωτικές δαπάνες (49%) ενός νοικοκυριού κατευθύνονται σε φαγητό, σπίτι και μετακινήσεις, πριν ακόμη υπολογιστούν έξοδα όπως η εκπαίδευση, η ένδυση, η ψυχαγωγία ή άλλες ανάγκες.

Στα τρόφιμα, η δαπάνη για καφέ, τσάι και κακάο αυξήθηκε κατά 11,9%, για κρέας κατά 9,9% και για ψάρια κατά 8%. Αύξηση 5,4% καταγράφηκε στα φρούτα και 4,9% στα γαλακτοκομικά και τα αυγά. Αντίθετα, η δαπάνη για έλαια και λίπη μειώθηκε κατά 11,2%.

Μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα νοικοκυριά

Τα στοιχεία δείχνουν, παράλληλα, ότι οι δαπάνες διαφέρουν σημαντικά ανάμεσα στα νοικοκυριά. Το 20% με τις χαμηλότερες δαπάνες αύξησε τη μέση μηνιαία του δαπάνη κατά 4,5% σε σχέση με το 2024, ενώ στο 20% με τις υψηλότερες δαπάνες η αύξηση έφτασε το 6,4%.

Παράλληλα, διαφορές υπάρχουν και στον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός. Για το φτωχότερο 20%, τα τρόφιμα απορροφούν το 31,9% των συνολικών δαπανών, ενώ για το πλουσιότερο 20% το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται στο 13,2%. Αν συνυπολογιστεί και η στέγαση, οι δύο αυτές βασικές ανάγκες φτάνουν να απορροφούν το 54,4% των δαπανών των οικονομικά ασθενέστερων νοικοκυριών, έναντι 34,5% στα νοικοκυριά με τις υψηλότερες δαπάνες.

Με άλλα λόγια, όσο μικρότερος είναι ο διαθέσιμος προϋπολογισμός, τόσο μεγαλύτερο μέρος του κατευθύνεται στις βασικές ανάγκες, αφήνοντας μικρότερο περιθώριο για άλλες δαπάνες της καθημερινότητας.

Περισσότερα έξοδα για οικογένειες με παιδιά

Το ύψος των δαπανών αλλάζει σημαντικά και ανάλογα με τη σύνθεση και την ηλικία του νοικοκυριού. Ένα ζευγάρι με δύο παιδιά ηλικίας έως 16 ετών δαπανά κατά μέσο όρο 2.726,21 ευρώ τον μήνα, δηλαδή περίπου 1.000 ευρώ περισσότερα από τη μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών στη χώρα. Αντίθετα, Τα μονομελή νοικοκυριά με μέλος ηλικίας 65 ετών και άνω δαπανούν κατά μέσο όρο 829,22 ευρώ τον μήνα, ποσό που αντιστοιχεί στο 45,6% του εθνικού μέσου όρου.

Ανά ηλικία, τα υψηλότερα έξοδα καταγράφονται στα νοικοκυριά όπου ο υπεύθυνος είναι 35-44 ετών, με 2.426,09 ευρώ τον μήνα, ενώ στα νοικοκυριά με υπεύθυνο 75 ετών και άνω η μέση δαπάνη περιορίζεται στα 1.011,43 ευρώ.

Λιγότερα από το 2008, περισσότερα από το 2020

Παρά την αύξηση των τελευταίων ετών, οι συνολικές δαπάνες των νοικοκυριών παραμένουν χαμηλότερες από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από περισσότερο από μία δεκαετία.

Η μέση μηνιαία δαπάνη το 2025 είναι 4,7% χαμηλότερη από το 2010 και 12% χαμηλότερη από το 2008. Σε σχέση, όμως, με το 2020, όταν καταγράφηκε η χαμηλότερη δαπάνη, έχει αυξηθεί κατά 39%.

Η εικόνα δείχνει μια σταδιακή άνοδο των καταναλωτικών δαπανών μετά το 2020, χωρίς όμως να έχουν επιστρέψει στα επίπεδα που καταγράφονταν το 2008.

Δείτε εδώ ολόκληρη την έρευνα οικογενειακών προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ