Την Τετάρτη το πρωί 16 Σεπτεμβρίου 2026, πραγματοποιήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος Ιερατική Σύναξη όλων των εφημερίων της Ιεράς μας Μητροπόλεως, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας κ. Ειρηναίου.
Ο Ποιμενάρχης μας τέλεσε τον Αγιασμό για την έναρξη της νέας εκκλησιαστικής χρονιάς και ευχήθηκε στους πατέρες υγεία, δύναμη και κάθε καλό στην ιερατική τους διακονία στην τοπική μας Εκκλησία.
Στη συνέχεια έδωσε ποιμαντικές και διοικητικές κατευθύνσεις για τη νέα εκκλησιαστική περίοδο και ομίλησε περί του επανευαγγελισμού, τονίζοντας την ανάγκη ουσιαστικής μεταδόσεως του μηνύματος του Ευαγγελίου στον σύγχρονο άνθρωπο.
Ομιλία του Μητροπολίτου:
Η πίστη γεννά τη γνώση ή η γνώση την πίστη; – Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας κ. Ειρηναίου
Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν είχε τόση γνώση στα χέρια του. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα μπορεί να πληροφορηθεί, να αναζητήσει, να συγκρίνει, να ρωτήσει και να πάρει απάντηση. Η γνώση έγινε γρήγορη, άμεση, σχεδόν απεριόριστη. Μα όσο πληθαίνουν οι πληροφορίες, τόσο περισσότερο χρειάζεται να ξεχωρίζουμε τι πραγματικά γνωρίζουμε από αυτό που απλώς ακούμε ή επαναλαμβάνουμε. Γιατί και η γνώμη θέλει γνώση. Κι όμως, άλλο είναι να ξέρεις και άλλο να γνωρίζεις.
Μπορεί κάποιος να ξέρει πολλά για έναν άνθρωπο και να μην τον έχει συναντήσει ποτέ. Μήπως το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τον Χριστό; Να γνωρίζουμε τις εορτές, τις παραδόσεις, τη γλώσσα της Εκκλησίας, ακόμη και λόγια του Ευαγγελίου, αλλά να μην έχουμε γνωρίσει τον ίδιο τον Χριστό; Γιατί ο Κύριος δεν μίλησε για απλή συσσώρευση πληροφοριών. Μίλησε για σχέση: «Αυτή είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν εσένα, τον μόνο αληθινό Θεό, και εκείνον που απέστειλες, τον Ιησού Χριστό».¹
Η έναρξη μιας νέας εκκλησιαστικής χρονιάς είναι μια ευκαιρία να αναρωτηθούμε ξανά τι σημαίνει κατήχηση και κυρίως ποιον αφορά. Η απάντηση είναι απλή: όλους μας. Το παιδί και τον νέο, τον γονέα και τον ηλικιωμένο, εκείνον που αναζητά και εκείνον που θεωρεί ότι έχει βρει, αυτόν που απομακρύνθηκε και αυτόν που δεν έφυγε ποτέ. Τον λαϊκό, τον κατηχητή, τον κληρικό. Κανείς δεν αποφοιτά από τη μαθητεία του Χριστού.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, έναν νέο επανευαγγελισμό;
Ίσως περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Όχι επειδή το Ευαγγέλιο έχασε τη δύναμή του. Όχι επειδή η αλήθεια της Εκκλησίας γέρασε. Αλλά επειδή εμείς μπορούμε να συνηθίσουμε ακόμη και το Ευαγγέλιο. Και υπάρχει ένας κίνδυνος μεγαλύτερος από την άγνοια: η βεβαιότητα ότι γνωρίζουμε ήδη. Μπορεί να κρατήσουμε τη συνήθεια και να χάσουμε τη συνάντηση. Να κρατήσουμε το όνομα και να αδειάσει η σχέση.
Η μεγάλη διεθνής έρευνα του Pew Research Center, που δημοσιεύθηκε το 2025, δείχνει ότι το 14% των ενηλίκων στην Ελλάδα δηλώνει σήμερα χωρίς θρησκευτική ένταξη και ότι το 88% αυτών είχε ανατραφεί μέσα σε κάποια θρησκευτική παράδοση.² Δεν είναι αριθμοί που μας επιτρέπουν να κατηγορήσουμε. Είναι αριθμοί που μας υποχρεώνουν να αναρωτηθούμε. Μήπως παραδώσαμε κάποιες φορές την πίστη ως κληρονομιά, χωρίς να βοηθήσουμε τον άνθρωπο να την ανακαλύψει ως προσωπική ζωή;
Όταν ο Ναθαναήλ αμφέβαλε, ο Φίλιππος δεν του παρέδωσε ένα μάθημα. Του είπε: «Έλα και δες».³ Τρεις λέξεις. Και μέσα τους μια ολόκληρη ποιμαντική πρόταση. Η Εκκλησία δεν καλείται απλώς να πληροφορήσει τον άνθρωπο για τον Θεό. Καλείται να του ανοίξει δρόμο για να Τον συναντήσει.
Και ο άνθρωπος της εποχής μας έχει ανάγκη από πραγματική συνάντηση. Η πρώτη πανευρωπαϊκή έρευνα για τη μοναξιά κατέγραψε ότι το 13% των ερωτηθέντων αισθανόταν μόνο του τις περισσότερες ή όλες τις στιγμές κατά τις προηγούμενες τέσσερις εβδομάδες, με την Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά.⁴ Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ καταγράφει μακροχρόνια υποχώρηση των διά ζώσης κοινωνικών επαφών σε ευρωπαϊκές χώρες, ενώ οι επαφές από απόσταση αυξάνονται.⁵
Περισσότερη επικοινωνία. Λιγότερη συνάντηση. Περισσότερη πληροφορία. Μεγαλύτερη δίψα για ουσιαστική σχέση.
Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγάλες ποιμαντικές προκλήσεις της εποχής μας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι κάποιοι άνθρωποι έπαψαν να ακούν για τον Χριστό. Είναι μήπως και ότι δεν συναντούν πάντοτε ανθρώπους που να τους δείχνουν, με τη ζωή τους, τι σημαίνει να ζεις μαζί Του.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος το αναφέρει με τη δύναμη του λόγου του: δεν θα υπήρχε τόση ανάγκη από λόγια και διδασκάλους, εάν λάμπαμε με τη ζωή και τα έργα μας όπως θα έπρεπε.⁶ Η ζωή προηγείται του λόγου. Και πολλές φορές τον επιβεβαιώνει ή τον ακυρώνει. Και ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος υπενθυμίζει ότι, όπως δεν δίνεται η ίδια θεραπεία σε κάθε σώμα, έτσι και οι ψυχές χρειάζονται διαφορετική καθοδήγηση. Άλλος οδηγείται με τον λόγο, άλλος με το παράδειγμα, άλλος χρειάζεται ενθάρρυνση και άλλος συγκράτηση.⁷
Πρέπει, άραγε, να αλλάξουμε το Ευαγγέλιο για να φθάσουμε στον άνθρωπο της εποχής μας;
Όχι. Χρειάζεται να αλλάζουμε εμείς. Να ακούμε περισσότερο. Να πλησιάζουμε χωρίς προκαταλήψεις. Να μη μιλάμε από θέση υπεροχής, αλλά από εμπειρία ζωής. Να μην περιμένουμε πάντοτε τον άνθρωπο να περάσει την πόρτα της Εκκλησίας, αλλά να βγαίνουμε και εμείς προς αυτόν. Ο Απόστολος Παύλος έγινε «τα πάντα για όλους», ώστε με
κάθε τρόπο να σώσει κάποιους.⁸ Δεν άλλαξε την αλήθεια. Άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο πλησίαζε τον κάθε άνθρωπο.
Αυτός είναι ο επανευαγγελισμός που χρειαζόμαστε. Όχι μια νέα θεωρία. Όχι ένα ακόμη σύνθημα. Αλλά μια Εκκλησία που μιλά τη γλώσσα του ανθρώπου χωρίς να αλλοιώνει τη γλώσσα του Ευαγγελίου. Μια Εκκλησία που δεν φοβάται την ερώτηση, την αναζήτηση, ακόμη και την αμφιβολία. Μια Εκκλησία που δεν βιάζεται να κρίνει, αλλά έχει την υπομονή να συνοδεύει. Να μένει κοντά στον άνθρωπο, ώσπου η πληροφορία να γίνει εμπειρία και η γνώση να γίνει σχέση.
Αν, λοιπόν, θέλουμε η νέα κατηχητική χρονιά να γίνει αφορμή ουσιαστικής ανανέωσης και επανευαγγελισμού, τρεις κατευθύνσεις αξίζει να κρατήσουμε ως κοινό προσανατολισμό.
Πρώτον, να ξαναβάλουμε στο κέντρο τον Χριστό. Όχι μόνο όσα γνωρίζουμε γι’ Αυτόν, αλλά τη ζωντανή σχέση μαζί Του. Γιατί ο Χριστιανισμός δεν είναι πρωτίστως ένα σύστημα ιδεών. Είναι συνάντηση με ένα Πρόσωπο.
Δεύτερον, να θυμηθούμε ότι η κατήχηση δεν έχει ηλικία. Η Εκκλησία κατηχεί όταν διδάσκει, αλλά και όταν ακούει, όταν μιλά, αλλά και όταν συνοδεύει, όταν ανοίγει χώρο στον άνθρωπο για να ρωτήσει, να αναζητήσει, να επιστρέψει και να αρχίσει πάλι από την αρχή.
Τρίτον, να αρχίσουμε τον επανευαγγελισμό από τον εαυτό μας. Γιατί «η πίστη έρχεται από την ακοή».⁹ Ο κόσμος, όμως, δεν ακούει μόνο τα λόγια μας. Ακούει και τη ζωή μας. Βλέπει αν η πίστη μας γεννά αγάπη, αν η προσευχή μας γεννά ειρήνη, αν η σχέση μας με τον Χριστό αλλάζει πραγματικά τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στον άλλον. Γιατί το Ευαγγέλιο πείθει περισσότερο όταν πρώτα γίνεται ζωή.
Η πίστη, λοιπόν, γεννά τη γνώση ή η γνώση την πίστη; Η απάντηση δεν βρίσκεται στη σύγκρουση των δύο. Η πίστη ανοίγει τον άνθρωπο στη γνώση του Θεού και η αληθινή γνώση βαθαίνει την πίστη. Στο κέντρο, όμως, δεν βρίσκεται μια ιδέα. Βρίσκεται ένα Πρόσωπο.
Ο Χριστός εξακολουθεί να λέει: «Ελάτε προς εμένα όλοι».¹⁰
Όλοι. Και πρώτοι εμείς.
Παραπομπές
¹ Ιω. 17,3.
² Pew Research Center, Kirsten Lesage, Kelsey Jo Starr, William Miner, Around the World, Many People Are Leaving Their Childhood Religions, 26 Μαρτίου 2025.
³ Ιω. 1,46.
⁴ European Commission, Joint Research Centre, EU Loneliness Survey 2022, στοιχεία δημοσιευμένα το 2023.
⁵ OECD, Social Connections and Loneliness in OECD Countries, OECD Publishing, Paris, 2025, DOI: 10.1787/6df2d6a0-en.
⁶ Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις την Α΄ προς Τιμόθεον Επιστολήν, Ομιλία Ι΄.
⁷ Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος Β΄, Απολογητικός περί φυγής, §30.
⁸ Α΄ Κορ. 9,22.
⁹ Ρωμ. 10,17.
¹⁰ Ματθ. 11,28.


















