Sissu ή Sisu: η Ισσός ή Ισσοί: ή Nicopolis ή Νικόπολις): ή Ντορτιόλ ή Dörtyol

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Ισσός ήταν αρχαία παραθαλάσσια πόλη της Κιλικίας (στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία, κοντά στον σημερινό κόλπο του Ισκεντερούν στην Τουρκία). Είναι παγκοσμίως γνωστή για την ομώνυμη ιστορική Μάχη της Ισσού που έγινε τον Νοέμβριο του 333 π.Χ. Βρισκόταν κοντά στην τοποθεσία της μεγάλης μάχης από την οποία ο Δαρείος τράπηκε σε φυγή αφήνοντας τη γυναίκα του και άλλα μέλη της άμεσης οικογένειας του ως αιχμαλώτους στα χέρια του Αλέξανδρου.

ΘΕΣΗ

Η Ισσός βρισκόταν στη νοτιοανατολική Τουρκία, στην επαρχία Χατάι (Hatay). Ο αρχαιολογικός της χώρος έχει ταυτιστεί με τον τεχνητό λόφο Κινέτ Χογιούκ (Kinet Höyük). Βρίσκεται δίπλα στο χωριό Γεσιλκόι (Yeşilköy), κοντά στην πόλη Ντορτιόλ (Dörtyol), περίπου 500 μέτρα από τις ακτές του Ισσικού Κόλπου.

Οι αποστάσεις υπολογίζονται σε ευθεία γραμμή ή οδικά από τον αρχαιολογικό χώρο της Ισσού προς τα αντίστοιχα αρχαία/σύγχρονα κέντρα:

ΟΝΟΜΑΤΑ

Διαχρονικά ονόματα: Sissu / Sisu: η Ισσός ή Ισσοί: ή Nicopolis (Νικόπολις): ή Ντορτιόλ (Dörtyol):

Η πόλη είχε μακρά ιστορία και αναφέρεται με παραλλαγές ανάλογα με την εποχή:

Sissu / Sisu: Η αρχαιότερη φοινικική και σημιτική ονομασία της πόλης, η οποία εντοπίζεται σε αρχαίες επιγραφές.

Ισσός ή Ισσοί: Η κλασική ελληνική ονομασία που καθιερώθηκε στους ιστορικούς χρόνους (Αρριανός, Ξενοφώντας).

Nicopolis (Νικόπολις): Μετά τη νίκη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τμήμα της περιοχής ή η ίδια η πόλη αναφερόταν προσωρινά ως «Νικόπολη» (Πόλη της Νίκης), αν και το όνομα Ισσός παρέμεινε το πιο ισχυρό ιστορικά.

Ντορτιόλ (Dörtyol): Η σύγχρονη πόλη που βρίσκεται δίπλα.

Ετυμολογία του Ονόματος

Η ετυμολογία της λέξης Ισσός δεν είναι 100% ελληνική, αλλά έχει βαθιές τοπικές ρίζες:

Σημιτική / Φοινικική προέλευση: Η επικρατέστερη επιστημονική άποψη συνδέει το ελληνικό Ισσός με το φοινικικό/νεο-ασσυριακό Sissu. Στις τοπικές διαλέκτους της Εγγύς Ανατολής, η ρίζα αυτή σχετιζόταν συχνά με το «άλογο» ή με οχυρωμένες τοποθεσίες και περάσματα.

Μικρασιατική προέλευση: Άλλοι γλωσσολόγοι θεωρούν ότι το όνομα προέρχεται από τις αρχαίες προ-ελληνικές γλώσσες της Ανατολίας (Λουβική ή Χεττιτική), όπου η κατάληξη -σσός (όπως και στα Knossos, Halicarnassus) ήταν τυπικό τοπωνυμικό επίθεμα που δήλωνε γεωγραφική θέση ή πόλη.

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Στην αρχαιότητα, η Ισσός δεν ήταν μια μεγαλούπολη, αλλά μια μικρή προς μεσαίου μεγέθους, στρατηγική πολίχνη-λιμάνι.

Κατά το έτος 1923, στην ίδια την αρχαία πόλη δεν υπήρχαν κάτοικοι καθώς είχε εγκαταλειφθεί αιώνες πριν, αλλά στη γύρω περιοχή και στις κοντινές πόλεις (όπως το Ντορτιόλ και το Ισκεντερούν) υπήρχε σημαντικός ελληνικός πληθυσμός.

Το Μέγεθος της Πόλης στην Αρχαιότητα

Χαρακτηρισμός: Ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων την περιγράφει ρητά ως «πολίχνην ἔχουσαν ύφορμον» (μικρή πόλη με αγκυροβόλιο/λιμάνι).

Έκταση & Πληθυσμός: Οι ανασκαφές στο λόφο Κινέτ Χογιούκ δείχνουν ότι ο κύριος οικισμός εκτεινόταν στον κεντρικό τύμβο, περιβαλλόμενος από μια μικρότερη «κάτω πόλη». Ο πληθυσμός της υπολογίζεται ότι κυμαινόταν μεταξύ 2.000 και 5.000 κατοίκων, μέγεθος τυπικό για μια επαρχιακή εμπορική πύλη της Κιλικίας. Παρά το μικρό της μέγεθος, η οικονομική της δύναμη ήταν μεγάλη λόγω του λιμανιού της και του γεγονότος ότι έκοβε δικά της νομίσματα.

Η Ελληνική Παρουσία στην Περιοχή το 1923

Το 1923 αποτελεί ορόσημο λόγω της Μικρασιατικής Καταστροφής και της Ανταλλαγής Πληθυσμών. Η κατάσταση στην περιοχή της Ισσού είχε τις εξής ιδιαιτερότητες:

Η αρχαία πόλη ήταν ακατοίκητη: Η ίδια η Ισσός είχε ήδη ερημωθεί από τους βυζαντινούς και μεσαιωνικούς χρόνους.

Έλληνες στο Ντορτιόλ (Dörtyol): Στη σύγχρονη πόλη που βρίσκεται δίπλα στην αρχαία Ισσό, υπήρχε ακμάζουσα ελληνική (και αρμενική) κοινότητα. Οι Έλληνες της ευρύτερης Κιλικίας εξαναγκάστηκαν σε φυγή προς την Ελλάδα κυρίως μεταξύ 1920 και 1922, πριν την επίσημη υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης το 1923.

Η εξαίρεση του Σαντζακίου της Αλεξανδρέττας: Η περιοχή αμέσως νότια της Ισσού (σημερινό Ισκεντερούν και Αντιόχεια) το 1923 δεν ανήκε στην Τουρκία, αλλά βρισκόταν υπό Γαλλική Εντολή (μέρος της Συρίας).

Παραμονή των Ελλήνων: Επειδή η περιοχή αυτή δεν ανήκε τότε στο τουρκικό κράτος, οι εκεί Έλληνες Ορθόδοξοι (Ρωμιοί της Αντιόχειας) εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών του 1923. Παρέμειναν στα σπίτια τους μέχρι το 1939, όταν η περιοχή (Χατάι) παραχωρήθηκε τελικά στην Τουρκία, αναγκάζοντας τότε τους περισσότερους να καταφύγουν στη Συρία, τον Λίβανο ή την Ελλάδα.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η διαχρονική ιστορία της Ισσού είναι η ιστορία ενός στρατηγικού περάσματος, που λόγω της γεωγραφικής του θέσης έγινε το μήλο της έριδος για τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες της αρχαιότητας.

Πριν από τον Μέγα Αλέξανδρο (Προϊστορία έως 333 π.Χ.)

Προϊστορικές Ρίζες: Η θέση κατοικήθηκε ήδη από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Λόγω του λιμανιού της, αποτελούσε εμπορικό σταθμό μεταξύ Μικράς Ασίας και Συρίας.

Υπό Ξένη Κυριαρχία: Η πόλη πέρασε διαδοχικά από τον έλεγχο των Νεο-Ασσυρίων, των Νεο-Βαβυλωνίων και τελικά των Περσών.

Περσική Περίοδος: Οι Πέρσες την αξιοποίησαν ως σημαντική βάση ανεφοδιασμού και στρατιωτικό κέντρο της Κιλικίας. Από εκεί πέρασε ο Κύρος ο Νεότερος το 401 π.Χ. στην εκστρατεία του κατά του αδελφού του, βασιλιά Αρταξέρξη Β΄, όπως περιγράφει ο Ξενοφώντας στην Κύρου Ανάβαση.

1. Η Ισσός στην «Κύρου Ανάβαση» του Ξενοφώντα (401 π.Χ.)

Ο Αθηναίος ιστορικός και στρατιωτικός Ξενοφώντας πέρασε ο ίδιος από την Ισσό το 401 π.Χ., ως ένας από τους ηγέτες των «Μυρίων» (των 10.000 Ελλήνων μισθοφόρων) που είχαν προσληφθεί από τον διεκδικητή του περσικού θρόνου, Κύρο τον Νεότερο.

Στο έργο του Κύρου Ανάβασις (Βιβλίο Α’), ο Ξενοφώντας μάς δίνει τις εξής πολύτιμες πληροφορίες για την πόλη 68 χρόνια πριν από την άφιξη του Μεγάλου Αλεξάνδρου:

Η Μάχη της Ισσού (333 π.Χ.)

Η Μεγάλη Σύγκρουση: Η πόλη γίνεται το σκηνικό της ιστορικής μάχης όπου ο Μέγας Αλέξανδρος συντρίβει τον Δαρείο Γ΄.

Η Ίδρυση της Αλεξάνδρειας: Αμέσως μετά, ο Αλέξανδρος ιδρύει σε κοντινή απόσταση την Αλεξάνδρεια κατ’ Ισσόν (σημερινό Ισκεντερούν), η οποία σταδιακά άρχισε να κλέβει την εμπορική δόξα και τη σημασία της Ισσού.

Σημασία της Ιστορικής Μάχης

Αντιπάλων: Αναμετρήθηκαν ο στρατός του Μεγάλου Αλεξάνδρου (της Πανελλήνιας Συμμαχίας) και ο τεράστιος περσικός στρατός με επικεφαλής τον ίδιο τον βασιλιά των Περσών, Δαρείο Γ’.

Έκβαση: Ο Μέγας Αλέξανδρος πέτυχε συντριπτική νίκη, παρότι οι Πέρσες υπερείχαν κατά πολύ σε αριθμό.

Η φυγή του Δαρείου: Ο Δαρείος τράπηκε σε άτακτη φυγή, αφήνοντας πίσω του το βασιλικό του ταμείο και την οικογένειά του (τη μητέρα, τη σύζυγο και τα παιδιά του), οι οποίοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι αλλά αντιμετωπίστηκαν με βασιλικές τιμές από τον Αλέξανδρο.

Γιατί ξεχωρίζει στην Ιστορία

Στρατηγικό σημείο: Ήταν η πρώτη φορά που ο Αλέξανδρος συναντήθηκε πρόσωπο με πρόσωπο στο πεδίο της μάχης με τον Μεγάλο Βασιλιά των Περσών.

Άνοιγμα της Ανατολής: Η νίκη αυτή διέλυσε τον μύθο του ανίκητου περσικού στρατού και άνοιξε στον Μακεδόνα στρατηλάτη τον δρόμο για την κατάκτηση της Συρίας, της Φοινίκης, της Αιγύπτου και ολόκληρης της Ασίας.

Τέχνη: Η σκηνή της μάχης και η σύγκρουση των δύο ηγεμόνων απαθανατίστηκε στο περίφημο Ψηφιδωτό του Αλεξάνδρου που βρέθηκε στην Πομπηία και εκφράζει την κορυφαία αυτή στιγμή της ΑΡΧΑΙΑς ΙΣΤΟΡΙΑς.

Μετά τον Μέγα Αλέξανδρο (332 π.Χ. έως τον Μεσαίωνα)

Ελληνιστικοί Χρόνοι: Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, η Ισσός περνά στον έλεγχο των Σελευκιδών (των Ελλήνων βασιλέων της Συρίας) και μετονομάζεται προσωρινά σε Νικόπολη.

Ρωμαϊκή & Βυζαντινή Εποχή: Ενσωματώνεται στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Σταδιακά υποβαθμίζεται σε μια απλή επαρχιακή πολίχνη, καθώς τα γειτονικά μεγάλα λιμάνια (Αλεξάνδρεια και Σόλοι) αναπτύσσονται ραγδαία.

Η Παρακμή και η Ερήμωση: Κατά τους βυζαντινούς και πρώτους ισλαμικούς χρόνους, οι συνεχείς αραβοβυζαντινές συγκρούσεις στην περιοχή και η προσάμμωση (το κλείσιμο) του λιμανιού της από τα ιζήματα των γύρω ποταμών οδηγούν την πόλη στην πλήρη οικονομική ασφυξία.

Τελική Εγκατάλειψη: Μέχρι την περίοδο των Σταυροφοριών (12ος-13ος αιώνας), η Ισσός είχε πλέον εγκαταλειφθεί οριστικά, μετατρεπόμενη σε έναν σιωπηλό αρχαιολογικό τύμβο (το σημερινό Κινέτ Χογιούκ).

ΕΥΡΗΜΑΤΑ

2. Τα Ευρήματα των Σύγχρονων Ανασκαφών (1992–2012)

Οι συστηματικές ανασκαφές στον λόφο Κινέτ Χογιούκ διενεργήθηκαν από το Πανεπιστήμιο Μπιλκέντ της Άγκυρας υπό τη διεύθυνση της καθηγήτριας Marie-Henriette Gates. Έφεραν στο φως 29 διαφορετικά αρχαιολογικά στρώματα κατοίκησης, αποδεικνύοντας μια εκπληκτική ιστορική συνέχεια 6.000 ετών.

Τα κυριότερα ευρήματα ανά περίοδο περιλαμβάνουν:

Προϊστορία και Εποχή του Χαλκού (Νεολιθική έως 1200 π.Χ.): Βρέθηκαν θραύσματα κεραμικής της περιόδου. Χαλάφ (5000 π.Χ.). Επίσης, ανακαλύφθηκαν στρώματα που συνδέουν την πόλη με την Αυτοκρατορία των Χετταίων (όπου η πόλη ονομαζόταν Izziya), αναδεικνύοντας τον ρόλο της ως πύλη εμπορίου με την Κύπρο και τη Συρία.

Η Περσική Πόλη (6ος–4ος αι. π.Χ.): Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν τρεις διαφορετικές αρχιτεκτονικές φάσεις της περσικής περιόδου. Βρέθηκαν οχυρωματικά έργα, αποθήκες σιτηρών, καθώς και εργαστήρια κατεργασίας σιδήρου. Η πόλη καταστράφηκε και ξαναχτίστηκε, γεγονός που μαρτυρά τις έντονες στρατιωτικές συγκρούσεις της εποχής.

Η Ελληνιστική Πόλη (3ος–1ος αι. π.Χ.): Εντοπίστηκαν δύο μεγάλα οικιστικά στρώματα. Αν και η «πάνω πόλη» (ο τύμβος) συρρικνώθηκε, οι ανασκαφές αποκάλυψαν μια εκτεταμένη «κάτω πόλη» με ελληνιστικά σπίτια, ειδώλια και νομίσματα. Μια μεγάλη αναδιοργάνωση και ανοικοδόμηση έγινε γύρω στο 175 π.Χ. υπό τον βασιλιά των Σελευκιδών Αντίοχο Δ.

Γεωαρχαιολογικά Ευρήματα (Το τέλος του λιμανιού): Οι γεωλογικές μελέτες γύρω από τον λόφο αποκάλυψαν ότι κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο, οι συνεχείς πλημμύρες και τα ιζήματα του κοντινού ποταμού (Deliçay) «έθαψαν» το αρχαίο ανάγλυφο. Το λιμάνι μπαζώθηκε εντελώς από λάσπη, με αποτέλεσμα η ακτογραμμή να μετατοπιστεί 500 μέτρα πιο μακριά, καταδικάζοντας την πόλη.

ΑΛΛΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΖΟΥΝ

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στο Ισό (Κινέτ Χογιούκ) έφεραν στο φως μοναδικά ευρήματα. Αυτά αποκαλύπτουν την καθημερινή ζωή, τη λατρεία και το εμπόριο της πόλης.

Ελληνιστικά Ειδώλια (Θεότητες): Το πιο αναγνωρίσιμο εύρημα είναι πήλινα ειδώλια γυμνής θεότητας που κρατά το στήθος της. Το σχήμα αυτό παραπέμπει στην Αφροδίτη ή την αντίστοιχη φοινικική θεά Αστάρτη. Μαρτυρά μια συνεχή τοπική λατρεία από την Εποχή του Χαλκού μέχρι τους Ελληνιστικούς χρόνους.

Ταμπλέτες και Σφραγίδες: Ανακαλύφθηκαν αρχαίες σφραγίδες και επιγραφές με τοπικές και ξένες γραφές. Αυτά αποδεικνύουν την πολυπολιτισμικότητα του λιμανιού.

Κεραμικοί Κλίβανοι (Εργαστήρια): Βρέθηκε ένα εξαιρετικά σπάνιο συγκρότημα από κλιβάνους της Εποχής του Σιδήρου (9ος-7ος αι. π.Χ.). Εκεί οι ντόπιοι τεχνίτες παρήγαγαν εμπορικά αγγεία, αλλά και ασβέστη χρησιμοποιώντας σπασμένα κοχύλια πορφύρας.

Όπλα και Αντικείμενα Σιδήρου: Λόγω της εγγύτητας της με τα μεταλλεία των βουνών Αμανός, η Ισσός είχε αναπτύξει εξελιγμένη μεταλλουργία σιδήρου. Ανακαλύφθηκαν αρχαία εργαλεία και αιχμές όπλων.

Εισαγόμενοι Αμφορείς: Στα στρώματα της περσικής περιόδου εντοπίστηκαν δεκάδες θραύσματα αμφορέων από το Αιγαίο. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η πόλη έκανε μεγάλες εισαγωγές ελληνικού κρασιού και λαδιού.

ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα (μέχρι το 1920–1922), το Ντορτιόλ (Dörtyol) της Κιλικίας εμφανίζει μια πολύ ιδιαίτερη πληθυσμιακή και εκκλησιαστική πραγματικότητα. Αν και η πόλη είχε έντονο χριστιανικό στοιχείο, η συντριπτική πλειονότητα των χριστιανών της ήταν Αρμένιοι, ενώ υπήρχε και μια μικρότερη, δραστήρια κοινότητα Ελλήνων Ορθοδόξων.

Σε ποια Μητρόπολη υπαγόταν η Χριστιανική Κοινότητα;

Λόγω της συνύπαρξης δύο διαφορετικών δογμάτων/εθνοτήτων, οι χριστιανοί του Ντορτιόλ χωρίζονταν σε δύο διαφορετικές εκκλησιαστικές διοικήσεις:

Η Ελληνική Ορθόδοξη Κοινότητα: Υπαγόταν εκκλησιαστικά στην ιστορική Ιερά Μητρόπολη Ταρσού και Αδάνων (με έδρα τη γειτονική Ταρσό ή τα Άδανα), η οποία ανήκε στη δικαιοδοσία του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Αντιόχειας.

Η Αρμενική Κοινότητα (Πλειονότητα): Υπαγόταν στην Αρμενική Αρχιεπισκοπή των Αδάνων, υπό το Καθολικό της Κιλικίας (Αρμενική Αστολική Εκκλησία).

Οι Χριστιανικές Εκκλησίες στο Ντορτιόλ

Επειδή η αρμενική παρουσία ήταν κυρίαρχη στην πόλη, οι πιο γνωστές και μεγαλοπρεπείς εκκλησιές που καταγράφονται στα οθωμανικά αρχεία και οι ιστορικές πηγές της εποχής ήταν αρμενικές, ενώ οι Έλληνες διατηρούσαν τη δική τους ενορία:

Ναός της Παναγίας (Holy Mother of God / Meryem Ana): Ήταν η κεντρική, μεγαλύτερη και πιο διάσημη χριστιανική εκκλησία στο κέντρο του Ντορτιόλ. Χτίστηκε τον 19ο αιώνα με ειδική άδεια της οθωμανικής κυβέρνησης για να καλύψει τον ραγδαία αυξανόμενο χριστιανικό πληθυσμό. Ήταν πέτρινη, διέθετε έναν εντυπωσιακό τρούλο με εξακτινωτό σταυρό και λόγω του τεράστιου μεγέθους της, οι ντόπιοι Τούρκοι την αποκαλούσαν χαρακτηριστικά Büyük Kilise («Μεγάλη Εκκλησία»).

Ναός του Αγίου Σωτήρος (Holy Savior / Sourp Prgich): Άλλος ένας κεντρικός, μεγάλος ναός της χριστιανικής κοινότητας στην πόλη.

Ναός του Αγίου Γρηγορίου του Φωτιστή (St. Gregory the Enlightener): Ιστορική εκκλησία της ίδιας περιόδου, όπου πραγματοποιήθηκαν και οι εκλογές των δημογερόντων και των επιτροπών της χριστιανικής κοινότητας.

Ο Ελληνορθόδοξος Ναός (Ενορία): Οι Έλληνες Ορθόδοξοι του Ντορτιόλ, αν και λιγότεροι, ήταν οικονομικά ισχυροί καθώς ασχολούνταν με το εμπόριο εσπεριδοειδών σε συνεργασία με Έλληνες εμπόρους από τη Σμύρνη. Διατηρούσαν δική τους συνοικία (μαχαλά), ελληνορθόδοξο ναό (συνήθως αφιερωμένο στον Άγιο Γεώργιο ή τον Άγιο Νικόλαο, προστάτες των ναυτικών και εμπόρων της περιοχής), καθώς και δικό τους ελληνικό σχολείο. Δυστυχώς, η χριστιανική αυτή δραστηριότητα τερματίστηκε βίαια με τις σφαγές της Αδάνου το 1909, τις εκτοπίσεις του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και την τελική αποχώρηση των χριστιανών το 1921–1922. Οι περισσότεροι από αυτούς τους ναούς καταστράφηκαν, κάηκαν ή μετατράπηκαν σε άλλες χρήσεις μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο τουρκικό κράτος.

ΠΑΙΔΕΙΑ

Η εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων στην Κιλικία, και ειδικότερα στην ευρύτερη περιοχή του Ντορτιόλ, οργανώθηκε συστηματικά στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η παιδεία δημιούργησε το σημαντικότερο εργαλείο για τη διατήρηση της εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας των Ελλήνων της Διασποράς.

Οργάνωση της Παιδείας των Ελληνοπαίδων

Λόγω του ότι οι Έλληνες της Κιλικίας ήταν αριθμητικά λιγότερο από τους Αρμενίους αλλά οικονομικά εύρωστοι, η εκπαίδευση βασιζόταν στην ιδιωτική πρωτοβουλία και την εκκλησιαστική στήριξη:

Η λειτουργία του Ελληνικού Σχολείου: Στο Ντορτιόλ λειτουργούσε Αστική Σχολή (δημοτικό σχολείο), η οποία στεγαζόταν συνήθως δίπλα ή στο περίβολο του ελληνορθόδοξου ναού της πόλης. Το σχολείο χρηματοδοτούνταν απευθείας από την ελληνική κοινότητα (δημογεροντία) μέσω εισφορών των πλούσιων εμπόρων εσπεριδοειδών.

Το Πρόγραμμα Σπουδών: Τα παιδιά διδάσκονταν την ελληνική γλώσσα, ανάγνωση, γραφή, αριθμητική, θρησκευτική, ιστορία και γεωγραφία. Ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στην εκμάθηση της ελληνικής ιστορίας για την ενίσχυση του εθνικού φρονήματος.

Ο ρόλος της Μητρόπολης: Η Ιερά Μητρόπολη Ταρσού και Αδάνων είχε την ανώτατη εποπτεία. Φρόντιζε για την αποστολή δασκάλων, οι οποίοι ήταν συχνά από φοιτητές μεγάλων πνευματικών κέντρων, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη ή σχολεία της Σμύρνης.

Η Αρμενική Εκπαίδευση: Δίπλα στο ελληνικό σχολείο, οι Αρμένιοι (που αποτελούσαν την πλειονότητα) διέθεταν ένα εξαιρετικά ανεπτυγμένο δίκτυο με την «Ανώτερη Εθνική Σχολή του Ντορτιόλ», καθώς και παρθεναγωγίες για τα κορίτσια.

ΔΙΩΞΕΙΣ

Ορόσημο του 1909: Οι Σφαγές των Αδάνων

Το έτος 1909 (συγκεκριμένα τον Απρίλιο) άλλαξε δραματικά και αναίμακτα την ιστορία ολόκληρης της χριστιανικής Κιλικίας. Όταν ξέσπασε το αντικίνημα των φανατικών ισλαμιστών στην Κωνσταντινούπολη εναντίον των Νεότουρκων, ο τουρκικός όχλος στην Κιλικία στράφηκε με μανία εναντίον των χριστιανών.

Το χτύπημα στο Ντορτιόλ: Οι Σφαγές των Αδάνων επεκτάθηκαν γρήγορα σε όλες τις γύρω πόλεις. Το Ντορτιόλ δέχθηκε σφοδρή επίθεση. Αν και οι χριστιανοί προέβαλαν ένοπλη αντίσταση για να σώσουν τις οικογένειές τους, οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και περιουσίες ήταν τεράστιες.

Καταστροφή Υποδομών: Πολλές χριστιανικές γειτονιές πυρπολήθηκαν. Σχολεία και εκκλησίες υπέστησαν σοβαρές ζημιές ή καταστράφηκαν ολοσχερώς από τη φωτιά. Η εκπαιδευτική διαδικασία διακόπηκε βίαια, καθώς η προτεραιότητα έγινε η επιβίωση.

Το Δράμα των Ορφανών: Μετά το τέλος των σφαγών, το Ντορτιόλ γέμισε με χιλιάδες ορφανά παιδιά χριστιανών (κυρίως Αρμενίων, αλλά και Ελλήνων) από όλη την Κιλικία. Για την αντιμετώπιση της κρίσης, ιδρύθηκε στην πόλη το πρώτο μεγάλο χριστιανικό ορφανοτροφείο. Ο ιερέας Χορέν Αλεξανιάν παραχώρησε το ίδιο του το σπίτι για να στεγαστεί αρχικά 150 ορφανά, τα οποία αργότερα άρχισαν να παρακολουθούν ξανά μαθήματα στα εναπομείναντα σχολεία.

Η καταστροφή του 1909 ήταν ο προάγγελος της τελικής εξόντωσης και του ξεριζωμού που ολοκληρώθηκε μια δεκαετία αργότερα, το 1921-1922, κλείνοντας οριστικά τον κύκλο της ελληνικής και χριστιανικής παιδείας στην περιοχή της αρχαίας Ισσού.

ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι του Ντορτιόλ και της γύρω περιοχής της Ισσού (Πεδινή Κιλικία) αποτελούσαν την οικονομική ραχοκοκαλιά της περιοχής στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Λόγω της γεωγραφικής θέσης της πόλης –ανάμεσα στα εύφορα εδάφη και το λιμάνι– οι χριστιανοί κυριαρχούσαν στο εμπόριο, τη βιοτεχνία και την εξελιγμένη γεωργία.

Η Καλλιέργεια Εσπεριδοειδών (Το «Σήμα Κατατεθέν»)

Εμπόριο και Ναυτιλία

Σηροτροφία και Υφαντουργία (Μετάξι)

Βιοτεχνία, Ελεύθερα Επαγγέλματα και Επιστήμες

ΣΗΜΕΡΑ

Το Ντορτιόλ (Dörtyol) είναι σήμερα μια δυναμικά αναπτυσσόμενη, μεσαίου μεγέθους πόλη και σημαντικό βιομηχανικό και αγροτικό κέντρο της επαρχίας Χατάι στη νότια Τουρκία.