Καθημερινά ακούμε για τη φοροδιαφυγή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Διαβάζουμε πρωτοσέλιδα, ακούμε τηλεοπτικά ρεπορτάζ και παρακολουθούμε πολιτικές αντιπαραθέσεις που παρουσιάζουν τον μικρομεσαίο επιχειρηματία ως έναν από τους βασικούς υπεύθυνους για τη μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους.

Έχει όμως αναρωτηθεί κανείς πώς πραγματικά επιβιώνει μια μικρομεσαία επιχείρηση στην Ελλάδα; Έχει ρωτήσει κάποιος εκείνον που κάθε μήνα πρέπει να πληρώσει μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές, ΦΠΑ, Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών, εισφορές υπέρ ΔΥΠΑ και κατασκηνώσεων, e-ΕΦΚΑ, Επιμελητήρια, Γ.Ε.ΜΗ., ενοίκια, ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα, τράπεζες, λογιστές, προμηθευτές και δεκάδες ακόμη υποχρεώσεις;

Η πραγματικότητα απέχει πολύ από την εικόνα που κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο.

 

Η Ελλάδα των μικρών επιχειρήσεων

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΑΑΔΕ, της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 900.000 έως 950.000 ενεργές επιχειρήσεις. Από αυτές, 790.000 έως 830.000, δηλαδή σχεδόν 9 στις 10 επιχειρήσεις, πραγματοποιούν ετήσιο κύκλο εργασιών κάτω από 200.000 ευρώ.

Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία δεν στηρίζεται μόνο στους λίγους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Στηρίζεται κυρίως στις οικογενειακές επιχειρήσεις, στα μικρά καταστήματα, στις βιοτεχνίες, στους επαγγελματίες, στους ανθρώπους που ανοίγουν την επιχείρησή τους το πρωί και δεν γνωρίζουν αν το βράδυ θα περισσέψει κάτι για τους ίδιους.

Και όμως, στον δημόσιο διάλογο οι επιχειρήσεις αυτές σπάνια αντιμετωπίζονται ως ο βασικός παραγωγικός ιστός της χώρας.

 

Η μεγάλη παρανόηση

Ο μεγαλύτερος μύθος είναι ότι ο τζίρος ταυτίζεται με το κέρδος.

Π.χ. Μια επιχείρηση με κύκλο εργασιών 200.000 ευρώ δεν σημαίνει ότι διαθέτει 200.000 ευρώ. Από αυτόν τον τζίρο πρέπει να πληρωθούν τα εμπορεύματα ή οι πρώτες ύλες, οι μισθοί, οι ασφαλιστικές εισφορές, οι φόροι, ο ΦΠΑ, οι τραπεζικές προμήθειες, οι ασφάλειες, οι μεταφορές, οι λογιστικές υπηρεσίες, τα ενοίκια, η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες και δεκάδες ακόμη πάγιες υποχρεώσεις.

Σε πολλές περιπτώσεις, το καθαρό αποτέλεσμα αντιστοιχεί μόλις στο 3% έως 5% του κύκλου εργασιών. Δηλαδή μια επιχείρηση με τζίρο 200.000 ευρώ μπορεί να καταλήγει με καθαρό επιχειρηματικό αποτέλεσμα μόλις 6.000 έως 10.000 ευρώ ετησίως, πριν ακόμη φορολογηθεί ο επιχειρηματίας.

 

Τα αόρατα κόστη

Υπάρχουν όμως και κόστη που δεν αποτυπώνονται εύκολα σε κανέναν πίνακα.

Η συνεχής αύξηση των καυσίμων, των διοδίων, του ενεργειακού κόστους, των ασφαλίστρων και των μεταφορικών επιβαρύνει καθημερινά την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Συζητάμε συνεχώς για εξωστρέφεια. Όμως πόσο κοστίζει πραγματικά η εξωστρέφεια;

Ποιος υπολογίζει τις φθορές των επαγγελματικών οχημάτων, τις συνεχείς επισκευές, τα ανταλλακτικά, τα ελαστικά, τα ταξίδια για αναζήτηση νέων πελατών, τη συμμετοχή σε εκθέσεις, τη διαφήμιση, τις πιστοποιήσεις ποιότητας, τις ιστοσελίδες, το ψηφιακό μάρκετινγκ και όλα όσα απαιτούνται για να μπορέσει μια ελληνική επιχείρηση να πουλήσει τα προϊόντα της εκτός των στενών ορίων της τοπικής αγοράς;

Παράλληλα με όλα αυτά τα προβλήματα, υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα που σπάνια συζητείται, οι ανεξόφλητες οφειλές.

Ποια επιχείρηση δεν μεταφέρει υπόλοιπα από χρονιά σε χρονιά; Πόσες επιχειρήσεις δεν έχουν στα βιβλία τους χαμένα και ξεχασμένα υπόλοιπα, ποσά που δύσκολα θα εισπραχθούν ποτέ; Και πώς μπορεί μια μικρομεσαία επιχείρηση να τα διεκδικήσει, όταν η νομική οδός συνεπάγεται απαγορευτικά έξοδα και διαδικασίες που μπορεί να διαρκέσουν χρόνια;

Και ας μην τολμήσουμε να αναφερθούμε στον μεγαλύτερο κακοπληρωτή αυτής της χώρας, που δεν είναι άλλος από το ίδιο το κράτος. Διαδικασίες μηνών, στοίβες δικαιολογητικών, καθυστερήσεις, έλεγχοι, εγκρίσεις και μια γραφειοκρατία που εξαντλεί την επιχείρηση πριν ακόμη πληρωθεί.

 

Η Δυτική Μακεδονία πληρώνει βαρύτερο τίμημα

Αν αυτή είναι η εικόνα στην υπόλοιπη Ελλάδα, τότε στη Δυτική Μακεδονία η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη.

Η βίαιη απολιγνιτοποίηση δεν οδήγησε μόνο στο κλείσιμο μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Δημιούργησε μια αλυσιδωτή οικονομική αποδυνάμωση που επηρέασε το σύνολο της τοπικής αγοράς.

Χιλιάδες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας χάθηκαν ή αντικαταστάθηκαν από λιγότερες και χαμηλότερα αμειβόμενες. Η αγοραστική δύναμη μειώθηκε, η κατανάλωση περιορίστηκε και εκατοντάδες μικρές επιχειρήσεις βρέθηκαν να απευθύνονται σε μια αγορά ολοένα και φτωχότερη.

Κι όμως, η λύση που προτείνεται είναι σχεδόν πάντα η ίδια, «γίνετε εξωστρεφείς».

Εξωστρέφεια όμως χωρίς κεφάλαιο, χωρίς υποδομές, χωρίς ουσιαστικά κίνητρα και με το υψηλότερο ίσως ενεργειακό κόστος των τελευταίων δεκαετιών δεν μπορεί να υπάρξει.

Η αθέατη πλευρά που αγνόησαν οι πολιτικές παρατάξεις, η αυτοδιοίκηση και οι φορείς

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αποτυχία του πολιτικού συστήματος.

Η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, έχει δώσει προτεραιότητα σε πολιτικές που ευνοούν μόνο μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους σε τομείς όπως η ενέργεια, ο τουρισμός, οι κατασκευές και το οργανωμένο λιανεμπόριο. Η μικρομεσαία επιχείρηση παραμένει συχνά εκτός του πυρήνα αυτής της αναπτυξιακής στρατηγικής.

Το ΚΙΝΑΛ, από την άλλη, μοιάζει να έχει απομακρυνθεί από την κοινωνική και οικονομική βάση που για δεκαετίες εξέφραζε το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου. Εκείνο το ΠΑΣΟΚ είχε καταφέρει να οικοδομήσει μια ισχυρή σχέση με τον μικρό επαγγελματία, τον βιοτέχνη, τον έμπορο και τον αυτοαπασχολούμενο. Σήμερα αυτή η σχέση δείχνει να έχει χαθεί.

Όσο για την Αριστερά, πολλές φορές αντιμετωπίζει τη μικρή επιχειρηματικότητα μέσα από το ίδιο πρίσμα με το οποίο αντιμετωπίζει τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Όμως ο ιδιοκτήτης ενός μικρού συνεργείου, ενός καταστήματος ή μιας οικογενειακής βιοτεχνίας δεν διαθέτει ούτε την οικονομική ισχύ ούτε τα περιθώρια ενός μεγάλου επιχειρηματικού ομίλου.

Και η Περιφέρεια; Ειδικά στη Δυτική Μακεδονία, τι έχει κάνει ουσιαστικά για τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα; Απολύτως ελάχιστα. Έχει επιδοθεί σε μια διαρκή τροχιά συνύπαρξης με την κεντρική κυβέρνηση, όμως το αποτέλεσμα είναι γνωστό, ελάχιστη ουσία και πολλά λόγια.

Η απόδειξη της αποτυχίας είναι μπροστά μας, μείωση πληθυσμού, κλείσιμο επιχειρήσεων, μαζική φυγή νέων ανθρώπων, αλλά και φυγή ενεργού εργατικού δυναμικού. Σιγά σιγά η Δυτική Μακεδονία κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια περιοχή συνταξιούχων, χωρίς παραγωγικό ιστό, χωρίς νέες θέσεις εργασίας και χωρίς ουσιαστική προοπτική.

Και φυσικά, καθημερινά επαναλαμβάνεται το αφήγημα των τελευταίων ετών «θα έρθουν επενδύσεις». Ήμουν νιος και γέρασα.

Τα δε Επιμελητήρια ακολουθούν συχνά την τακτική των σεμιναρίων και των ενημερωτικών εκδηλώσεων. Όλα με τυμπανοκρουσίες, δελτία Τύπου και φωτογραφίες, αλλά με ελάχιστα πρακτικά αποτελέσματα.

Δεν χρειάζεται τεχνητή νοημοσύνη ο κουρέας για να κουρέψει. Δεν χρειάζεται θεωρητικά σεμινάρια ο αγρότης για να παράγει. Δεν χρειάζεται άλλη μία ημερίδα ο έμπορος για να πουλήσει. Αυτό που χρειάζονται όλοι αυτοί είναι οικονομική ανάπτυξη, καλύτεροι φορολογικοί όροι, πρόσβαση σε πραγματική τραπεζική χρηματοδότηση, μειωμένος ΦΠΑ, μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές και ουσιαστικά κίνητρα για να μπορέσουν να σταθούν όρθιοι.

Έτσι, παρά τις διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, δημιουργείται η εντύπωση ότι όλες οι πολιτικές δυνάμεις, η αυτοδιοίκηση και οι θεσμικοί φορείς παραβλέπουν τις πραγματικές ανάγκες της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας.

 

Και τελικά, ποιος είναι ο «ένοχος»;

Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας παρουσιάζεται συχνά ως ο φοροφυγάς, ο στρατηγικός κακοπληρωτής, ο εργοδότης που εκμεταλλεύεται τους εργαζομένους του, ο άνθρωπος που δήθεν δεν πληρώνει ποτέ και πάντοτε κερδίζει.

Είναι όμως αυτή ολόκληρη η εικόνα;

Γιατί από τη σκοπιά του ίδιου του μικρομεσαίου επιχειρηματία, η πραγματικότητα μοιάζει εντελώς διαφορετική.

Είναι ο πρώτος που θα πληρώσει προκαταβολές φόρου. Ο πρώτος που θα δεχθεί κατασχέσεις λογαριασμών. Ο πρώτος που θα βρεθεί αντιμέτωπος με προσαυξήσεις, πρόστιμα και αναγκαστικά μέτρα είσπραξης. Ο πρώτος που θα δυσκολευτεί να χρηματοδοτηθεί από το τραπεζικό σύστημα. Και πολύ συχνά, ο πρώτος που θα αναγκαστεί να βάλει λουκέτο.

Η ανάπτυξη δεν χτίζεται χωρίς τις μικρές επιχειρήσεις

Η συζήτηση για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι απαραίτητη και πρέπει να συνεχιστεί. Όμως άλλο η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και άλλο η συλλογική ενοχοποίηση σχεδόν ενός εκατομμυρίου μικρών επιχειρήσεων.

Η ελληνική οικονομία δεν θα αναπτυχθεί μόνο με μεγάλες επενδύσεις και λίγους ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους. Θα αναπτυχθεί όταν μπορέσουν να αναπτυχθούν και οι εκατοντάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που κρατούν

Γιατί στο τέλος της ημέρας, όταν κλείνει μια μικρομεσαία επιχείρηση, δεν χάνει μόνο ο επιχειρηματίας. Χάνει ο εργαζόμενος, χάνει ο προμηθευτής, χάνει η τοπική κοινωνία, χάνει το ίδιο το κράτος.

Και ίσως ήρθε η ώρα η Ελλάδα να σταματήσει να βλέπει τον μικρομεσαίο επιχειρηματία ως το μόνιμο πρόβλημα και να αρχίσει να τον αντιμετωπίζει ως αυτό που πραγματικά είναι, τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας.