Παρακολούθησα τη χθεσινή συνέντευξη του Ανδρουλάκη και για ακόμη μία φορά, επιβεβαίωσα την άποψη που έχω διαμορφώσει εδώ και καιρό, το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν θέλει, αλλά ότι δεν μπορεί.
Δεν διαθέτει τα χαρακτηριστικά του ηγέτη που μπορεί να εμπνεύσει, να ενώσει και να οδηγήσει έναν ιστορικό πολιτικό χώρο σε μια νέα πορεία. Δεν έχει το πολιτικό βάθος, το όραμα και τη δυναμική που απαιτούν οι σημερινές συνθήκες. Και αυτό δεν αποδεικνύεται μόνο από τις δημόσιες παρεμβάσεις του, αλλά και από τη συνολική πολιτική πορεία που έχει χαράξει τα τελευταία χρόνια.

Οι πολιτικές αλχημείες, οι συνεχείς τακτικισμοί και κυρίως η συνειδητή απομάκρυνση από τη σοσιαλιστική ταυτότητα του χώρου αποτελούν αδιάψευστη απόδειξη αυτής της αδυναμίας. Δεν περίμενα, ούτε είχα την ψευδαίσθηση, ότι θα εμφανιζόταν ένας νέος Ανδρέας Παπανδρέου. Άλλες εποχές, άλλες συνθήκες και διαφορετικές προσωπικότητες.
Όμως ο Ανδρέας άφησε πίσω του μια βαριά πολιτική παρακαταθήκη, θεμελιωμένη στην κοινωνική δικαιοσύνη, τη λαϊκή συμμετοχή και τη σοσιαλιστική αλληλεγγύη. Σήμερα, αντί αυτή η παρακαταθήκη να αποτελεί την πυξίδα του χώρου, μοιάζει να έχει μετατραπεί σε κάτι που η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ αποφεύγει συστηματικά να αγγίξει. Σαν να θεωρεί ότι η σοσιαλιστική ταυτότητα είναι πρόβλημα και όχι το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια σύγχρονη προοδευτική πρόταση.
Ο Ανδρουλάκης παραμένει σταθερά λίγος για τις απαιτήσεις της εποχής και εγκλωβισμένος σε έναν εύκολο λαϊκισμό. Είναι εύκολο να μοιράζεις υποσχέσεις όταν το κόμμα σου κινείται γύρω στο 10% και δεν έχει πραγματική προοπτική διακυβέρνησης. Αυτό όμως δεν είναι πολιτική πρόταση. Είναι απλώς διαχείριση της στασιμότητας.

Τόσα χρόνια χάθηκαν. Τόσες ευκαιρίες πήγαν χαμένες. Ένας ολόκληρος πολιτικός χώρος, που κάποτε εξέφραζε εκατομμύρια πολίτες, παραμένει εγκλωβισμένος σε μια πορεία συρρίκνωσης, ενώ η ηγεσία του αρνείται να αναγνωρίσει το αυτονόητο.

Η Κεντροαριστερά χρειάζεται σήμερα ενότητα, συνεργασία και κοινή στρατηγική. Χρειάζεται τη συνένωση όλων των προοδευτικών δυνάμεων απέναντι στη συντηρητική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας. Αντί γι’ αυτό, βλέπουμε μια ηγεσία που δείχνει να βολεύεται στον ρόλο του μόνιμου τρίτου παίκτη, χωρίς φιλοδοξία νίκης και χωρίς σχέδιο ανατροπής των πολιτικών συσχετισμών.
Και ας ξεκαθαρίσουμε κάτι ακόμη. Το ΠΑΣΟΚ δεν είναι μόνο ένα όνομα, ένα έμβλημα ή ένας πράσινος ήλιος. Είναι μια πολιτική παράδοση, μια ιδεολογική ταυτότητα και μια συγκεκριμένη σχέση με την κοινωνία. Το να χρησιμοποιείς τον όρο ΠΑΣΟΚ δεν σε κάνει αυτομάτως ΠΑΣΟΚ, όπως ακριβώς ένα κόκκινο Fiat δεν μετατρέπεται σε Ferrari επειδή έχει το ίδιο χρώμα.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι κάτι άλλο. Ένας πολιτικός όπως ο Τσίπρας, μετά από μακρά περίοδο πολιτικής απουσίας, καταφέρνει να επανέρχεται στο προσκήνιο και να συγκεντρώνει ξανά το ενδιαφέρον μεγάλου μέρους των κεντροαριστερών ψηφοφόρων. Αυτό από μόνο του αποτελεί μήνυμα. Μήνυμα δυσαρέσκειας προς τη σημερινή ηγεσία του ΚΙΝΑΛ και ένδειξη ότι σημαντικό τμήμα του προοδευτικού χώρου αναζητά αλλού πολιτική έκφραση.

Κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσουμε να κοροϊδευόμαστε. Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Όσο το ΚΙΝΑΛ παραμένει εγκλωβισμένο στη σημερινή του πορεία και όσο ο Ανδρουλάκης αδυνατεί να εμπνεύσει, να ενώσει και να διευρύνει τον χώρο, το αποτέλεσμα θα είναι ένα, να λειτουργεί έστω και άθελά του, ως παράγοντας διαιώνισης της πολιτικής κυριαρχίας της Νέας Δημοκρατίας και όχι ως πραγματική εναλλακτική πρόταση εξουσίας για τη χώρα.