Σήμερα, αρκετά χρόνια μετά την ανακοίνωση της απολιγνιτοποίησης και το κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων, οι πολίτες της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης βιώνουν τις συνέπειες μιας πολιτικής που εφαρμόστηκε χωρίς ουσιαστική προετοιμασία για την επόμενη μέρα.

Το 2019 παρουσιάστηκε ένα σχέδιο που υποτίθεται ότι θα οδηγούσε σε μια «δίκαιη μετάβαση». Ακούστηκαν μεγάλες υποσχέσεις για ανάπτυξη, επενδύσεις, πράσινη οικονομία και χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Στην πράξη, όμως, οι τοπικές κοινωνίες είδαν να χάνονται θέσεις εργασίας, να μειώνεται η οικονομική δραστηριότητα και να αυξάνεται η ανασφάλεια για το μέλλον.

Οι εργαζόμενοι και οι πολίτες είχαν προειδοποιήσει από την πρώτη στιγμή ότι το κλείσιμο των μονάδων χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης θα οδηγούσε σε οικονομική και κοινωνική υποβάθμιση. Ωστόσο, οι φωνές αυτές δεν εισακούστηκαν όσο θα έπρεπε.

Και εδώ αναδεικνύεται ένα μεγάλο πολιτικό ζήτημα: η στάση και η αποτελεσματικότητα πολλών αιρετών και βουλευτών της περιοχής. Σε μία από τις πιο κρίσιμες αποφάσεις για το μέλλον της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης, οι τοπικές κοινωνίες περίμεναν δυναμικές παρεμβάσεις, διεκδικήσεις και ξεκάθαρες συγκρούσεις απέναντι σε αποφάσεις που επηρέαζαν άμεσα την εργασία και την οικονομική επιβίωση χιλιάδων οικογενειών.

Αντί να υπάρξει ένα ισχυρό και ενωμένο μέτωπο πίεσης, κυριάρχησαν πολλές φορές η σιωπή, οι γενικές δηλώσεις και η αναμονή. Οι πολίτες περίμεναν συνεχή πίεση προς την κυβέρνηση και τη διοίκηση της ΔΕΗ, πριν δημιουργηθούν τετελεσμένα, καθώς και σαφείς δεσμεύσεις για χρονοδιαγράμματα, εγγυήσεις και εναλλακτικές θέσεις εργασίας.

Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν ληφθεί υπόψη ότι η ΔΕΗ δεν λειτουργεί πλέον ως πλήρως κρατικός φορέας, αλλά ως εισηγμένη επιχείρηση με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια. Αυτό περιόρισε μεν τη δυνατότητα άμεσης πολιτικής επιβολής αποφάσεων, όμως δεν εξαφάνισε τον ρόλο της πολιτικής. Αντίθετα, μετέφερε το βάρος της παρέμβασης σε άλλα επίπεδα: στο κράτος, στη ρύθμιση, στα χρονοδιαγράμματα της μετάβασης και στη διασφάλιση κοινωνικών και αναπτυξιακών αντισταθμισμάτων.

Ακόμη και σε αυτό το πλαίσιο, οι αιρετοί και οι βουλευτές θα μπορούσαν να έχουν ασκήσει ισχυρότερη πίεση για μια πιο σταδιακή απολιγνιτοποίηση, για δεσμευτικές επενδύσεις πριν το οριστικό κλείσιμο των μονάδων, για ουσιαστικά φορολογικά και αναπτυξιακά κίνητρα, αλλά και για ένα πραγματικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης που δεν θα έμενε σε επίπεδο εξαγγελιών.

Η αλήθεια είναι ότι οι διαμαρτυρίες και οι αγώνες των πολιτών θα έπρεπε να είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση ήδη από το 2019. Εξίσου, όμως, σημαντική είναι και η ευθύνη όσων κατείχαν θεσμικές θέσεις και δεν αξιοποίησαν πλήρως τον ρόλο τους όσο απαιτούσαν οι περιστάσεις.

Γιατί όταν μια περιοχή χάνει τον βασικό πυλώνα της οικονομίας της, δεν χωρούν ούτε καθυστερήσεις ούτε πολιτικές ισορροπίες.

Σήμερα, πολλοι πολίτες λένε με πικρία ότι «πλέον είναι αργά για δάκρυα» και χρησιμοποιούν τη λαϊκή φράση «έκλασε η νύφη, σχόλασε ο γάμος» για να περιγράψουν την κατάσταση που διαμορφώθηκε. Οι αποφάσεις εφαρμόστηκαν, οι μονάδες έκλεισαν, οι νέοι φεύγουν από τον τόπο τους και οι τοπικές κοινωνίες αισθάνονται ότι έμειναν χωρίς ουσιαστική στήριξη.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να υπάρξει παραίτηση. Αντίθετα, τώρα χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερη διεκδίκηση για πραγματικές επενδύσεις, μόνιμες θέσεις εργασίας και ουσιαστική αναπτυξιακή προοπτική. Οι πολίτες ζητούν σχέδιο, ευθύνη και πολιτική στάση αντάξια της ιστορίας και της σημασίας αυτών των περιοχών για τη χώρα.

Γιατί η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να θεωρείται «δίκαιη» όταν αφήνει πίσω της ανεργία, ερήμωση και κοινωνική απογοήτευση. Και γιατί οι κοινωνίες που δεν υπερασπίζονται έγκαιρα το μέλλον τους, βρίσκονται αργότερα αντιμέτωπες με αποφάσεις που δύσκολα ανατρέπονται.

Ιορδάνα Μπαραμπάνη – Κοινοτική Σύμβουλος Δημοτικής Κοινότητας Πτολεμαϊδας