Οι εκλογές, σε οποιοδήποτε επίπεδο, δεν παύουν να αποτελούν ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι στρατηγικής και προετοιμασίας. Και σε αυτό το παιχνίδι, νικητής δεν είναι απαραίτητα ο ισχυρότερος, αλλά εκείνος που αντιλαμβάνεται δύο κρίσιμα στοιχεία. Πρώτον, τις αδυναμίες των αντιπάλων του και, δεύτερο και σημαντικότερο τα «παραθυράκια» των ίδιων των κανόνων του παιχνιδιού.

Το συνέδριο του ΚΙΝΑΛ ολοκληρώθηκε. Τι αποκομίσαμε; Χαράχθηκε άραγε μια σαφής και αποτελεσματική στρατηγική για την άνοδο των ποσοστών; Ή απλώς επιβεβαιώθηκε για ακόμη μία φορά το «ήλθον, είδον και απήλθον»;

Η φράση «τώρα ή ποτέ» μπορεί να ακούγεται δραματική, όμως στην πολιτική συγκυρία που διανύουμε αποτυπώνει μια αντικειμενική πραγματικότητα. Υπάρχουν περίοδοι όπου οι συσχετισμοί μοιάζουν παγιωμένοι και άλλες όπου διαμορφώνονται ρωγμές. Σήμερα βρισκόμαστε ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Παρά τη φθορά που έχει υποστεί η κυβέρνηση και τα αλλεπάλληλα πολιτικά της λάθη, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να εμφανίζεται ως πρώτη δύναμη στις δημοσκοπήσεις. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν συνιστά απαραίτητα ένδειξη ισχυρής κοινωνικής αποδοχής, αλλά περισσότερο αντανάκλαση μιας στρεβλής ανάγνωσης των δεδομένων.

Τα ποσοστά της τάξης του 25% που καταγράφονται υπέρ της ΝΔ αποδίδουν μια σχετική πρωτοκαθεδρία, όχι όμως μια καθολική πολιτική κυριαρχία. Αντιθέτως, υποδηλώνουν ότι η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος δεν ταυτίζεται με την κυβερνητική επιλογή. Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το γεγονός ότι η εκλογική συμμετοχή παραμένει χαμηλή, μόλις λίγο πάνω από το 50%.
Αυτό σημαίνει ότι τα εκλογικά αποτελέσματα δεν εκφράζουν το σύνολο της κοινωνίας, αλλά ένα περιορισμένο και ενεργό τμήμα της. Σε απόλυτους όρους, η πραγματική κοινωνική επιρροή της Νέας Δημοκρατίας δεν ξεπερνά το 15% του εκλογικού σώματος. Και όμως, αυτό αρκεί για να διατηρείται στην εξουσία.

Ο λόγος είναι απλός: η αποχή.

Η αποχή δεν είναι ουδέτερη. Δεν αποτελεί απλώς μια μορφή σιωπηρής διαμαρτυρίας. Αντίθετα, λειτουργεί ως μηχανισμός ενίσχυσης του πρώτου κόμματος, καθώς μειώνει το εκλογικό σώμα που συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωση του αποτελέσματος. Όσο περισσότεροι απέχουν, τόσο χαμηλότερο γίνεται το πραγματικό όριο νίκης.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται και η στρατηγική πρόκληση για το ΚΙΝΑΛ. Εάν επιθυμεί να αυξήσει ουσιαστικά τα ποσοστά του ή ακόμη και να διεκδικήσει την εκλογική πρωτιά δεν αρκεί να αναζητά ψήφους από άλλες πολιτικές δυνάμεις. Η μετακίνηση ψηφοφόρων εντός του ήδη ενεργού εκλογικού σώματος έχει συγκεκριμένα και περιορισμένα όρια.

Η πραγματική δεξαμενή ψήφων βρίσκεται αλλού.

Βρίσκεται σε εκείνο το μεγάλο, κοινωνικά ανομοιογενές, αλλά πολιτικά καθοριστικό τμήμα των πολιτών που έχουν αποστασιοποιηθεί πλήρως από την εκλογική διαδικασία. Δεν πρόκειται για τους κλασικούς «αναποφάσιστους». Πρόκειται για πολίτες που έχουν επιλέξει συνειδητά να μην συμμετέχουν. Πολίτες που δεν περιμένουν να πειστούν μεταξύ εναλλακτικών επιλογών, αλλά έχουν απορρίψει συνολικά το πολιτικό σύστημα ως μη αξιόπιστο ή μη αποτελεσματικό.

Αυτό το σώμα αποτελεί, ουσιαστικά, το μεγαλύτερο «απόθεμα» εκλογικής επιρροής στη χώρα.

Αν το ΚΙΝΑΛ θέλει να κερδίσει τις εκλογές, μπορεί. Υπό μία προϋπόθεση, να εστιάσει μεθοδικά και στοχευμένα σε αυτό ακριβώς το τμήμα της κοινωνίας. Σε εκείνους που έχουν χάσει κάθε ενδιαφέρον για τα εκλογικά αποτελέσματα. Όχι στους αναποφάσιστους αλλά σε μια διαφορετική, πιο απαιτητική κατηγορία πολιτών, σε αυτούς που δεν θέλουν να ψηφίσουν.

Η πρόκληση, συνεπώς, δεν είναι απλώς να αλλάξει ψήφους, αλλά να δημιουργήσει ψηφοφόρους. Να επαναφέρει στη διαδικασία ανθρώπους που έχουν αποσυρθεί. Να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να δώσει πειστική απάντηση στο βασικό ερώτημα: «Γιατί να συμμετάσχω;»

Διότι η πραγματική ανατροπή δεν θα έρθει από την ανακατανομή των ήδη ενεργών ψηφοφόρων, αλλά από την ενεργοποίηση εκείνων που σήμερα επιλέγουν τη σιωπή.

Και αυτή είναι μια μάχη που δεν κερδίζεται με συνθήματα, αλλά με αξιοπιστία, συνέπεια και πολιτικό βάθος.