Βασιλης Παπαδημουλης: Κάθε εποχή αφήνει το δικό της αποτύπωμα πάνω στο σώμα του βουνού, μα το φθινόπωρο έχει έναν τρόπο ξεχωριστό – πιο ήσυχο, πιο βαθύ. Δεν έρχεται με θόρυβο, δεν αναγγέλλεται με κραυγές. Γλιστρά αθόρυβα μέσα από τις χαραμάδες των βράχων, κατεβαίνει από τα περάσματα, και με κάθε του άγγιγμα μεταμορφώνει το τοπίο.

Στην Κορυφή Βοΐου, η αλλαγή αυτή μοιάζει με τελετουργία. Ο ήλιος χαμηλώνει πιο νωρίς στον ουρανό, αφήνοντας πίσω του ένα φως πιο ζεστό, πιο μελαγχολικό. Το φως αυτό στέκεται πάνω στις πλαγιές σαν προσευχή. Στα δέντρα, τα φύλλα παίρνουν φωτιά. Όχι φωτιά που καίει, αλλά φωτιά που λυτρώνει — πορφυρά, κεχριμπαρένια, χρυσοκίτρινα και βαθιά καφέ ντύνουν τις βελανιδιές, τις οξιές και τα σφεντάμια που στέκουν σαν φρουροί της εποχής.

Τα μονοπάτια, ντυμένα με στρώσεις φύλλων, μοιάζουν με χαλιά που οδηγούν σε κάποιο αόρατο ιερό. Όσοι βαδίζουν εκεί, δεν περπατούν απλώς· εισέρχονται σε μια σφαίρα ηρεμίας, όπου το κάθε τι αποκτά φωνή: ο ήχος των φύλλων που θρυμματίζονται κάτω από τα βήματα, το ελαφρύ φύσημα του ανέμου, το κάλεσμα ενός μακρινού πουλιού. Είναι όλα εκεί, όχι για να δηλώσουν παρουσία, αλλά για να υπενθυμίσουν τη σιωπή.

Η Κορυφή Βοΐου, που τον Αύγουστο έβραζε από φως και ζωή, τώρα κρατά την ανάσα της. Δεν πενθεί το καλοκαίρι — το τιμά. Στέκεται ατάραχη, σαν να συλλογίζεται τις αλλαγές της φύσης αλλά και του ανθρώπου. Οι πλαγιές της, τώρα απαλές στο βλέμμα, μαρτυρούν το πέρασμα του χρόνου. Το κάθε χρώμα είναι και μια ιστορία· το κόκκινο μιας αγάπης που δεν άντεξε, το χρυσό μιας μνήμης παιδικής, το καφέ μιας γης που αναμένει τη βροχή.

Κι εκεί, μέσα σ’ αυτόν τον πίνακα, ξεχωρίζει το χωριό. Μικρό, κουρνιασμένο στους πρόποδες, με τις καμινάδες του να καπνίζουν δειλά. Οι άνθρωποι του χωριού γνωρίζουν τη σοφία του φθινοπώρου· ξέρουν πως είναι καιρός για στοχασμό, για γαλήνη, για αποδοχή. Οι γέροντες κάθονται στο καφενείο με μια κούπα καφέ και κοιτούν το Σμόλικα και την Βασιλίτσα, όπως κοιτάς έναν παλιό φίλο — με συγκίνηση, με σεβασμό, με μια γλυκιά θλίψη που δεν βαραίνει. Οι στάνες γεμίζουν σιωπηλές κινήσεις, και ο ουρανός… αχ, ο ουρανός! Είναι σαν θόλος βυζαντινής εκκλησίας: βαθύς, μυστηριακός, βαμμένος στα μπλε, τα γκρίζα και στα μενεξεδιά. Το σούρουπο πέφτει απαλά σαν κουβέρτα, και το φως της μέρας σβήνει, όχι με απόγνωση, αλλά με ευγνωμοσύνη.

Η Κορυφή Βοΐου δεν φωνάζει· ψιθυρίζει. Δεν ζητά να εντυπωσιάσει· προσκαλεί. Είναι ένας τόπος που αν τον αφουγκραστείς, θα νιώσεις κάτι μέσα σου να μαλακώνει, να γαληνεύει. Το φθινόπωρο εδώ δεν είναι εποχή. Είναι ψυχική κατάσταση.

Και καθώς τα φύλλα πέφτουν ένα-ένα, σαν σκέψεις που βρίσκουν τον προορισμό τους, καταλαβαίνεις πως και εσύ είσαι μέρος αυτής της αλλαγής. Πως κάθε φθινόπωρο που ζεις, είναι μια υπενθύμιση ότι τίποτα δεν χάνεται — απλώς αλλάζει μορφή, χρώμα, ρυθμό.