Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία αποτελεί την απάντηση της Ε.Ε. σε αυτό και παράλληλα, επιβεβαίωση της ιστορικά καταγεγραμμένης πρωτοπορίας της στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Πέραν της σημαντικής συμβολής της στη διαμόρφωση της Συμφωνίας του Παρισιού κατά τη Συνδιάσκεψη των Μερών (COP21) το 2015, την οποία και υπέγραψε συλλογικά αμέσως μετά την οριστικοποίησή της, ήδη το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών διανύει την 4η φάση υλοποίησής του. Ταυτόχρονα, η Ε.Ε. παρουσίασε το 2018 το πλαίσιο πολιτικών με τίτλο «Καθαρός πλανήτης για όλους» για τον τρόπο επίτευξης της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050.
Ένα χρόνο μετά την υιοθέτηση της Πράσινης Συμφωνίας, τον Δεκέμβριο του 2020, η Ε.Ε. αύξησε τον στόχο μείωσης εκπομπών ΑτΘ από 40% σε τουλάχιστον 55% έως το 2030 ως ενδιάμεσο στόχο επίτευξης του κεντρικού στόχου για κλιματική ουδετερότητα το 2050.
Για την επίτευξη του στόχου της Πράσινης Συμφωνίας, η Ε.Ε. καλείται να υλοποιήσει ένα πολυδιάστατο πλαίσιο μεταρρυθμίσεων σε τομείς με ισχυρή αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας είναι η κλιματική φιλοδοξία της Ε.Ε. να συνδυαστεί με τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των κλάδων που αναλαμβάνουν το συνεχώς αυξανόμενο κόστος μείωσης των εκπομπών ΑτΘ και ολόκληρης της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Επιπλέον, με το φιλόδοξο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) προς μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία έως το 2050, η ελληνική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να αποσύρει όλους τους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής από λιγνίτη έως το 2023, με εξαίρεση την μονάδα «Πτολεμαΐδα V» που αναμένεται να λειτουργήσει έως το 2028. Η δέσμευση αυτή υπηρετεί προτεραιότητες που σχετίζονται με την προστασία του περιβάλλοντος, την προώθηση ανταγωνιστικών μεθόδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και τη διαφοροποίηση των περιοχών εξόρυξης λιγνίτη, δηλαδή της Δυτικής Μακεδονίας (NUTS 2) και της Μεγαλόπολης (NUTS 3 / LAU 1).
Οι περιοχές αυτές αντιμετωπίζουν κοινωνικοοικονομικές και περιβαλλοντικές συνέπειες που πηγάζουν από την πολυετή και μονόπλευρη εστίαση στη λιγνιτική δραστηριότητα, σε βάρος άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά και από την έλλειψη σχεδιασμού ενός νέου ισορροπημένου και βιώσιμου, αναπτυξιακού προτύπου. Είναι προφανές ότι οι συνέπειες αυτές συσσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια, λόγω της σταδιακής και σταθερής μείωσης της λιγνιτικής παραγωγής. Υπό το πρίσμα αυτό, κύρια προτεραιότητα είναι η εξασφάλιση της οικονομικά και κοινωνικά δίκαιης μετάβασης των περιοχών αυτών, ελαχιστοποιώντας τις παραπάνω συνέπειες μέσα από τη διαφοροποίηση του παραγωγικού τους προτύπου για την δημιουργία νέων αξιών σε διαφορετικούς κλάδους και τομείς.
Πρέπει να σημειωθεί πως η εφαρμογή οποιουδήποτε Σχεδίου Μετάβασης προϋποθέτει τη στενή συνεργασία με τους τοπικούς και εμπλεκόμενους φορείς, καθώς και των τοπικών κοινωνιών, ενώ θέμα της συγκεκριμένης διπλωματικής εργασίας αποτελεί η διερεύνηση της κοινωνικής συναίνεσης και αποδοχής της μετάβασης για την Περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας.
Το Συγκεκριμένο Ερωτηματολόγιο αποτελεί τμήμα του σταδίου ” Έρευνα Πεδίου με Ερωτηματολόγια, Συνεντεύξεις και άλλα μεθοδολογικά εργαλεία”, υπό το γενικότερο πλαίσιο υλοποίησης της διπλωματικής μου εργασίας για την απόκτηση του μεταπτυχιακού μου τίτλου ΜΒΑ, από το αντίστοιχο τμήμα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας.
Πηγή Φωτογραφίας : https://www.pexels.com
Αναφορικά με τις προτεραιότητες και τα πεδία εφαρμογής, στοιχεία αντλήθηκαν απο το masterplan ΣΔΑΜ και το https://www.sdam.gr
Με εκτίμηση
Αντώνης Δημητρίου



















