Την Κυριακή το βράδυ το προσφυγικό μπήκε και στην δική μας ζωή. Ξαφνικά. Χωρίς προειδοποίηση. Όπως ξαφνικά μπήκε ο πόλεμος και ο διωγμός στην ζωή
των προσφύγων. Τα ταλαιπωρημένα από τις κακουχίες πρόσωπα των προσφύγων που βλέπαμε όλο το καλοκαίρι στην τηλεόραση τα είδαμε μπροστά μας. Εδώ στην μακρινή, και μακριά από την διαδρομή τους για την Ευρώπη, Κοζάνη.
Ξαφνιασμένος και απορημένος για την μη ενημέρωση των αρχών προς τους πολίτες για την άφιξη αυτών των ανθρώπων στην περιοχή μας σκέφτηκα πως κάτι πρέπει να κάνω. Να βοηθήσω κι εγώ με κάποιον τρόπο. Παρακολουθώντας από τα τοπικά μέσα την άφιξη των προσφύγων στο κλειστό στην Λευκόβρυση, όντας γονιός, τα μάτια μου έψαχναν να εντοπίσουν παιδιά. Τα μάτια μου έψαχναν, το μυαλό μου ήλπιζε να μην υπάρχουν ανάμεσα τους. Όταν εντόπισαν το πρώτο παιδί το είναι μου κατέρρευσε. Ένα βρέφος στην αγκαλιά της μάνας του. Τι τρώει σκέφτηκα? Τι φοράει? Είναι αρκετά ζεστό αυτό που φοράει? Είναι άρρωστο? Πόσες μέρες ταξιδεύει σε αυτή την κατάσταση? Έχουν γάλα να το ταΐσουν? Κι αν αυτό τελειώσει? Διέκοψε τις σκέψεις μου το σκούντηγμα της κόρης μου «μπαμπά γα..» γάλα εννοούσε. Πήγα της ετοίμασα. Ασυναίσθητα της έκανα λιγότερο. Αν θελήσει κι άλλο θα της ξανακάνω σκέφτηκα. Κρίμα να της κάνω περισσότερο από όσο θέλει και να το υπόλοιπο να το πετάξω. Και η λέξη «κρίμα» είχε αρχίσει σιγά σιγά να αποκτά νόημα. Το πραγματικό της νόημα. Το γάλα που πέταξα μέχρι τώρα θα τάιζε ένα προσφυγόπουλο τουλάχιστον ένα μήνα.
Την επόμενη μέρα κυκλοφορώντας στην πόλη και μαθαίνοντας τι είχε εξελιχθεί έως εκείνη την ώρα και με την σκέψη μου στα παιδιά συνάντησα μια οικογένεια που μένει στην Κοζάνη η οποία γνωρίζω σε πόσο άσχημη οικονομική κατάσταση είναι. Μια οικογένεια που αποδεδειγμένα δεν τα «βγάζει πέρα». Αυτομάτως σκέφτηκα το παιδάκι τους. Θεωρούσα δεδομένο, μέχρι εκείνη την στιγμή, πως το παιδάκι τους είναι χορτάτο. Το πίστευα. Αυθαιρέτως αλλά το πίστευα. Προσπερνώντας τους και περνώντας η ώρα διαπίστωσα πως ο ερχομός, έστω και προσωρινός, των προσφύγων στην πόλη μας με αφύπνισε. Υπάρχει κόσμος και στην πόλη μας που πεινάει. Όπως και οι πρόσφυγες.. Υπάρχουν γονείς που δεν πηγαίνουν τα άρρωστα παιδιά τους στον γιατρό γιατί δεν έχουν χρήματα να το πληρώσουν. Σαν τους πρόσφυγες… Οικογένειες που ζουν από τα αποφάγια των άλλων. Σαν τους πρόσφυγες… Γονείς που επαιτούν για να ταΐσουν τα παιδιά τους. Σαν τους πρόσφυγες…
Ζούμε σε μία περιοχή που το μεγαλύτερο ποσοστό τοπικών κοινοτήτων περιφερειακά της πόλης είναι χωριά προσφύγων. Ελλήνων προσφύγων. Είναι στο κοντινό παρελθόν μας η προσφυγιά. Εγγονός πρόσφυγα δεν μπόρεσα να μείνω άπραγος. Βοήθησα όσο και όπως μπόρεσα. Και όταν επέστρεψα σπίτι ήμουν χαρούμενος. Χαρούμενος και αποφασισμένος. Αποφασισμένος να βοηθήσω και τους δικούς μας πρόσφυγες….
ΤΖΟ



















