Σήκουτι!
Βάφουμι τ’ αυγά σήμερα!
Δεν πστεύου να μην έφκιασέτι τα κουμάντα σας όλη τ΄ Σαρακουστή κι να μην έμασέτι καμιά 80αριά? Πιτάξαστι ως του κουτέτσ΄ να πάρτι κι τα σημιρνά, μην παν χαμένα. Κρέμασέτι κι ένα κόκκινου πισκίρ΄ στου σκνι, πριν σας βαρέσ΄ του σήμαντρου …κι άρς μαρς!
Έθιμο, δώρο και κέρασμα

Η ανταλλαγή βαμμένων αυγών βρισκόταν στο κέντρο του Πασχαλιάτικου σαβουάρ βιβρ στην Κοζάνη. Τα μισά από αυτά έφευγαν από το σπίτι μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή και πήγαιναν μαζί με τα υπόλοιπα απαραίτητα δώρα, παπούτσια, λαγήνια και τσουρέκια, στα κουμπαρούλια και στη νύφη ή το γαμπρό, αν υπήρχε αρραβωνιασμένο παιδί στην οικογένεια. Κάπου 10-15 χρησιμοποιούνταν το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, καθώς σχεδόν ταυτόχρονα με το «Χριστός Ανέστη» οι Κοζανίτες τσούγκριζαν επί τόπου τα κόκκινα αβγά και τα έτρωγαν αμέσως. Τηρούσαν έτσι πιστά τη θρησκευτική παράδοση που επιτάσσει «με αβγό να κλείνει το στόμα το βράδυ της Μεγάλης Αποκριάς (πράγμα που γίνεται με τη χάσκα) και με αβγό να ξανανοίγει το βράδυ της Ανάστασης.» Όχι σαν κάποιους παράξενους λαούς σε άλλες πόλεις, που μας κοιτούν γινατιασμένοι όταν απ’ το «Χριστός Ανέεεε….» αρχίσουμε κατευθείαν τσάκα-τσούκα, «άλλοοοος», «σας βρίσκιτι ψίχα άλας?», «κώλουν άσπαστουν ποιος έχει?» και άλλα τέτοια εορταστικά…
Από κει και πέρα σε όλη τη διάρκεια του Πάσχα θεωρούνταν μέγα κοινωνικό ατόπημα να έρθει φίλος στο σπίτι και να μην τον κεράσουν αβγό, κόκκινο στους μεγάλους και «πιρδίκις» στα παιδιά. Όσα περίσσευαν ή όσα έφερναν τα μέλη της οικογένειας από επισκέψεις σε άλλα σπίτια τα έτρωγαν καθημερινά στο μεσημεριανό τραπέζι σαν σαλάτα, (τα τσούγκριζαν μάλιστα) ή το απόγευμα σαν «δειλνό» με ψωμί και ίσως λίγο τυρί. Πού έφτανε η χοληστερίνη των κατοίκων της πόλης μας εκείνες τις άγιες μέρες, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, καθώς δεν έκανε κανένας τις σχετικές αναλύσεις αίματος και είχαν όλοι το κεφάλι τους ήσυχο.

Βαφή
Η διαδικασία βαφής άρχιζε από τη Μεγάλη Τετάρτη, οπότε και οι νοικοκυρές τα έπλεναν με νερό που έφερναν από τρεις βρύσες, τα έβαζαν σε μια κανέστρα και τα άφηναν να στεγνώσουν. Την ίδια μέρα προμηθεύονταν και τις βαφές, με κυριότερη την κόκκινη, τη γνωστή ως «χρυσή μπογιά από τον Τσιώρα», καθώς είχε ταυτιστεί με το ομώνυμο κατάστημα μπαχαρικών που για πολλά χρόνια βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, λίγο πιο κάτω από το Δημαρχείο. Δεν έλειπαν όμως και οι «πρακτικές» βαφές από το οπλοστάσιο της Κοζανίτισσας νοικοκυράς, όπως το βαρτζί (είδος κόκκινου ξύλου) καθώς και τα κρεμμυδόφυλλα, τα κυδωνόφυλλα και τα καρυδόφυλλα.

Από το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης ή τη Μεγάλη Πέμπτη πρωί-πρωί, για «να μην τς τσακίσ΄ του σήμαντρου» (να μη χτυπήσει η καμπάνα ενώ ήταν ακόμη στο κρεβάτι) κρεμούσαν ένα κόκκινο ύφασμα, μια κόκκινη βελέντζα ή λίγο κόκκινο μαλλί έξω από το σπίτι, που με το χρώμα τους υπογράμμιζε το κυρίαρχο έθιμο της ημέρας και ολόκληρης της Πασχαλιάς. (Το φύλαγαν μάλιστα ως γιατρικό πιστεύοντας ότι μπορούσε να γιατρέψει τον «αλιβρίτ΄», τη στοματίτιδα δηλαδή).

Μετά άρχιζαν το βάψιμο. Μέσα σε ένα τρανό «τσκάλ΄» έβαζαν ποσότητα νερού ανάλογη με τον αριθμό των αυγών που θα έβαφαν, έριχναν τη μπογιά δεμένη σε ένα πανί και το άφηναν να πάρει μια-δυο βράσεις. Στη συνέχεια πρόσθεταν μισό φλιτζάνι ξύδι κι αφού έπαιρνε η βαφή μια βράση ακόμα, τοποθετούσαν μέσα τα αβγά με μεγάλη προσοχή για να μη σπάσουν. Μετά από 15-20 λεπτά τα έβγαζαν με τρυπητή κουτάλα, τα άφηναν να κρυώσουν για λίγο και τελείωναν αλείφοντάς τα με λάδι για να γυαλίζουν και να αναδεικνύεται περισσότερο το χρώμα. Μια επιτυχία στη βαφή επιβραβεύονταν με πολλούς επαίνους τόσο για τη νοικοκυρά όσο κυρίως για το «τσκάλι τς»!

Τα περισσότερα αβγά οι παλιές Κοζανίτισσες νοικοκυρές τα έβαφαν κόκκινα, όπως γίνεται βέβαια και σήμερα, εξ ου και η ειδική επωνυμία της μέρας, «Κόκκιαν΄ Πέφτ΄». Παράλληλα όμως εξαντλούσαν τη φαντασία τους και τις γνώσεις παραδοσιακών μεθόδων βαφής για να φκιάξουν και χρωματιστά αβγά, τις γνωστές «πιρδίκις», που τις προόριζαν κυρίως για τα παιδιά. Το πιο συνηθισμένο είδος στην πόλη μας ήταν αυτό που γινόταν με πολύχρωμες μπογιές, από τον Τσιώρα, το Γκέκα, το Μαμάτσιο, τον Κυράνο, τον Πλόσκα ή το Χαρσό, οι οποίες με τη χρήση ψαρόκολλας κολλούσαν ανεξίτηλα πάνω στο λευκό κέλυφος. Μια άλλη μέθοδος η οποία ήταν επίσης πολύ δημοφιλής και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα ήταν το βάψιμο με κλωστές φλος. Δεν ήταν βέβαια σπάνιο να διακοσμούνται τα ίδια τα κόκκινα τα αβγά με τεχνικές που χρησιμοποιούνται ακόμη και σήμερα: μπορεί να κολλούσαν χαλκομανίες ή να ζωγράφιζαν την επιφάνεια με «γκιζάπι» (ακουαφόρτε), δημιουργώντας έτσι ένα λευκό σχέδιο πάνω στον κόκκινο φόντο. Άλλες νοικοκυρές στερέωναν φύλλα διαφόρων φυτών πάνω σε άβραστα ακόμα αβγά, τα οποία αφαιρούσαν μόλις τελείωνε το βράσιμο, αφήνοντας ένα όμορφο λευκό φύλλο στην επιφάνεια – αν το πετύχαινες, αλλιώς θύμιζε την πρώιμη κυβιστική εποχή του Πικάσο.

Το αβγό της Παναγίας

Το έβαφαν πρώτο και χωριστά από τα υπόλοιπα αβγά και στη συνέχεια το τοποθετούσαν στα εικονίσματα, χωρίς να το λαδώσουν. Στην πόλη μας, όπως εξάλλου και σε όλο σχεδόν τον ελλαδικό χώρο του απέδιδαν θαυματουργές ικανότητες, γι’ αυτό και το χρησιμοποιούσαν πολύ συχνά στο σταύρωμα των παιδιών. Πίστευαν επίσης ότι έχει τη δύναμη να αποτρέπει το κακό, γι’ αυτό όταν έριχνε χαλάζι τοποθετούσαν την πυροστιά ανάποδα έξω στον «νουβρό» και ακουμπούσαν στη μέση το θυμιατό και το αβγό της Παναγίας, με τη βεβαιότητα ότι θα βοηθούσε να σταματήσει αυτό το τόσο καταστροφικό για τις καλλιέργειες καιρικό φαινόμενο.
Το αβγό αυτό έμενε στα εικονίσματα μέχρι την επόμενη Πασχαλιά. Το παλιό μαζί με τα περυσινά βάγια το παράχωναν στο χωράφι ή στο μπαχτσέ πιστεύοντας ότι η ζωτική του δύναμη θα υποβοηθούσε τη βλάστηση. Πολλές φορές όμως το κρατούσαν άθικτο για τρία ή και περισσότερα χρόνια, οπότε και γινότανε «κρατήρα», όρος που αποτελεί προσαρμογή στο τοπικό ιδίωμα της λέξης της κοινής «κρατητήρα», η οποία αναφέρεται και από τον Γ. Μέγα. «Πέτρουνιν ου κρόκους» μου είπαν κάποιες παλιές Κοζανίτισσες « κι γένουνταν σαν κιχριμπάρ΄, κρατήρα, κι άμα ’ν έβανις ουπάν σι αγκαστρουμέν΄, του κρατούσιν του μκρό κι δεν απουβάλουνταν. Ήταν καλό κι άμα μάτουνιν η μύτ΄».

Και η κόκκινη μπογιά;
Την κρατούσαν σαράντα μέρες μετά το Πάσχα και κάθε Πέμπτη έβαφαν από 6 αβγά για τ’ «αντέτ΄» (έθιμο), για να ζει το στεφάνι και τα παιδιά τους. Το «Εξάπεφτο», την έκτη Πέμπτη μετά την Ανάσταση, της Αναλήψεως δηλαδή, πήγαιναν στην εκκλησία και μόλις γυρνούσαν στο σπίτι έσπαζαν και έτρωγαν όλοι μια μικρή ποσότητα από ένα κόκκινο αβγό που το έπαιρναν μαζί τους στο Χριστός Ανέστη και το φύλαγαν για κείνη την ημέρα. Με αυτό τον τρόπο έκλειναν το τελετουργικό της Πασχαλιάς με τον ίδιο τρόπο που το είχαν αρχίσει το βράδυ της Ανάστασης. Όσο για την υπόλοιπη κόκκινη μπογιά, που δεν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί πλέον εκείνη τη χρονιά, τη μάζευαν και την πετούσαν στην άκρη του μπαχτσέ.

Πηγή: Κοζάνη- Μνήμες, Αναμνήσεις & Εικόνες