Ο ΛΑΟΓΡΑΦΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΟΝΤΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΟ ΡΑΔΙΟΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Για το λαογραφικό έθιμο των κλαδαριών που αναβιώνει τα Χριστούγεννα στη Σιάτιστα, αλλά και τα κόλιαντα, μίλησε στο ράδιοΛόγος και τον Λύσανδρο Ρήγα ο λαογράφος Γιώργος Μπόντας, παραθέτοντας ιστορικά στοιχεία για τα έθιμα που αναβιώνουν οι κάτοικοι αιώνες τώρα, με αγάπη και προσήλωση στην παράδοση!

Όπως είπε ο λαογράφος και τέως διευθυντής της Μανούσειας Βιβλιοθήκης Γιώργος Μπόντας: “Στη Σιάτιστα τα γραφικά έθιμα που αναβιώνουν, παραμένουν αμετάβλητα και συνεχίζουν με την ίδια χαρούμενη διάθεση, ευγένεια, λεβεντιά και αρχοντιά της ιστορικής, λεβεντογέννας, παραδοσιακής Σιάτιστας”. Ένα από τα συναρπαστικά και εντυπωσιακά έθιμα είναι αυτό των κλαδαριών, που φέτος θα ανάψουν στις 7 το βράδυ του Σαββάτου 23 Δεκεμβρίου, ενώ αναμένεται να ανάψουν 50 κλαδαριές. Εκεί οι κάτοικοι τραγουδούν και γλεντούν, γύρω από τις κλαδαριές, λέγοντας παραδοσιακά τραγούδια, τα οποία μπορείτε να ακούσετε στην εκπομπή του ράδιοΛόγος (www.prlogos.gr).

Ο κ. Μπόντας αναφέρθηκε στον Λόζιο, τα ξερά ξύλα που συγκεντρώνονται για να ανάψουν οι μεγάλες κλαδαριές, ένα έθιμο που σύμφωνα με τον ίδιο, συμβολίζει τη φωτιά που άναψαν οι τσοπάνηδες για να ζεσταθούν και με την αντανάκλασή της να ζεσταθεί ο χριστός. Η προετοιμασία της κλαδαριάς έχει τη δική της ένταση, και συγκίνηση, όπως περιγράφεται αναλυτικά πιο κάτω από τον κ. Μπόντα. Οι κλαδαριές ανάβουν κάθε χρόνο σε όλη τη Σιάτιστα, σε κάθε συνοικία, ενώ οι κάτοικοι και επισκέπτες θα πηγαίνουν από κλαδαριά σε κλαδαριά, συνοδεία τοπικών οργάνων. Εφέτος, οι καλύτερες κλαδαριές θα βραβευτούν από το ίδρυμα Παπαγεωργίου. Ο ίδιος κάλεσε τον κόσμο να απολαύσει το σιατιστινό κρασί και ντόπια φιλοξενία, μιας και το γλέντι μεταφέρεται έπειτα στα μαγαζιά και τα σπίτια της Σιάτιστας!

Ακολουθεί το κείμενο του λαογράφου:

ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ
Τα Κόλιαντα
“Σε πολύ λίγους τόπους της Ελλάδας τα ήθη και τα έθιμα αναβιώνουν με τόση ζωντάνια και συμμετοχικότητα όσο στη Σιάτιστα.

Ένα από τα γραφικά και ωραία έθιμα της Σιάτιστας είναι τα Κάλαντα, που στην πόλη μας τα λένε Κόλιαντα από γλωσσική παραφθορά της λέξεως. Τα έθιμα που επικρατούν τις μέρες αυτές στη Σιάτιστα παρουσιάζουν κάτι το ιδιαίτερο. Τα παιδιά κάθε γειτονιάς συγκροτούνται σε ομάδες, οι οποίες κάμνουν εξορμήσεις στ’ αμπέλια και στα χωράφια και μαζεύουν ξερά χόρτα, φουρφούρια, που λέγονται λόζιος” αμέσως μετά τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Ο “λόζιος” φορτώνεται στα αυτοκίνητα, ενώ τα παλιά χρόνια φορτώνονταν στα ζώα και συγκεντρώνεται σε αποθήκες της γειτονιάς. Η αποθήκη ανοίγει την παραμονή των καλάντων για να ετοιμαστεί “η Κλαδαριά” μεγάλη φωτιά. Το έθιμο της κλαδαριάς είναι πράγματι ωραίο, διατηρείται αναλλοίωτο από τη φθορά του χρόνου και αναβιώνει κάθε χρόνο με τον ίδιο ζήλο. Μένει ως τα σήμερα δείγμα του γνήσιου θρησκευτικού αισθήματος και της βουνίσιας λεβεντιάς του Σιατιστινού λαού. Συμβολίζει τις φωτιές που άναψαν οι ποιμένες στη Βηθλεέμ για να αναγγείλουν τη γέννηση του Χριστού. Στις κλαδαριές επιβιώνουν και οι συνήθειες των αρχαίων Ελλήνων που με τη φλόγα έστειλναν το μήνυμα κάθε ευχάριστης αγγελίας ή λύτρωσης.

Το στήσιμο και το στόλισμα της Κλαδαριάς έχει ιδιαίτερη τεχνική. Στη μέση της πλατείας της γειτονιάς ανοίγεται μια τρύπα βάθους 0.50-0.70 του μέτρου. Μόλις φτάσει η παραμονή των Καλάντων 23 Δεκεμβρίου τοποθετείται και στερεώνεται μέσα στην τρύπα ένα χοντρό ξύλο το “βεργί” για να συγκρατεί τα ξερά χόρτα γύρω του. Πάνω στην κορυφή δένουν ένα δεμάτι με λόζιο που λέγεται “Φούντα” και στολίζουν την κλαδαριά με πολύχρωμα μπαλόνια, κορδέλες κ.λπ. Στο διάστημα αυτό τα παιδιά κάνουν προστατευτικό κλοιό γύρω από την κλαδαριά και χτυπούν κουδούνια. Κατόπιν, συγκεντρώνουν και παίρνουν θέσεις γύρω από την κλαδαριά γέροι, γριές, νέοι και νέες περιμένοντας το άναμμα με ανυπομονησία. Μόλις νυχτώσει ανάβει η κλαδαριά από τη βάση της, ενώ η τοπική μουσική παίζει το παρακάτω τραγούδι:
Πιδιά μ’ ήρθαν τα κόλιαντα κι όλοι να τοιμαστείτι
πάρτι κι τις τζιουμάκιας σας και στουν Αϊ -Λιά να βγείτι
Κι απ’ τουν Αϊ-Λιά στουν Πρόδρομου στα τρία τα πηγάδια.
Ικεί θα γέν’ το σύναγμα κι όλοθ του συναγώγι,
θ’ ανάψουμε τις κλαδαριές θα πούμε και του χρόνου.

Τα παλιά χρόνια με το χαμήλωμα της φωτιάς, μόλις άρχιζε να φαίνεται το βεργί, οι πιο θαρραλέοι από τους νέους ορμούσαν να το ρίξουν κάτω. Αν το κατάφερναν θεωρούνταν άξιοι για παντρειά και άκουγαν παινέματα και επευφφημίες, αν όμως αποτύγχαναν άκουγαν φράσεις ειρωνικές, όπως δεν μπορείς, δε σε θέλει καμία κ.λπ. Μετά το σβήσιμο των κλαδαριών επακολουθεί μεγάλο γλέντι στα σπίτια ή στα κέντρα της Σιάτιστας.

Γεώργιος Μ. Μπόντας
Τέως Δ/ντης της Δημόσιας Μανουσείου Βιβλιοθήκης
Λαογράφος”


Β.Σ.